ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Μπερή, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Θ. Κ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος παρέστη δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Δήμητρας Φράγκου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 577,649/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ’ αριθ. πρωτ. …2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η υπό κρίσιν αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση με αρ. πρωτ. …2025 αίτηση-δήλωση του Θ. Κ. του Α., κατοίκου …, οδός …, για αναίρεση της υπ’ αρ. 577,649/2024 τελεσίδικης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την οποία, αφού κηρύχθηκε αθώος για την αξιόποινη πράξη της συμμορίας κατ’ άρθρο 187 παρ. 3 ΠΚ, κρίθηκε ένοχος, με το διατηρηθέν ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ που του αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως, και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, για την τέλεση του αδικήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (αγοράς, κατοχής και πώληση) από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, ασκήθηκε με δήλωσή του, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 19/5/2025, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι (20) ημερών από την καταχώριση, στις 30/4/2025, καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του ανωτέρω Εφετείου.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ.2Α και 4, 504 παρ.1, 505 παρ.1α’ ΚΠΔ, αφού ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς τούτο, κατ’ αποφάσεως που υπόκειται σ’ αυτήν, και περιέχει λόγους αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ. Ως εκ τούτου, πρέπει η υπό κρίση δήλωση αναίρεσης να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και επιπλέον αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ενόψει τούτων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ιδίου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή του οποίου το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, οφείλει να ερευνά και αυτεπαγγέλτως. Η προβολή όμως, των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε, ούτε και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του κυρωθέντος με τον ν. 4610/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο ε’ ελαφρυντική περίσταση, η οποία συνίσταται στο ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Η σχετική διάταξη, που αφορά την ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, απαιτείται η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο διάστημα και δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς του δράστη, είτε κρατούμενου, είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, αλλά πρέπει να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του και όχι μόνο το συνήθως συμβαίνον σε κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο (ΑΠ 466/2021, ΑΠ 253/2021, ΑΠ 527/2020). Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος πραγματικά μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξεώς του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά (ΑΠ 1488/2024, ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 874/2022, ΑΠ 368/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 133 ν. ΠΚ, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 30 ν. 5090/23-2-2024, το οποίο ισχύει, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 138 ιδίου νόμου, από την 1η-5-2024, και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως ευμενέστερο κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, “Όταν ο δράστης κατά τον χρόνο τέλεσης αξιόποινης πράξης δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, το δικαστήριο μπορεί: α) … ή β) να επιβάλει μειωμένη ποινή (άρθρο 83)”. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να επιβάλει μειωμένη ποινή στους παραβάτες “νεαρούς ενήλικες”, ήτοι σ’ αυτούς που κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν συμπληρώσει το 18ο όχι όμως και το 25ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον κρίνει ότι η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου έχει σχέση με την ελλιπή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και τη νεανική του ανωριμότητα, κατά την τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε, ώστε να δικαιολογείται η επιεικής μεταχείριση αυτού ενόψει και της ηλικίας του (ΑΠ 237/2025, ΑΠ 63/2023, ΑΠ 1416/2022, ΑΠ 1216/2022, ΑΠ 755/2022). Εφόσον έχει υποβληθεί αίτημα από τον κατηγορούμενο για την αναγνώριση του ελαφρυντικού αυτού, το δικαστήριο θα πρέπει να αιτιολογήσει την τυχόν απορριπτική του κρίση με σκέψεις και συλλογισμούς από τους οποίους, να προκύπτει ότι η εγκληματική συμπεριφορά του δράστη δεν έχει σχέση με τη νεανική του ανωριμότητα, ώστε να δικαιολογείται η επιεικής μεταχείρισή του (ΑΠ 237/2025, ΑΠ 63/2023).
Με το πρώτο και δεύτερο σκέλος αντιστοίχως του δεύτερου αναιρετικού λόγου της κρινόμενης αίτησής του, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι απορρίφθηκαν οι υποβληθέντες εκ μέρους του αυτοτελείς ισχυρισμοί, περί αναγνώρισης τόσο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε’ ΠΚ όσο και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρο 133 ΠΚ, άνευ της απαιτούμενης προς τούτο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, απορρέουσα πλημμέλεια, ήτοι της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, τα οποία σημειωτέον δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι κατά την διάρκεια της δίκης έλαβαν χώρα τα εξής: Ο συνήγορος του 5ου κατηγορούμενου (δηλ. του αναιρεσείοντος), αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε “να αναγνωριστούν στον εντολέα του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ και 133 ΠΚ…”.
Ακολούθως, το προαναφερθέν δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξέθεσε τις σχετικές νομικές σκέψεις, απέρριψε τους ως άνω προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς διαλαμβάνοντας για τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο τα ακόλουθα:
“…Στην προκειμένη περίπτωση από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι η μη παραβατική συμπεριφορά των κατηγορουμένων [εν. : και του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου] μέσα στη φυλακή ήταν αποτέλεσμα φόβου για ενδεχόμενες κυρώσεις και δεν οφειλόταν σε ειλικρινή μεταστροφή τους ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης τους. Ομοίως μετά την αποφυλάκισή τους, το γεγονός ότι μερίμνησαν να βρουν εργασία δεν αρκεί για την θεμελίωση της ελαφρυντικής περίπτωσης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ, αφού και υπό καθεστώς ελευθερίας δεν προέκυψε η προαναφερόμενη ηθική και ψυχική μεταστροφή τους και δεν εκδήλωσαν ενεργή θετική συμπεριφορά που να δείχνει συνειδητή προσπάθειά τους να ενταχθούν στην κοινωνία αρμονικά και εποικοδομητικά. Πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί το αίτημα όλων των κατηγορουμένων [εν. : και του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου] για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ…. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο αυτοτελής ισχυρισμός του πέμπτου κατηγορουμένου [εν. : του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου] περί συνδρομής στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων του άρθρου 133 ΠΚ. Αποδείχθηκε, πέραν κάθε αμφιβολίας, από τον τρόπο διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος είχε μια πλήρως ώριμη και δομημένη προσωπικότητα, στοιχείο κυρίαρχο της οποίας ήταν η επιδίωξη εύκολου και άκοπου οικονομικού κέρδους μέσω τη ιδιαίτερης απαξίας του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών σε μεγάλο αριθμό χρηστών. Κανένα δε στοιχείο ανωριμότητάς του προέκυψε που να αποδεικνύει ότι λόγω αυτής και λόγω της ηλικίας του η προσωπικότητά του ήταν εισέτι υπό διαμόρφωση…”. Παρότι, λοιπόν, ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε’ ΠΚ, προβλήθηκε κατά τρόπον αόριστο, ήτοι υπό την επίκληση της νομικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ που την προβλέπει, και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει στον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 1359/2022, ΑΠ 443/2022), εν τούτοις τούτο τον απέρριψε ως αβάσιμο από ουσιαστικής απόψεως, δεχόμενο ότι δεν προέκυψαν στοιχεία, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του εν λόγω αναιρεσείοντος προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και ότι η στάση του μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του.
Εξάλλου, με τις παραπάνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε, ως προς την απόρριψη του ετέρου αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 133 ΠΚ την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται με επάρκεια και σαφήνεια, οι λόγοι για τους οποίους τούτο έκρινε ότι η εγκληματική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου αποτελούσε συνειδητή επιλογή του και δεν έχει σχέση με τη νεανική του ανωριμότητα, ώστε να δικαιολογείται η επιεικής μεταχείρισή του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, και ως προς τα δύο σκέλη του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος των ελαφρυντικών περιστάσεων της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε’ ΠΚ) και της μετεφηβικής ηλικίας (άρθρ. 133 ΠΚ) είναι αβάσιμος. Η, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους καταλείπεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε (ΑΠ 1496/2025, ΑΠ 869/2023, ΑΠ 818/2023, ΑΠ 484/2023, ΑΠ 368/2023, ΑΠ 147/2023, ΑΠ 10/2023). Ειδικότερα, για την επιμέτρηση της ποινής σε περίπτωση καταδίκης, ορίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 του ΠΚ, όπως ίσχυε, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (19-4-2024) ότι: “Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε”. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι “Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και τον βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι’ αυτή. Το Δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του”.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 80 παρ.1, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλ. πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 11 Ν. 5090/2024, με έναρξη ισχύος από 1/5/2024, σύμφωνα με το άρθρο 138 αρ. 1 του ίδιου Ν. 50590/2024, “1. Κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής, το δικαστήριο ορίζει στην απόφαση τόσο τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων όσο και το ύψος τους. 2. Κατά τον προσδιορισμό του αριθμού των ημερήσιων μονάδων, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του μόνο τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του υπαιτίου γι’ αυτή. 3. Το δικαστήριο καθορίζει το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας με βάση την προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα τα καθαρά έσοδα που αποκτά από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, άλλα τυχόν εισοδήματα και εν γένει την περιουσία του, καθώς και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις. Άλλες υποχρεώσεις του μπορούν επίσης να συνυπολογισθούν από το δικαστήριο. 4. Αν ο καταδικασθείς αδυνατεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο της χρηματικής ποινής ή η καταβολή της θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία, όχι μεγαλύτερη από τρία έτη, ώστε μέσα σε αυτήν να καταβάλει σε δόσεις την ποινή του. 5. Αν η αδυναμία καταβολής των δόσεων της χρηματικής ποινής οφείλεται σε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του καταδικασθέντος μετά την επιμέτρηση της ποινής, ο καταδικασθείς μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση: α) διεύρυνση της προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα πέντε έτη, β) μείωση του ύψους της ημερήσιας μονάδας ή γ) αντικατάσταση της χρηματικής ποινής από την προσφορά κοινωφελούς εργασίας, στο μέτρο που ορίζει το δικαστήριο. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί μία μόνο φορά. 6. Μαζί με τη χρηματική ποινή το δικαστήριο ορίζει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που θα πρέπει να εκτίσει ο καταδικασθείς σε περίπτωση μη καταβολής της χρηματικής ποινής, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων της χρηματικής ποινής. Στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 99”. Επιπλέον, κατά το άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά δε το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, “οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι α) αναγκαίοι με την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος πρόσφορος τρόπος για επίτευξη του επιδιωκόμενου από τη σχετική ρύθμιση σκοπού και β) να τελούν σε αρμόζουσα αναλογία με αυτόν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που προκαλούνται στα δικαιώματα του θιγομένου να μην είναι δυσανάλογα επαχθείς, η σχέση δε μεταξύ μέσου και σκοπού πρέπει να είναι εύλογη, ώστε να αποτρέπονται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες για τον θιγόμενο.
Συνεπώς, η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το ύψος της ποινής που έχει επιβληθεί και τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του Δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αρχής της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1025/2024, ΑΠ 1463/2023, ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 5/2023). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος της που αφορά την επιμέτρηση της ποινής κατά τα άρθρα 79 και 80 ΠΚ, αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως προς την επιβληθείσα σε αυτόν ποινή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το σχετικό περί ενοχής σκεπτικό και διατακτικό της απόφασής του, έκρινε, όπως προαναφέρθηκε, ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την τέλεση του αδικήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (αγοράς, κατοχής και πώληση) από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, με το διατηρηθέν ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ που του αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως, και του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ, διατυπώνοντας για την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, το ακόλουθο σκεπτικό :
“Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 79 του ΠΚ, με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι’ αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, και τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του (παρ. 2). Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του (παρ. 3). Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος (παρ. 4). Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών (παρ. 5). Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της (παρ. 6). Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε (παρ. 7).
Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας όλα τα στοιχεία αυτά υπόψη το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα έχουν εν όλω ανωτέρω εκτιμηθεί για το βαθμό ενοχής των κατηγορουμένων (εν. : και τον αναιρεσείοντα), σε συνδυασμό με τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξαν, σε συνάρτηση με τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την εκτέλεσή του, κρίνει, ομόφωνα, ότι πρέπει να επιβληθεί στον καθένα ποινή κάθειρξης πέντε [5] ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων [5,000] ευρώ. Οι ως άνω ποινές αποτελούν την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία τους, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών τους για τους ίδιους και τους οικείους τους και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, τα αίτια που τους ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος…”.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή κάθειρξης πέντε ετών και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό :
“… Καταδικάζει κάθε κατηγορούμενο [εν. : και τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο], που κηρύχθηκε ένοχος, με ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ….”. Με τις παραδοχές αυτές ,που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και αιτιολογικό της απόφασης περί της ποινής, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη από το άρθρο 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τους λόγους που δικαιολογούν την κρίση του για την επιμέτρηση της παραπάνω ποινής που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο. Ειδικότερα, στο ανωτέρω σκεπτικό κυρίως, διαλαμβάνεται ότι για την επιβολή της ανωτέρω ποινής το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όλα τα κριτήρια των άρθρων 79 και 80 ΠΚ, όπως αυτά ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, τα οποία ειδικώς μνημονεύει στο σκεπτικό του και τα οποία αξιολόγησε για την εκτίμηση της βαρύτητας των πράξεων του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, το βαθμό της ευθύνης του και τη δίκαιη και ανάλογη τιμωρία του γι’ αυτή και όπως τα στοιχεία αυτά προέκυπταν από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και εκτίθενται στο περί ενοχής σκεπτικό και διατακτικό του που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να έχει υποχρέωση να τα επαναλάβει, όπως επίσης (διαλαμβάνονται) και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο έκανε την υπαγωγή, ως προς την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων άρθρου 79 και 80 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Η δε επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ως άνω ποινή κείται εντός των ορίων του πλαισίου της προβλεπόμενης στο νόμο ποινής και δεν κρίνεται δυσανάλογη ενόψει της απαξίας του εγκλήματος για το οποίο ο αναιρεσείων καταδικάστηκε, και επομένως, δεν παραβιάσθηκε, εν προκειμένω, η υπαγορευόμενη από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, αρχή της αναλογικότητας, που πρέπει να διέπει την επιβαλλόμενη ποινή σε σχέση με το τελεσθέν αδίκημα.
Συνεπώς, ο τρίτος (και ως προς τα δύο σκέλη του), από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ , αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά το μέρος της που αφορά την επιμέτρηση της ποινής κατά τα άρθρα 79 και 80 ΠΚ, αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως προς την επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 30 παρ. 2 και 4 ΚΠΔ, “2.Καμιά απόφαση ή ποινική διαταγή ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμιά διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας. 4. Ο εισαγγελέας έχει υποχρέωση να υποβάλλει πάντοτε προφορικά ή γραπτά, προτάσεις αιτιολογημένες και αιτήσεις ειδικές και δεν μπορεί να αφεθεί στην κρίση του δικαστηρίου ή του ανακριτή , ενώ, κατά το άρθρο 138 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, “1. Πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν τον λόγο, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας καθώς και οι παρόντες διάδικοι. Τα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου και οι διατάξεις του ανακριτή εκδίδονται ύστερα από έγγραφη πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος την αναπτύσσει και προφορικά, όταν η εμφάνισή του στο συμβούλιο προβλέπεται από τον νόμο….”. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 513 του ίδιου Κώδικα, “Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου καταθέτει σημείωμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου το αργότερο την προηγούμενη ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης. Το ίδιο ισχύει και για τη μετ’ αναβολή συζήτηση, αν ο εισαγγελέας της έδρας δεν υιοθετεί το προηγούμενο σημείωμα. Οι διάδικοι δικαιούνται να λάβουν γνώση του περιεχομένου του σημειώματος”. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, στην περίπτωση κατά την οποία ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν υπέβαλε σημείωμα για όλους ή για μερικούς από τους λόγους αναίρεσης ή τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που είναι παραδεκτοί, χωρίς να γίνεται αναφορά από αυτόν, ούτε να προκύπτει ότι ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, διότι θεωρεί ότι παρέλκει η εξέταση των λόγων αυτών, αλλά εισήγαγε την υπόθεση στο Δικαστήριο, δίχως να προτείνει επί των λόγων αυτών, οπότε συνάγεται ότι ακουσίως το έπραξε, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην περαιτέρω ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, έως ότου υποβληθεί εισαγγελική πρόταση επί των λόγων αυτών (ΑΠ 256/2026, ΑΠ 661/2025).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εισαγγελέας, εκ παραδρομής, δεν υπέβαλε πρόταση επί της ουσίας του πρώτου λόγου αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης σχετικά με την ενοχή του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου. Επομένως, με βάση τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το Δικαστήριο πρέπει να απόσχει να αποφανθεί, μέχρις ότου υποβληθεί εισαγγελική πρόταση και επί του ανωτέρω πρώτου λόγου αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και δη ως προς τον δεύτερο λόγο αυτής, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών των άρθρων 84 παρ. 2 ε’ και 133 ΠΚ, καθώς και ως προς τον τρίτο λόγο της, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την επιμέτρηση της ποινής και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 79 και 80 ΠΚ, ενώ ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης σχετικά με την ενοχή του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πρέπει να απόσχει από την έρευνά του μέχρι την υποβολή επ’ αυτού, κατά τη νέα εκδίκαση της υπόθεσης, που θα ορισθεί αρμοδίως, σχετικής εισαγγελικής πρότασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ εν μέρει τη με αρ. πρωτ. …2025 αίτηση-δήλωση του Θ. Κ. του Α. , κατοίκου … , οδός … , για αναίρεση της υπ’ αρ. 577, 649/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, και δη ως προς τους δεύτερο και τρίτο λόγους αυτής.
ΑΠΕΧΕΙ να αποφανθεί επί του πρώτου λόγου της με αρ. πρωτ. …/2025 αίτησης-δήλωσης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 577,649/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών μέχρις ότου υποβληθεί επ’ αυτού εισαγγελική πρόταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
