ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Η. Α. του Θ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νίκο Κωνσταντόπουλο, για αναίρεση της υπ’αριθ. ΖΤ 2919/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α. Ζ. του Χ., κάτοικο Αθηνών η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καπόγιαννη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην με αριθμό …2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1142/2024.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό …2024 αίτηση του Α. Η. του Θ. και της Γ., που γεννήθηκε στο Αμαρούσιο Αττικής, στις 17.03.1993 και κατοικεί στην Άμφισσα Φωκίδας, οδός …, για αναίρεση της με αριθμ. ΖΤ2919/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (άρθρο 309-308παρ.1α ΠΚ) σε βάρος της υποστηρίζουσας την κατηγορία σε φυλάκιση επτά (7) μηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα, με την επίδοση του δικογράφου της, στις 22.11.2024, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρα 474 παρ.2Α ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα (καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδ.α του ΚΠΔ βιβλίο στις 05.11.2024), σύμφωνα με τα άρθρα 462, 464, 473 παρ.2 και 3, 504 παρ1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ και περιέχει ως λόγους αναίρεσης, την από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ’ του ίδιου Κώδικα, απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, την από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β’ του ΚΠΔ σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, την από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Ε’ του ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής-έλλειψης νόμιμης βάσης-, επειδή μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις, ασάφειες και λογικά κενά. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλομένων με αυτή λόγων, με την παρουσία της υποστηρίζουσας την κατηγορία Ζ. Α. του Χ., που εμφανίστηκε με τον συνήγορό της. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 308 παρ. 1α του ΠΚ, όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 65 του Ν.4855/2021, με το οποίο κατέστη δυσμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Ενόψει της διαζευκτικής διατύπωσης της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές (άρθρ. 309 ΠΚ), η οποία ως προς τα απαιτούμενα για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης στοιχεία δεν διαφέρει της αντίστοιχης διάταξης του προϊσχύσαντος ΠΚ, είναι απαραίτητο, στην καταδικαστική, για επικίνδυνη σωματική βλάβη, απόφαση, να καθορίζεται ποια από τις ως άνω δύο διακινδυνεύσεις, δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Τούτο δεν στερείται εννόμων συνεπειών, διότι η παραδοχή της μιας ή της άλλης περίπτωσης, αν και στις δύο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικά οδηγεί σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιότητα και η ποινή του θα καθορισθεί βάσει των κατ’ άρθρ. 79 του ΠΚ κριτηρίων (ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1583/2022, ΑΠ 819/2022). Απαιτούμενα στοιχεία, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, είναι, α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρ. 308 του ΠΚ, β) η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ) δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πρόκλησης της σωματικής κάκωσης και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη (ΑΠ 87/2020, ΑΠ 322/2020,ΑΠ 801/2019).
ΙΙ. Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν υπάγει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (ολ ΑΠ 1/2020), ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ` έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ`είδος αναφερομένων σ`αυτήν αποδεικτικών μέσων (“από την ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, συμπεριλαμβανομένων της υπ’αριθ.2868/25.01.2018 ένορκης βεβαίωσης του Δ. Φ. και της υπ’αριθμ….2018 ένορκης βεβαίωσης της Ζ. Τ., που αναγνώσθηκαν και στην πρωτόδικη δίκη, οι οποίες δόθηκαν κατά την υποβολή της εγκλήσεως της κατηγορουμένης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.4 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, όπως ρητά αναφέρεται σε αυτές και συνιστούν έγγραφα των οποίων γίνεται ανάγνωση στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 362 ΚΠΔ…απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου…”), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης:
“Ο κατηγορούμενος διατηρούσε από τον Μάρτιο του 2016 συναισθηματικό δεσμό με την εγκαλούσα-παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας Α. Ζ.. Μετά το καλοκαίρι του 2017 διαταράχθηκαν οι σχέσεις τους, πλην όμως εξακολούθησαν να έχουν επαφές έως τα τέλη του 2017, οπότε ο δεσμός τους διακόπηκε οριστικά. Στις 28/10/2017, περί ώρα 03:00 π.μ,., η εγκαλούσα διασκέδαζε σε νυχτερινό μαγαζί με φιλικό της πρόσωπο και κατόπιν συνεννόησής της με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος τη συνάντησε εκεί όπου βρισκόταν, προκειμένου να μεταβούν και να διανυκτερεύσουν στην οικία του. Αφότου έφτασαν στην οικία του στην οδό …, περιοχή Γκύζη, ο κατηγορούμενος ζήτησε επιτακτικά από την εγκαλούσα να ελέγξει το κινητό της τηλέφωνο. Η κατηγορούμενη του παρέδωσε το κινητό της και όταν εκείνος διάβασε μηνύματα τρίτου ανδρικού προσώπου, αισθάνθηκε ζήλια και τη χτύπησε επανειλημμένα με μπουνιές στο πρόσωπο, ενώ στη συνέχεια την ακολούθησε στο μπάνιο και την κλώτσησε επανειλημμένα στα πόδια. Το βράδυ εκείνο η παθούσα παρέμεινε στην οικία του κατηγορουμένου και την επόμενη ημέρα μετέβησαν μαζί αρχικά στη δική της οικία, όπου συνάντησαν τον πατέρα της, ενώ ακολούθως εξετάστηκε σε δημόσιο νοσοκομείο. Από τις μπουνιές του κατηγορουμένου η εγκαλούσα υπέστη κριγμό των ρινικών οστών και εκχύμωση στο αριστερό αυτί. Εξάλλου, τις επόμενες ημέρες μετά το συμβάν η εγκαλούσα αισθανόταν έντονες ενοχλήσεις στο γόνατο και για τον λόγο αυτόν επισκέφθηκε στις 15/11/2017 ιδιώτη ορθοπεδικό χειρουργό, αναφέροντας ξυλοδαρμό της και παραπονούμενη για άλγος στο δεξί γόνατο και χωλότητα κατά τη βάδιση, ενώ κατόπιν μαγνητικής τομογραφίας, διαπιστώθηκε ότι από τις κλωτσιές του είχε υποστεί οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο και για τον λόγο αυτό της συνεστήθησαν φυσιοθεραπείες. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι μόνο τη χαστούκισε και ουδέποτε την κλώτσησε στα πόδια και ότι συνακόλουθα τυχόν κάκωση του γονάτου της οφείλεται σε μεταγενέστερο ατύχημά της άσχετο με το επίδικο συμβάν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι κάνένα τέτοιο συμβάν δεν αποδείχθηκε. Το γεγονός εξάλλου ότι η εγκαλούσα δεν επισκέφθηκε άμεσα ορθοπεδικό, αλλά μετά από κάποιες ημέρες, δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, διότι εύλογα ανέμενε την πάροδο κάποιων ημερών θεωρώντας ότι ο πόνος στο γόνατο της θα υποχωρήσει μόνος του και επισκέφθηκε ειδικό ιατρό όταν διαπίστωσε ότι οι ενοχλήσεις της επιμένουν. Παρέπεται από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά ότι στοιχειοθετείται πλήρως, κατά την υποκειμενική και αντικειμενική της υπόσταση, η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που ενείχε κίνδυνο πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, δεδομένης και της πολλαπλότητας και της έντασης των χτυπημάτων που προξένησε στην εγκαλούσα με μπουνιές και κλωτσιές, αλλά και των καίριων σημείων του σώματος της εγκαλούσας που επλήγησαν (κεφάλι/δεξιό πόδι). Ο δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η εγκαλούσα υπέστη όλως ελαφρά και επικουρικά απλή σωματική βλάβη, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, δεν είναι καθεαυτή η προκληθείσα βλάβη, αλλά ο κίνδυνος ζωής ή πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στον παθόντα. Συνακολούθα, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πρώτης αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, με κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης, από την οποία η εγκαλούσα υπέστη κριγμό των ρινικών οστών, εκχύμωση στο αριστερό αυτί και οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο. Πρέπει επίσης να του αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως. Άλλες σωματικές βλάβες από τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο δεν αποδείχθηκαν μετά βεβαιότητας και συνεπώς πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος ως προς αυτές….” Μετά τις σκέψεις αυτές, που περιλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ακολούθησε το εξής κατά πιστή μεταφορά διατακτικό:
“ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ για την Γ1 αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος της εγκαλούσας, από την οποία αυτή υπέστη κριγμό των ρινικών οστών, εκχύμωση στο αριστερό αυτί και οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο και ΑΘΩΟ των λοιπών αναφερομένων στο κατηγορητήριο σωματικών βλαβών και συγκεκριμένα του ότι στην Αθήνα στις 28/10/2017 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματικές κακώσεις με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης στον παθόντα. Συγκεκριμένα, επιτέθηκε με δυνατές γροθιές και κλωτσιές στην εγκαλούσα Α. Ζ. και τη χτύπησε σε διάφορα σημεία του σώματος της, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει προξενώντας της μώλωπες στο πρόσωπο, σπάσιμο στη μύτη και κακώσεις στο δεξί μάτι, αριστερό αυτί και στα πλευρά και οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο. Η πράξη του αυτή από τον τρόπο τελέσεως της, δηλαδή από τη σφοδρότητα και το σημείο καταφοράς των πληγμάτων, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης της παθούσας”.
Τέλος, το Δικαστήριο επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών.
Με τις παραδοχές της αυτές, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την ενοχή ή την αθωότητά του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι: “Συνακολούθα, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πρώτης αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, με κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης, από την οποία η εγκαλούσα υπέστη κριγμό των ρινικών οστών, εκχύμωση στο αριστερό αυτί και οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο… Άλλες σωματικές βλάβες από τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο δεν αποδείχθηκαν μετά βεβαιότητας και συνεπώς πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος ως προς αυτές….”, αμέσως παρακάτω στο διατακτικό της αναφέρει επί λέξει τα εξής: “ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ΕΝΟΧΟ με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ για την Γ1 αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος της εγκαλούσας, από την οποία αυτή υπέστη κριγμό των ρινικών οστών, εκχύμωση στο αριστερό αυτί και οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο και ΑΘΩΟ των λοιπών αναφερομένων στο κατηγορητήριο σωματικών βλαβών και συγκεκριμένα του ότι στην Αθήνα στις 28/10/2017 με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματικές κακώσεις με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης στον παθόντα. Συγκεκριμένα, επιτέθηκε με δυνατές γροθιές και κλωτσιές στην εγκαλούσα Α. Ζ. και τη χτύπησε σε διάφορα σημεία του σώματος της, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει προξενώντας της μώλωπες στο πρόσωπο, σπάσιμο στη μύτη και κακώσεις στο δεξί μάτι, αριστερό αυτί και στα πλευρά και οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο. Η πράξη του αυτή από τον τρόπο τελέσεως της, δηλαδή από τη σφοδρότητα και το σημείο καταφοράς των πληγμάτων, μπορούσε να προκαλέσει κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης της παθούσας”. Έτσι, όμως, δεν καθίσταται σαφές αν ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος ή αθώος της αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ σε βάρος της εγκαλούσας, αφού για τις ίδιες σωματικές κακώσεις, ήτοι για κριγμό των ρινικών οστών, για εκχύμωση στο αριστερό αυτί και για το οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο κηρύχθηκε όλως αντιφατικώς, ταυτόχρονα αθώος και ένοχος, με επακόλουθο την ασάφεια της αιτιολογίας της απόφασης και το ανέφικτο του αναιρετικού ελέγχου της συνδρομής της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ως άνω αξιόποινης πράξης και συνακόλουθα, της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ, που την προβλέπουν. Με τον τρόπο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση με τις πιο πάνω αντιφατικές παραδοχές της στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλει το άρθρο 93 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, ως προς κρίση της περί της ενοχής ή περί της αθωότητας του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, παραβιάζοντας έτσι, εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 308 και 309 του ΠΚ.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης (υπό στοιχεία
ΙΙΙ.Α) από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ’ του ΚΠΔ για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας και από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε’ για εκ πλαγίου παράβαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης, υπό αμφότερα τα σκέλη του, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος και κατ’ ουσία, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο.
Ένα μέλος της συνθέσεως, ήτοι η αρεοπαγίτης-εισηγήτρια Ευαγγελία Γιακουμάτου είχε την εξής άποψη :
“Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 308-309 ΠΚ προκύπτει ότι, το αδίκημα της σωματικής βλάβης, που θεσμοθετείται για να προστατευθεί η σωματική ακεραιότητα του ανθρώπου, είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, η αντικειμενική υπόσταση του οποίου περιλαμβάνει όχι μόνο ορισμένη ενέργεια, αλλά και ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται, είτε στην πρόκληση σωματικής κάκωσης, είτε στην πρόκληση βλάβης της υγείας του παθόντος. Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, απαιτούμενα στοιχεία είναι : α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρ. 308 του ΠΚ, δηλαδή σωματική κάκωση ή βλάβη υγείας. Σωματική κάκωση συνιστούν κατ’ αρχήν τα τραύματα (ήτοι εκδορές, εκχυμώσεις, κατάγματα, θλάσεις, εγκαύματα, οιδήματα, μώλωπες, ρήξεις εσωτερικών οργάνων, ακρωτηριασμός, διάτρηση, τύφλωση κλπ), που μεταβάλλουν την ύλη του σώματος, ακόμη δε και ένα ράπισμα, εφόσον προκάλεσε μεταβολή (απώλεια ή αλλοίωση) της ύλης του σώματος. Βλάβη δε υγείας (που δεν συνιστά συγχρόνως και σωματική κάκωση, επειδή επηρεάστηκε η ύλη του σώματος), είναι η πρόκληση δυσλειτουργίας του οργανισμού, μόνιμη ή προσωρινή (όχι στιγμιαία), που απαιτεί έκτακτη διαδικασία αποκατάστασης, επειδή επηρεάστηκε είτε η λειτουργία κάποιου οργάνου είτε η ψυχική υγεία του θύματος. Η σωματική κάκωση μπορεί να είναι ταυτόχρονα και βλάβη της υγείας χωρίς να είναι τούτο απαραίτητο. Αλλά και η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς σωματική κάκωση, καθώς επίσης μπορεί να επέλθει η καθεμία χωριστά ή να είναι η μία συνέπεια της άλλης και δεν δημιουργείται αντίφαση από τη σωρευτική παραδοχή σωματικής κάκωσης και βλάβης της υγείας. (ΑΠ 586/2020). β) αιτιώδης σύνδεσμος, σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, δηλαδή η πράξη της προσβολής του δράστη πρέπει να προκάλεσε αιτιωδώς τη σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του θύματος, γ) η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και δ) δόλος, ακόμη και ενδεχόμενος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση πρόκλησης της σωματικής κάκωσης και των περιστάσεων από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη (ΑΠ 87/2020, ΑΠ 322/2020).
ΙΙ. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν υπάγει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (ολ ΑΠ 1/2020).
Με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε περί την εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 308-309 ΠΚ, αφού υπήγαγε στη σωματική κάκωση, την οποία προβλέπουν τα ως άνω άρθρα, τον κριγμό (το γνωστό “κρακ” των αρθρώσεων) των ρινικών οστών, που προκλήθηκε στην εγκαλούσα- θύμα από την πράξη προσβολής (“μπουνιές”) του κατηγορουμένου-δράστη, ο οποίος (κριγμός), όμως, από μόνος του, χωρίς, δηλαδή, προηγούμενο τραυματισμό της μύτης, του οποίου αποτελεί σύμπτωμα, δεν συνιστά σωματική κάκωση, με την έννοια που αναφέρεται στη νομική σκέψη υπό στοιχείο Ι, αφού ο εν λόγω κριγμός των ρινικών οστών, χωρίς προηγούμενο τραυματισμό της μύτης, δεν προκαλεί μεταβολή (απώλεια ή αλλοίωση) της ύλης του σώματος. Ούτε, άλλωστε, συνιστά βλάβη υγείας, με την πιο προαναφερόμενη στην παρ.Ι έννοια, αφού ο κριγμός ρινικών οστών χωρίς προηγούμενο τραυματισμό της μύτης, δεν προκαλεί δυσλειτουργία του οργανισμού, μόνιμη ή προσωρινή, που απαιτεί έκτακτη διαδικασία αποκατάστασης, επειδή επηρεάστηκε είτε η λειτουργία κάποιου οργάνου είτε η ψυχική υγεία του θύματος.
Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται, ως προς τον εν λόγω κριγμό των ρινικών οστών, η αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης και δη επικίνδυνης, ως εκ του τρόπου τέλεσής της, για το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, λαμβανομένου υπόψη του ότι τον αθώωσε για τον τραυματισμό της μύτης (σπάσιμο μύτης) και ως εκ τούτου, παραβίασε τις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Ε τρίτος (
ΙΙΙ υπό στοιχείο Β) λόγος αναίρεσης, με την έννοια της ευθείας παράβασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης έπρεπε να γίνει δεκτός και έπρεπε να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει δε του ότι, κατά τα άνω, δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης, καθόσον αφορά τον κριγμό των ρινικών οστών, έπρεπε να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο του Αρείου Πάγου και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος, ως προς την εν λόγω σωματική βλάβη, κατ’εφαρμογή του άρθρου 518 παρ.2 του ΚΠΔ, χωρίς να συντρέχει λόγος παραπομπής της υπόθεσης στο Δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, αφού, αφενός μεν, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, επειδή, δηλαδή, αυτός με την πράξη προσβολής (“την κλώτσησε επανειλημμένα στα πόδια”), που τέλεσε στην Αθήνα στις 28.10.2017, σε βάρος της εγκαλούσας Α. Ζ. της προκάλεσε οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο και εκχύμωση στο αριστερό αυτί, αφετέρου δε, και ταυτοχρόνως τον αθώωσε για την ίδια ακριβώς αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, επειδή, δηλαδή, αυτός με την πράξη προσβολής (“την κλώτσησε επανειλημμένα στα πόδια”), που τέλεσε στην Αθήνα στις 28.10.2017, σε βάρος της εγκαλούσας Α. Ζ. της προκάλεσε οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο και κάκωση, (στην έννοια της οποίας {κάκωσης}, περιλαμβάνεται και η εκχύμωση) στο αριστερό αυτί, προκαλώντας έτσι, ασάφειες και αντιφάσεις και συνακόλουθα, αποστερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στ.Ε τρίτος (
ΙΙΙ υπό στοιχείο Α) λόγος αναίρεσης, με την έννοια της εκ πλαγίου παράβασης ουσιαστικής ποινικής διάταξης έπρεπε να γίνει δεκτός και έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το καταδικαστικό μόνο μέρος της. Και τούτο διότι, με την υπό κρίση αναίρεση του κατηγορουμένου προσβλήθηκε μόνο η καταδικαστική διάταξη της ως άνω απόφασης, αφού μόνο αυτήν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλλει ο κατηγορούμενος (άρθρο 464 ΚΠΔ) και ως εκ τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μεταβιβάστηκε μόνο το καταδικαστικό μέρος της απόφασης (468 ΚΠΔ), στο οποίο και αναφέρονται οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. Εν όψει τούτων, είτε η ως άνω αθωωτική διάταξη της απόφασης έχει καταστεί αμετάκλητη, επειδή δεν άσκησε αναίρεση ο Εισαγγελέας, είτε δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, δεν υπάρχει αντικείμενο περαιτέρω έρευνας από το Δικαστήριο της ουσίας για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, επειδή, δηλαδή, με την πράξη, προσβολής (“την κλώτσησε επανειλημμένα στα πόδια”), που τέλεσε ο αναιρεσείων στην Αθήνα στις 28.10.2017, σε βάρος της εγκαλούσας Α. Ζ. της προκάλεσε οστικό οίδημα στο δεξί γόνατο και εκχύμωση στο αριστερό αυτί, αφού για την αξιόποινη αυτή πράξη έχει ήδη αθωωθεί ο αναιρεσείων, με συνέπεια, αν μεν η αθωωτική διάταξη έχει καταστεί αμετάκλητη, τυχόν αντίθετη καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής, ως προς την ως άνω πράξη, θα παραβίαζε το εκ της αθωωτικής δεδικασμένο, αν δε, δεν έχει καταστεί αμετάκλητη η αθωωτική διάταξη το Δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του αναιρεσείοντος και να εκδώσει καταδικαστική απόφαση για την πιο πάνω πράξη, σύμφωνα με τη γενική αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, που καθιερώνει το άρθρο 470 του ΚΠΔ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 524 παρ.2 του ΚΠΔ. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας, αλλά έπρεπε να γίνει δεκτή η αναίρεση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο του Αρείου Πάγου και να απαλειφθεί η σχετική καταδικαστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης και συνακόλουθα, η διάταξη της περί της ποινής και περί αναστολής εκτέλεσής της”.
Κατ’ακολουθίαν των όσων κατά τα ανωτέρω υποστηρίζει η πλειοψηφία του Δικαστηρίου πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστήριο εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την ΖΤ2919/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο αυτό δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών), συγκείμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
