ΕΔΔΑ: Η υπερβολική βία κατά τη σύλληψη και η μη εξέταση των αστυνομικών παραβίασαν το άρθρο 3

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Σχηματισμός: Τριμελής Επιτροπή του Δευτέρου Τμήματος, άρθρο 28 § 1 στοιχ. β΄ ΕΣΔΑ

Κρίσιμες διατάξεις: Άρθρο 3 ΕΣΔΑ, ουσιαστικό και διαδικαστικό σκέλος, άρθρο 41 ΕΣΔΑ

Αντικείμενο: Σοβαροί τραυματισμοί κατά τη σύλληψη 60χρονης γυναίκας από αστυνομικούς, με δύο κατάγματα, εξάρθρωση του αριστερού ώμου και μόνιμη αναπηρία, και επακόλουθη ποινική έρευνα που περατώθηκε χωρίς προσωπική εξέταση των δύο αστυνομικών οι οποίοι είχαν ασκήσει τη βία

Διατακτικό: Παραβίαση του ουσιαστικού και του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3 ΕΣΔΑ

Δίκαιη ικανοποίηση: 8.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα συνελήφθη στις 5 Μαΐου 2019, ύστερα από άρνησή της να συμμορφωθεί με οδηγίες της τροχαίας και καταδίωξη με αυτοκίνητο. Κατά την ακινητοποίησή της οι αστυνομικοί χρησιμοποίησαν σωματική βία για να την απομακρύνουν από το όχημα και να της περάσουν χειροπέδες. Υπέστη συντριπτικό κάταγμα του αριστερού βραχιονίου, εξάρθρωση του αριστερού ώμου και κάταγμα της δεξιάς ωλένης. Ιατρικός πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι οι κακώσεις προκλήθηκαν από τη χρησιμοποιηθείσα αστυνομική βία, ότι η έντασή της υπερέβαινε το μέτριο επίπεδο και ενδεχομένως έφθανε σε υψηλό επίπεδο, ότι οι κακώσεις δεν μπορούσαν να έχουν προκληθεί με τον τρόπο που περιέγραφε η αστυνομική αναφορά και ότι προέκυψε μόνιμη αναπηρία. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, ακόμη και αν η συμπεριφορά της προσφεύγουσας δικαιολογούσε κάποια χρήση βίας, η έκταση της βίας ήταν υπερβολική και παραβίασε το ουσιαστικό σκέλος του άρθρου 3. Διαπίστωσε επιπλέον διαδικαστική παραβίαση, επειδή οι δύο αστυνομικοί που προκάλεσαν τις κακώσεις δεν εξετάστηκαν προσωπικά και οι ανακριτικές αρχές δεν διερεύνησαν επαρκώς τις ουσιώδεις αντιφάσεις που ανέδειξε η ιατρική πραγματογνωμοσύνη.

Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η Limp δεν εισάγει νέα νομολογιακή αρχή, αλλά αποτελεί χαρακτηριστική εφαρμογή της καλώς εδραιωμένης νομολογίας του άρθρου 3 σε δύο αλληλένδετα πεδία. Πρώτον, επιβεβαιώνει ότι η ανάγκη κάποιας αστυνομικής επέμβασης δεν νομιμοποιεί οποιονδήποτε βαθμό βίας. Η συγκεκριμένη ένταση της βίας πρέπει να είναι αυστηρά αναγκαία σε σχέση με τη συμπεριφορά του συλλαμβανομένου. Δεύτερον, από το σκεπτικό της προκύπτει ότι η εξέταση πολλών μαρτύρων δεν θεραπεύει μια έρευνα όταν δεν εξετάζονται οι ίδιοι οι αστυνομικοί που φέρονται να προκάλεσαν τις κακώσεις, ιδίως όταν αντικειμενικό ιατρικό εύρημα αντιφάσκει ευθέως προς την υπηρεσιακή εκδοχή τους. Η απόφαση έχει ιδιαίτερη πρακτική αξία για εισαγγελείς, ανακριτικές αρχές και δικηγόρους σε υποθέσεις αστυνομικής βίας.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Στις 5 Μαΐου 2019, στο Győr, η προσφεύγουσα, 60 ετών κατά την απόφαση, ενεπλάκη σε καταδίωξη αφού δεν συμμορφώθηκε με αστυνομικό έλεγχο. Κατά την κυβερνητική εκδοχή αρνήθηκε να εξέλθει από το αυτοκίνητό της και συνέχισε να αντιστέκεται, οπότε οι αστυνομικοί έσπασαν παράθυρο, αφαίρεσαν το κλειδί και χρησιμοποίησαν σωματική βία και ακινητοποίηση των χεριών για να την απομακρύνουν και να της περάσουν χειροπέδες. Η ίδια υποστήριξε ότι οι αστυνομικοί κινήθηκαν αμέσως εναντίον της σε κατάσταση οργής, την έσυραν έξω, της έστριψαν τα χέρια, την ακινητοποίησαν μπρούμυτα και ένας αστυνομικός γονάτισε στην πλάτη της. Κατήγγειλε επίσης προσβολές και απειλές.

Στο νοσοκομείο διαπιστώθηκαν κάταγμα του αριστερού βραχιονίου, εξάρθρωση του αριστερού ώμου και κάταγμα της δεξιάς ωλένης. Υποβλήθηκε αυθημερόν σε επέμβαση. Στις 24 Μαΐου 2019 υπέβαλε ποινική καταγγελία. Η πραγματογνωμοσύνη της 2ας Δεκεμβρίου 2019 απέδωσε τις κακώσεις στην αστυνομική βία, έκρινε ότι η ασκηθείσα δύναμη υπερέβαινε το μέτριο επίπεδο και ενδεχομένως έφθανε σε υψηλό επίπεδο, απέρριψε ως ασύμβατη με τις κακώσεις την περιγραφή των χρησιμοποιηθεισών τεχνικών στην αστυνομική αναφορά και διαπίστωσε μόνιμη αναπηρία.

Η έρευνα περατώθηκε στις 1 Οκτωβρίου 2020 με την κρίση ότι δεν μπορούσε να αποδειχθεί πέραν εύλογης αμφιβολίας ευθύνη των αστυνομικών P.H. και T.K. Στις 8 Μαρτίου 2021 απορρίφθηκε η προσφυγή της προσφεύγουσας ενώπιον της Γενικής Εισαγγελίας. Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ κατατέθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 2021. Η προσφεύγουσα επικαλέστηκε τόσο την κακομεταχείριση όσο και την αναποτελεσματικότητα της έρευνας.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3 ΕΣΔΑ: υπερβολική χρήση βίας κατά τη σύλληψη και αναποτελεσματική έρευνα, παραβίαση του ουσιαστικού και του διαδικαστικού σκέλους

Παραδεκτό

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας, ότι η χρήση βίας από τους δύο αστυνομικούς συνιστούσε βασανιστήριο και, τουλάχιστον, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και ότι οι αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές δεν διεξήγαγαν αποτελεσματική έρευνα, δεν ήταν προδήλως αβάσιμες κατά την έννοια του άρθρου 35 § 3 στοιχ. α΄ ΕΣΔΑ ούτε απαράδεκτες για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Τις κήρυξε, συνεπώς, παραδεκτές.

Επί της ουσίας

Ουσιαστικό σκέλος του άρθρου 3

Το Δικαστήριο παρέπεμψε στις γενικές αρχές της Bouyid κατά Βελγίου [GC], §§ 81-90. Δεν αμφισβητήθηκε ότι οι κακώσεις είχαν προκληθεί από τους δύο αστυνομικούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ούτε ότι ήταν σοβαρές. Οι πράξεις τους ήταν καταλογιστέες στο Κράτος.

Τα δύο κατάγματα και η εξάρθρωση υπερέβαιναν αναμφίβολα το ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας που απαιτείται για την εφαρμογή του άρθρου 3. Το Δικαστήριο, ωστόσο, δεν χαρακτήρισε τη μεταχείριση ως βασανιστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκειά της και το πλαίσιο αυξημένης έντασης μέσα στο οποίο ασκήθηκε η βία.

Το κρίσιμο κριτήριο ήταν η αυστηρή αναγκαιότητα της χρησιμοποιηθείσας βίας. Το άρθρο 3 δεν απαγορεύει καθεαυτή τη χρήση βίας από αστυνομικούς κατά τη σύλληψη. Κάθε προσφυγή, όμως, σε σωματική βία η οποία δεν καθίσταται αυστηρά αναγκαία από τη συμπεριφορά του προσώπου μειώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και συνιστά κατ’ αρχήν προσβολή του δικαιώματος του άρθρου 3.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η προσφεύγουσα αντιστεκόταν και ότι η επέμβαση υπήρξε αναγκαία, αναλογική και πραγματοποιήθηκε με τη δέουσα επιμέλεια. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν δόθηκε πειστική εξήγηση ικανή να δικαιολογήσει βαθμό βίας αρκετό ώστε να προκαλέσει κάταγμα. Έλαβε υπόψη ότι η προσφεύγουσα είχε ύψος 162 εκατοστά και βάρος 57 κιλά, ότι ήταν μόνη στο αυτοκίνητο, ότι δύο άνδρες αστυνομικοί την προσέγγισαν αμέσως και ότι στη συνέχεια έφθασαν σταδιακά ακόμη δέκα αστυνομικοί. Υπό τις συνθήκες αυτές οι αστυνομικοί θα έπρεπε να μπορούν να αποκτήσουν τον έλεγχο της κατάστασης χωρίς να της προκαλέσουν τόσο σοβαρές κακώσεις.

«Η Κυβέρνηση δεν προσκόμισε πειστικά επιχειρήματα ικανά να εξηγήσουν ή να δικαιολογήσουν βαθμό βίας τέτοιο ώστε να προκαλέσει κάταγμα» (παρ. 18).

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η ιατρική πραγματογνωμοσύνη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η χρήση βίας ήταν υπερβολική ακόμη και αν η προσφεύγουσα δεν ήταν πρόθυμη να συνεργαστεί. Η διάρκεια και η έκταση της φερόμενης αντίστασης τέθηκαν εν αμφιβόλω από το πραγματογνωμοσυνικό εύρημα ότι, μετά το συντριπτικό κάταγμα του αριστερού βραχιονίου και την εξάρθρωση του ώμου, ήταν σαφώς αδύνατον να αντισταθεί ενεργά με το αριστερό άνω άκρο, είχε περιορισμένη δυνατότητα κίνησης και υπέφερε από σημαντικό πόνο.

Δεδομένου ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε το αντίθετο, το Δικαστήριο κατέληξε ότι, ακόμη και αν η κατάσταση απαιτούσε αντικειμενικά κάποια χρήση βίας, η έκταση στην οποία αυτή ασκήθηκε ήταν υπερβολική. Η βία προκάλεσε σοβαρό πόνο και οδύνη και είχε διαρκείς συνέπειες για την υγεία της προσφεύγουσας, με παραπομπή και στη Necdet Bulut κατά Τουρκίας, §§ 26-27. Διαπιστώθηκε παραβίαση του ουσιαστικού σκέλους του άρθρου 3.

Διαδικαστικό σκέλος του άρθρου 3

Ως προς την υποχρέωση αποτελεσματικής έρευνας, το ΕΔΔΑ παρέπεμψε στη Bouyid, §§ 114-123. Αναγνώρισε ότι κινήθηκε ποινική έρευνα και εξετάστηκαν η προσφεύγουσα και αρκετοί από τους αστυνομικούς που ήταν παρόντες. Οι δύο αστυνομικοί P.H. και T.K., όμως, οι οποίοι είχαν προκαλέσει τις κακώσεις, δεν εξετάστηκαν προσωπικά. Ως προς τον P.H., η εισαγγελική αρχή περιορίστηκε στην υπηρεσιακή αναφορά που εκείνος είχε συντάξει.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι δύο αστυνομικοί δεν μπορούσαν να εξεταστούν ως μάρτυρες λόγω του κινδύνου αυτοενοχοποίησης ούτε ως ύποπτοι ελλείψει βάσιμης υποψίας τέλεσης εγκλήματος. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι είχε ήδη απορρίψει την πρακτική αυτή στις Kmetty, Nagy, Csúcs και R.B. κατά Ουγγαρίας, επειδή στερούσε από τους προσφεύγοντες οποιαδήποτε δυνατότητα να αμφισβητήσουν την εκδοχή των φερόμενων δραστών. Η προσωπική εξέταση των δύο αστυνομικών και η ενδεχόμενη αντιπαράθεσή τους με την προσφεύγουσα θα μπορούσαν να συμβάλουν ουσιωδώς στη διαλεύκανση των γεγονότων.

Η παράλειψη αποκτούσε ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η ιατρική πραγματογνωμοσύνη είχε διαπιστώσει ότι η χρήση βίας η οποία προκάλεσε τη μόνιμη αναπηρία δεν μπορούσε να έχει πραγματοποιηθεί με τον τρόπο που περιέγραφε η αστυνομική αναφορά. Παρά την ουσιώδη αυτή αντίφαση, οι ανακριτικές αρχές δεν επιχείρησαν να διαλευκάνουν περαιτέρω τις περιστάσεις της χρήσης βίας. Η έρευνα κρίθηκε ανεπαρκής και διαπιστώθηκε παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3.

ΔΙΑΤΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ

Το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή και διαπίστωσε παραβίαση τόσο του ουσιαστικού όσο και του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3 ΕΣΔΑ. Η προσφεύγουσα είχε ζητήσει 25.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 5.250 ευρώ για έξοδα και δαπάνες. Της επιδικάστηκαν 8.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 3.500 ευρώ για έξοδα και δαπάνες, πλέον τυχόν επιβαλλόμενων φόρων. Το υπόλοιπο αίτημα δίκαιης ικανοποίησης απορρίφθηκε.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (KEY PASSAGE)

«Δεδομένου ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε το αντίθετο, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η κατάσταση απαιτούσε αντικειμενικά τη χρήση βίας, η έκταση στην οποία αυτή ασκήθηκε ήταν υπερβολική. Η χρήση αυτή της βίας όχι μόνον προκάλεσε σοβαρό πόνο και οδύνη, αλλά είχε και διαρκείς συνέπειες για την υγεία της προσφεύγουσας» (παρ. 21).

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η ισχυρότερη πλευρά της Limp είναι ότι συνδέει με ιδιαίτερη σαφήνεια την απαίτηση αυστηρής αναγκαιότητας της αστυνομικής βίας με τα αντικειμενικά ιατρικά ευρήματα και, στο διαδικαστικό σκέλος, αρνείται να θεωρήσει τις υπηρεσιακές αναφορές επαρκές υποκατάστατο της προσωπικής εξέτασης των άμεσα εμπλεκομένων αστυνομικών. Ασθενέστερο σημείο είναι η εξαιρετικά συνοπτική αιτιολογία με την οποία αποκλείστηκε ο χαρακτηρισμός της μεταχείρισης ως βασανιστηρίου, παρά τα δύο κατάγματα, την εξάρθρωση και τη μόνιμη αναπηρία.

Πρώτον. Η νομιμότητα της αστυνομικής επέμβασης δεν αρκεί, η συγκεκριμένη ένταση της βίας πρέπει να είναι αυστηρά αναγκαία από τη συμπεριφορά του συλλαμβανομένου. Το ουσιαστικό ερώτημα της Limp δεν είναι αν η αστυνομία είχε γενικώς δικαίωμα να χρησιμοποιήσει καταναγκασμό, αλλά αν η βία που πράγματι χρησιμοποιήθηκε ήταν αυστηρά αναγκαία. Ακόμη και αν η προσφεύγουσα είχε απομακρυνθεί από προηγούμενο αστυνομικό έλεγχο, αρνήθηκε να εξέλθει από το αυτοκίνητο και αντιστάθηκε, αυτά τα περιστατικά δεν δικαιολογούν αυτομάτως δύναμη τέτοιας έντασης ώστε να προκαλέσει δύο κατάγματα. Η απόφαση εφαρμόζει έτσι την αρχή της Bouyid σε ένα πλαίσιο στο οποίο η ανάγκη κάποιας αστυνομικής επέμβασης μπορούσε να γίνει δεκτή, όχι όμως και η συγκεκριμένη έντασή της.

Πηγή: ΕΔΔΑ, Limp v. Hungary, §§ 17-22, Bouyid v. Belgium [GC], §§ 88 και 100.

Δεύτερον. Όταν είναι αδιαμφισβήτητο ότι σοβαρές κακώσεις προκλήθηκαν από κρατικούς υπαλλήλους, το Κράτος πρέπει να παράσχει πειστική δικαιολόγηση για τον βαθμό της χρησιμοποιηθείσας βίας. Η υπόθεση δεν στηρίχθηκε απλώς στην αντιπαράθεση δύο προφορικών εκδοχών. Ήταν αδιαμφισβήτητο ότι οι κακώσεις προκλήθηκαν από τους αστυνομικούς και ότι ήταν σοβαρές. Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο απαίτησε πειστική εξήγηση για το πώς μια γυναίκα μικρής σωματικής διάπλασης, αντιμέτωπη αρχικώς με δύο άνδρες αστυνομικούς και στη συνέχεια με μεγαλύτερο αριθμό αστυνομικών, υποβλήθηκε σε δύναμη ικανή να προκαλέσει κατάγματα. Η κρίση δεν σημαίνει ότι κάθε τραυματισμός κατά τη σύλληψη συνιστά παραβίαση. Απαιτεί, όμως, η δικαιολόγηση της βίας να αντιστοιχεί στη σοβαρότητα του αποτελέσματος και στις πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες.

Πηγή: ΕΔΔΑ, Limp v. Hungary, §§ 14-21.

Τρίτον. Η ιατρική πραγματογνωμοσύνη λειτουργεί ως αντικειμενικό αποδεικτικό αντίβαρο στην υπηρεσιακή αστυνομική αφήγηση. Η πραγματογνωμοσύνη δεν περιορίστηκε στην καταγραφή των τραυματισμών. Αμφισβήτησε τη μηχανική περιγραφή της επέμβασης, έκρινε ότι, αν οι δηλωθείσες τεχνικές είχαν χρησιμοποιηθεί όπως περιγράφηκαν, οι κακώσεις θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, προσδιόρισε την ασκηθείσα δύναμη ως υπερβαίνουσα το μέτριο επίπεδο και ενδεχομένως φθάνουσα σε υψηλό επίπεδο και διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να εξακολουθεί να αντιστέκεται ενεργά με το τραυματισμένο αριστερό άκρο. Όταν αντικειμενική ιατρική απόδειξη αντιφάσκει προς την υπηρεσιακή αναφορά, η αντίφαση απαιτεί ουσιαστική διερεύνηση.

Πηγή: ΕΔΔΑ, Limp v. Hungary, §§ 9, 20 και 25.

Τέταρτον. Το άρθρο 3 δεν επιτρέπει μια δικονομική νεκρή ζώνη στην οποία ο φερόμενος ως δράστης αστυνομικός δεν εξετάζεται ούτε ως μάρτυρας ούτε ως ύποπτος. Η ιδιαίτερη διαδικαστική σημασία της απόφασης βρίσκεται στην απόρριψη της πρακτικής κατά την οποία ο κίνδυνος αυτοενοχοποίησης αποκλείει την εξέταση ως μάρτυρα, ενώ η έλλειψη βάσιμης υποψίας αποκλείει συγχρόνως την εξέταση ως υπόπτου. Η λογική αυτή, την οποία το Δικαστήριο έχει χαρακτηρίσει σε προηγούμενες ουγγρικές υποθέσεις ουσιαστικά κυκλική, μπορεί να αφήσει ακριβώς το πρόσωπο του οποίου η συμπεριφορά βρίσκεται στο κέντρο της έρευνας εκτός προσωπικής εξέτασης. Η εξέταση άλλων αστυνομικών δεν θεραπεύει κατ’ ανάγκην την παράλειψη, όταν οι ίδιοι οι άμεσα εμπλεκόμενοι δεν έχουν εξεταστεί και κρίσιμες αντιφάσεις παραμένουν ανεπίλυτες.

Πηγή: ΕΔΔΑ, Limp v. Hungary, §§ 23-26, Kmetty v. Hungary, §§ 41-42, Nagy v. Hungary, § 36, Csúcs v. Hungary, § 30, R.B. v. Hungary, § 15, Borbála Kiss v. Hungary, § 37.

Πέμπτον. Η απόφαση προσδιορίζει τα όρια της ευρωπαϊκής κρίσης χωρίς να αποφαίνεται για ατομική ποινική ευθύνη, ενώ αφήνει ανοιχτή συζήτηση ως προς τον ειδικότερο χαρακτηρισμό της κακομεταχείρισης. Το ΕΔΔΑ δεν προσδιόρισε ποιος αστυνομικός προκάλεσε κάθε κάκωση ούτε με ποια συγκεκριμένη πράξη και δεν υποκατέστησε τα εθνικά όργανα ως προς την ατομική ποινική ευθύνη. Διαπίστωσε ότι το Κράτος δεν δικαιολόγησε τον βαθμό της βίας και ότι η έρευνα δεν ήταν επαρκής για να επιλύσει τις κρίσιμες αντιφάσεις. Παράλληλα, ο αποκλεισμός του χαρακτηρισμού ως βασανιστηρίου αιτιολογείται σε μία σύντομη παράγραφο με αναφορά κυρίως στη διάρκεια της μεταχείρισης και στο πλαίσιο αυξημένης έντασης. Η απόφαση δεν αναπτύσσει περαιτέρω τα κριτήρια διάκρισης του βασανιστηρίου από τις λοιπές μορφές κακομεταχείρισης. Η παραβίαση του άρθρου 3, πάντως, παραμένει σαφής ανεξαρτήτως του ειδικότερου χαρακτηρισμού.

Πηγή: ΕΔΔΑ, Limp v. Hungary, §§ 16, 21, 22 και 26.

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ

Α) Bouyid κατά Βελγίου [GC]: Η υπόθεση αφορούσε ραπίσματα που δέχθηκαν σε διαφορετικά περιστατικά δύο αδελφοί από αστυνομικούς ενώ βρίσκονταν υπό αστυνομικό έλεγχο, ο ένας εκ των οποίων ήταν 17 ετών. Η Ευρεία Σύνθεση διατύπωσε την αρχή ότι η σωματική βία που δεν καθίσταται αυστηρά αναγκαία από τη συμπεριφορά του προσώπου μειώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και συνιστά κατ’ αρχήν παραβίαση του άρθρου 3. Η Limp χρησιμοποιεί τη Bouyid τόσο για το ουσιαστικό όσο και για το διαδικαστικό σκέλος.

Πηγή: HUDOC, Bouyid v. Belgium [GC], no. 23380/09, 28.09.2015, §§ 81-90, 88, 100 και 114-123.

Β) Necdet Bulut κατά Τουρκίας: Η Limp παραπέμπει στην υπόθεση κατά την αξιολόγηση της υπερβολικής βίας που προκάλεσε σοβαρό πόνο, οδύνη και συνέπειες για την υγεία. Η αναφορά επιβεβαιώνει ότι ακόμη και όταν κάποια φυσική δύναμη μπορεί να δικαιολογείται από την κατάσταση, η έκτασή της παραμένει αυτοτελώς ελεγκτέα υπό το άρθρο 3.

Πηγή: HUDOC, Necdet Bulut v. Turkey, no. 77092/01, 20.11.2007, §§ 26-27.

Γ) Kmetty κατά Ουγγαρίας: Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 λόγω ανεπαρκούς έρευνας καταγγελιών αστυνομικής κακομεταχείρισης. Στις §§ 41-42 επισήμανε ότι αντιπαράθεση μεταξύ των υπόπτων και του προσφεύγοντος θα μπορούσε να συμβάλει στη διαλεύκανση και ότι η μη πραγματική εξέταση των φερόμενων δραστών στέρησε από τον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την εκδοχή τους. Η Limp την επικαλείται mutatis mutandis, επειδή η βασική δικονομική αρχή είναι ίδια, μολονότι στην Kmetty δεν είχε προβληθεί με την ίδια μορφή το μεταγενέστερο επιχείρημα περί αυτοενοχοποίησης.

Πηγή: HUDOC, Kmetty v. Hungary, no. 57967/00, 16.12.2003, §§ 41-42.

Δ) Borbála Kiss κατά Ουγγαρίας: Αφορούσε Ρομά γυναίκα που υπέστη αστυνομική βία κατά τη διάλυση οικογενειακής συγκέντρωσης, όπου χρησιμοποιήθηκαν γκλομπ και σπρέι πιπεριού. Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση τόσο του ουσιαστικού όσο και του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3. Στη Limp η απόφαση παρατίθεται ειδικά για τη θέση ότι η προσωπική εξέταση των αστυνομικών και η ενδεχόμενη αντιπαράθεσή τους με τον καταγγέλλοντα μπορούν να συμβάλουν στη διαλεύκανση των γεγονότων.

Πηγή: HUDOC, Borbála Kiss v. Hungary, no. 59214/11, 26.06.2012, § 37.

Ε) Nagy κατά Ουγγαρίας [Committee]: Η Nagy αποτελεί άμεσο προηγούμενο για την απόρριψη του επιχειρήματος ότι ο εμπλεκόμενος αστυνομικός δεν μπορούσε να εξεταστεί ως μάρτυρας λόγω κινδύνου αυτοενοχοποίησης ούτε ως ύποπτος ελλείψει βάσιμης υποψίας. Το Δικαστήριο χαρακτήρισε τη συλλογιστική αυτή ουσιαστικά κυκλική και έκρινε ότι η μη εξέταση και αντιπαράθεση του αστυνομικού ήταν ασύμβατη με την υποχρέωση επαρκούς διερεύνησης.

Πηγή: HUDOC, Nagy v. Hungary [Committee], no. 43441/15, 26.05.2020, § 36.

ΣΤ) Csúcs κατά Ουγγαρίας [Committee]: Η υπόθεση εντάσσεται στην ίδια ουγγρική νομολογιακή γραμμή. Οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί δεν εξετάστηκαν και η Κυβέρνηση επικαλέστηκε εκ νέου τον κίνδυνο αυτοενοχοποίησης και την απουσία βάσιμης υποψίας. Το ΕΔΔΑ απέρριψε το επιχείρημα ως κυκλικό, επειδή εμπόδιζε τον προσφεύγοντα να αμφισβητήσει την εκδοχή των φερόμενων δραστών.

Πηγή: HUDOC, Csúcs v. Hungary [Committee], no. 75260/17, 15.04.2021, § 30.

Ζ) R.B. κατά Ουγγαρίας [Committee]: Αποτελεί ιδιαίτερα κοντινό πραγματικό προηγούμενο. Αφορούσε γυναίκα με ψυχιατρική πάθηση, στην κατοικία της οποίας επενέβησαν αστυνομικοί μετά από κλήση ασθενοφόρου. Κατά την ακινητοποίησή της το χέρι της έσπασε. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβιάσεις και του ουσιαστικού και του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 3. Στο διαδικαστικό επίπεδο εντάσσεται στην ίδια γραμμή των Nagy και Csúcs ως προς τη μη προσωπική εξέταση των εμπλεκομένων αστυνομικών. (

Πηγή: HUDOC, R.B. v. Hungary [Committee], no. 48444/18, 19.01.2023, §§ 15-16.

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΝΤΑ

  1. Η αποδεικτική στρατηγική πρέπει να επικεντρώνεται όχι μόνο στο αν χρησιμοποιήθηκε βία, αλλά στο αν η συγκεκριμένη έντασή της ήταν αυστηρά αναγκαία.Η νομιμότητα της σύλληψης ή η προηγούμενη απείθεια δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν κάθε επακόλουθο τραυματισμό. Όταν είναι αδιαμφισβήτητο ότι σοβαρές κακώσεις προκλήθηκαν από αστυνομικούς, το Κράτος οφείλει να παράσχει πειστική εξήγηση για τον βαθμό της χρησιμοποιηθείσας βίας.
  2. Η άμεση ιατρική τεκμηρίωση και η πραγματογνωμοσύνη μπορούν να είναι καθοριστικές.Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα ευρήματα για τον μηχανισμό της κάκωσης, την ένταση της απαιτούμενης δύναμης και τη συμβατότητα των τραυμάτων με τις δηλωθείσες αστυνομικές τεχνικές. Ως πρακτικός σχολιασμός του συντάκτη, χρήσιμο είναι να τίθενται στον πραγματογνώμονα και τα ερωτήματα αν ο τραυματισμένος μπορούσε να συνεχίσει να αντιστέκεται μετά την κάκωση και αν δηλώσεις που του αποδίδονται, όπως ότι δεν αισθανόταν πόνο, είναι ιατρικά συμβατές με τα αντικειμενικά ευρήματα.
  3. Στο διαδικαστικό σκέλος πρέπει να εντοπίζονται συγκεκριμένα τα κρίσιμα ανακριτικά μέτρα που παραλείφθηκαν.Η μη προσωπική εξέταση των εμπλεκομένων αστυνομικών, η απουσία αντιπαράθεσης όταν αυτή θα μπορούσε να διαλευκάνει ουσιώδεις αντιφάσεις και η μη διερεύνηση της ασυμβατότητας μεταξύ αστυνομικής αναφοράς και πραγματογνωμοσύνης συγκροτούν πολύ ισχυρότερη επιχειρηματολογία από μια γενική επίκληση «ανεπαρκούς έρευνας».

To Top