ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 536/2025 Επαρκής η αιτιολογία για την απλή συνέργεια σε ανθρωποκτονία – Ο δόλος του συνεργού προκύπτει από τη συνδρομή του στον αυτουργό

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο – Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου, Παναγιώτη Λυμπερόπουλο και Ελένη Θεοδωρακοπούλου – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Μασούρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Α. Λ. του Ν., κατοίκου Μαγούλας Αττικής και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μουζακίτη, για αναίρεση της αποφάσεως 121/2024 του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Δ. Β. του Σ. και 2.Α. Ν. του Ι., κατοίκων Νίκαιας Αττικής, που δεν εμφανίστηκαν.
Το Πενταμελές Εφετείου Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28-3-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 394/24.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28-3-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 121/2024 απόφασης του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 11-3-2024 και με την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων σε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών, για τις αξιόποινες πράξεις α) της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία από πρόθεση και β) της απλής συνέργειας σε ληστεία, έχει ασκηθεί, με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-3-2024, συνταχθείσας της υπ’ αριθ. 103/2024 έκθεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα. Περιέχει δε ορισμένο και παραδεκτό λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 3, 474 ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ερήμην των παρισταμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας Δ. Β. και Α. …, οι οποίοι όπως προκύπτει από τα από 19-4-2024 αποδεικτικά επιδόσεως του Β. Θ., Αστυφύλακα, που υπηρετεί στο ΑΤ Νίκαιας καθώς και τα από 19-4-2024 αποδεικτικά επίδοσης της Α. Σ., Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του ΑΠ, στον αντίκλητο δικηγόρο αυτών Δ. Ζ., κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν δια συνηγόρου στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο 1-10-2024, οπότε η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. υπ’ αριθ. 1150/2024 αναβλητική απόφαση του ΑΠ ).
Στη διάταξη του άρθρου 299 ΠΚ, όπως ίσχυσε μετά την τροποποίησή του με το ν. 4619/2019 και πριν τροποποιηθεί με τον ν. 4855/2021, που ως ευμενέστερο τυγχάνει εν προκειμένου εφαρμογής και τιτλοφορείται ως ανθρωποκτονία με δόλο ορίζονται τα ακόλουθα: 1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη”. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με δόλο απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος. Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει ως δυνατό το άνω εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται. Ο δόλος ενδεικτικά, διαγιγνώσκεται από τις προηγούμενες σχέσεις δράστη – θύματος, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση, την κατεύθυνση ή τον αριθμό του πλήγματος ή των πληγμάτων, την απόσταση δράστη και θύματος, την μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (ΑΠ 469/2024). Κατά τη διάταξη του άρθρου 380 παρ.1 εδ. α` και β` του προϊσχύσαντος ΠΚ: “όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα ή το εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη. Η τέλεση της πράξης του προηγούμενου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση”. Με την όμοια, ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (από την οποία, όμως, απαλείφθηκε η επιβαρυντική περίσταση “της τέλεσης της πράξης με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών”), ο δράστης ληστείας τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή και είναι, ως εκ τούτου, επιεικέστερη, αφού το μεν απαλείφθηκε η άνω επιβαρυντική περίσταση, το δε, το ανώτατο ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής, είναι, κατ` άρθρο 52 του ισχύοντος ΠΚ, τα 15 έτη, ενώ με την προηγούμενη ταυτάριθμη διάταξη, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, ήταν 20 έτη. Από το προαναφερόμενο άρθρο 380 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ληστείας, με την οποία προσβάλλεται, τόσο η προσωπική ελευθερία, όσο και η ατομική ιδιοκτησία, απαιτείται η άσκηση παράνομης βίας κατά προσώπου ή η εκδήλωση απειλών κατ` αυτού, που μπορούν να κάμψουν την αντίστασή του, ενωμένων με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία του και η ταυτόχρονη αφαίρεση με τη βία από την κατοχή εκείνου ξένου (ολικό ή μερικά) κινητού πράγματος ή ο εξαναγκασμός του προσώπου σε παράδοση του πράγματος, για να το ιδιοποιηθεί παράνομα ο δράστης. Είναι έγκλημα σύνθετο, αποτελούμενο από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής και της παράνομης βίας, η οποία, ως μέσον, άγει στην ικανοποίηση του σκοπού (ΑΠ 982/2023 , ΑΠ 98/2022). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που έχει τον υπότιτλο “απλός συνεργός”, η οποία δεν διαφέρει της διάταξης του άρθρου 47 εδ. α` του νέου ΠΚ, “1.Όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού, όπως αναφέρθηκε, δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική, πρέπει δε να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξης καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ` οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξης ή την παροχή υπόσχεσης για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τελέσει ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη (ΑΠ 38/2022). Ο δόλος του συνεργού, έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη, καθώς και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης – συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη. Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (ΑΠ 609/2024, ΑΠ 455/2022, ΑΠ 678/2020). Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 5 του ν. 5090/2024 , αντικαταστάθηκε το ως άνω άρθρο 47 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ ως εξής: “Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 46, με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού. Αν εκτός της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου, παρέχει με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)”. Με την τροποποίηση αυτή κατέστη σαφής και επανήλθε στη νομοθετική ρύθμιση η διάκριση ανάμεσα στις δύο μορφές συνέργειας [άμεση και απλή], χωρίς να μεταβληθεί η ποινική μεταχείριση του συνεργού, ο οποίος ως άμεσος τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού ενώ ως απλός με μειωμένη ποινή (ΑΠ 1044/2024). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ” αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ` επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του (Ολ,ΑΠ 3/2012). Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα (ΑΠ 486/2020, ΑΠ 101/2022, ΑΠ 796/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Α’ Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, όπως προσδιορίζονται κατ` είδος (ανωμοτί κατάθεση της υποστηρίζουσας την κατηγορία, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα, εκθέσεις εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, απολογίες κατηγορουμένων), με την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ”…… Δύο ημέρες μετά, την 12-3-2015 στις 20:05 ώρα περίπου, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος των κατηγορουμένων (αναιρεσείων), ο N. A. και ο άγνωστος με το όνομα Α., μετέβησαν στη συμβολή των οδών … και … αρ. 48, όπου βρίσκεται το ισόγειο κατάστημα εμπορίας ψιλικών ειδών του Ι. Ν., το οποίο είχαν σε προγενέστερο χρόνο κατοπτεύσει, ενώ ο 4ος κατηγορούμενος το είχε επισκεφθεί και ως πελάτης, όπως κατέθεσε η Δ. Β., χήρα Ι. Ν.. Στο ανωτέρω σημείο κατέφθασαν με δυο οχήματα, ήτοι με ένα όχημα τύπου τζιπ, στο οποίο επέβαινε ο 4ος κατηγορούμενος, αλλά και το ανωτέρω κλαπέν από την οικία Κ. … ΙΧΕ, μάρκας ΡEGEUOT 207, εντός του οποίου επέβαιναν οι λοιποί τέσσερις. Όταν έφτασαν έξω από το παραπάνω κατάστημα, οι παρόντες κατηγορούμενοι παρέμειναν εντός των οχημάτων, κατοπτεύοντας την περιοχή, με σκοπό, αν τυχόν χρειαστεί, να ειδοποιήσουν τους άλλους δύο δράστες, των οποίων γνώριζαν το σχέδιο, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια μεταξύ 17:29 και 20:06 εγένοντο αλλεπάλληλες μεταξύ τους τηλεφωνικές κλήσεις. Αντίθετα, ο Ν. A. και ο “Α.”, εξήλθαν του οχήματος ΡΕGEUOT, έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους και φορώντας γάντια, και εισήλθαν στο κατάστημα ψιλικών. Σχεδόν αμέσως, κι ενώ ο Ιω. …ς καθόταν στην καρέκλα του γραφείου του και συνομιλούσε ανυποψίαστος στο τηλέφωνο με μία πελάτισσα του), ο Α. πυροβόλησε δύο φορές και τον τραυμάτισε θανάσιμα αυτόν, ενώ αφαίρεσε μία μαύρη τσάντα που βρισκόταν δίπλα στο θύμα, εντός της οποίας εκείνος έθετε συνήθως τις εισπράξεις του, κάτι το οποίο ο 4ος κατηγορούμενος γνώριζε, γιατί, σε προγενέστερη επίσκεψη του ως πελάτης, είχε δει τη σύζυγος του παθόντος να βγάζει χρήματα από εκεί, προκειμένου να του δώσει ρέστα. Ωστόσο, ατυχώς για τους δράστες, εκείνη την ημέρα στην τσάντα δεν υπήρχαν χρήματα, διότι είχαν προηγηθεί πολλές πληρωμές. Αμέσως μετά τον πυροβολισμό εξήλθαν του καταστήματος και εισήλθαν στο ΡΕGEUOT, το οποίο ήταν σταθμευμένο έξω από το κατάστημα του … στην οδό … και όλοι μαζί διέφυγαν μέσω της οδού …. Ο Ι. …ς από τους δύο πυροβολισμούς στο κεφάλι υπέστη πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα οστών θόλου και βάσης του κρανίου και ο θάνατος του προήλθε από διαμπερές τραύμα στην κεφαλή προκληθέν από πυροβόλο όπλο με πύλη εισόδου και εξόδου βολίδος (βλ. τη με αρ. 531/2015 Ιατροδικαστική έκθεση Νεκροψίας – Νεκροτομής). Στη συνέχεια και περί ώρα 21:00 της 12-3-2015 προέβησαν σε καύση του αυτοκινήτου που χρησιμοποίησαν στην ανθρωποκτονία του Ι. Ν., σε δασική περιοχή, στα Γλυκά Νερά Αττικής, προκειμένου να εξαφανίσουν τα ίχνη τους. Οι κατηγορούμενοι ομολογούν πλέον την πράξη της συνέργειας στην παραπάνω ληστεία, όπως αυτή τους αποδόθηκε πρωτοδίκως (βλ. 4-5 πρακτικών), συμμετοχή τους εξάλλου που αποδεικνύεται και από το σύνολο του βιντεοληπτικού υλικού της δικογραφίας και τη σάρωση των κεραιών κινητής τηλεφωνίας της περιοχής. Αρνούνται ωστόσο οι παρόντες κατηγορούμενοι ότι γνώριζαν την πρόθεση των ως άνω δυο δραστών να δολοφονήσουν τον θανόντα, κάτι ωστόσο που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο από το σύνολο των προπαρασκευαστικών τους ενεργειών, αλλά και από τον πρωταγωνιστικό ρόλο των δύο πρώτων κατηγορουμένων στην ως άνω ομάδα (παραδοχή της εκκαλουμένης, που σημειωτέον, δεν αμφισβητήθηκε), ενώ και ο 4ος κατηγορούμενος ήταν αναμφισβήτητα ο ιθύνων νους της ως άνω ανθρωποκτονίας και ο μόνος που γνώριζε την οικονομική επιφάνεια του θύματος, όπως και ότι συνήθιζε να τοποθετεί μέρος των εισπράξεων στην εν λόγω δερμάτινη τσάντα ”. Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της συνέργειας σε ληστεία και ανθρωποκτονία με πρόθεση και του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως δώδεκα (12) ετών, με το κάτωθι διατακτικό:”ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με άλλους με περισσότερες πράξεις τέλεσαν με πρόθεση περισσότερα εγκλήματα, τετελεσμένα και σε απόπειρα, τα οποία προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές. Ειδικότερα: (Α) Την 12-3-2015, περί ώρα 20:05, στην Ελευσίνα Αττικής, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της κατά συναυτουργία ανθρωποκτονίας με πρόθεση, σε απλή συνδρομή σε αυτήν, παρείχε με πρόθεση απλή συνδρομή πριν και κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και ειδικότερα επιβιβάσθηκε σε ένα αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, και μετέβη στο ισόγειο κατάστημα εμπορίας ψιλικών ειδών του Ι. Ν., στην Ελευσίνα, επί της συμβολής των οδών …, όπου μετέβηκαν κατόπιν προσυνεννόησης μεταξύ τους και οι T. L., Q. R., N.. A.. και ένας άγνωστος άνδρας με το όνομα “Α.”, επιβαίνοντες στο … ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΡΕUGEOT, τύπου stasion wagon, αφαιρεθέν παρανόμως από την κατοχή του Β. Κ.. Όταν έφτασαν έξω από το εν λόγω κατάστημα, σταμάτησαν τα οχήματα τους, και κατόπιν προσυνεννόησης και γνωρίζοντας ότι ο άνδρας με το όνομα “Α.”, θα διαπράξει την κατωτέρω αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας, ο ανωτέρω κατηγορούμενος Α. Λ. παρέμεινε εντός του τζιπ αυτοκινήτου που οδηγούσε, κατοπτεύοντας τον εξωτερικό χώρο τέλεσης της εγκληματικής πράξης με σκοπό να ειδοποιήσει σε περίπτωση που ανέκυπτε κίνδυνος, ήταν δε, σε απόλυτη ετοιμότητα, προκειμένου να βοηθήσει στην ασφαλή απομάκρυνση τους και τελική διαφυγή όλων, ενώ οι N. A. και ο άγνωστος άνδρας με το όνομα “Α.”, αφού εξήλθαν του άνω αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν, εισήλθαν στο κατάστημα έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπά τους, πλησίασαν τον Ι. Ν., ο οποίος καθόταν στην καρέκλα του γραφείου του, και ο “Α.”, με πρόθεση και ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση που επέτρεπε την πλήρη σκέψη, με το όπλο το οποίο κρατούσε, τον πυροβόλησε δύο φορές στο κεφάλι με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανάσιμα έχοντας υποστεί πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα οστών θόλου και βάσης κρανίου και ο θάνατος του προήλθε από το διαμπερές τραύμα στο κεφάλι προκληθέν από πυροβόλο όπλο με πύλη εισόδου και εξόδου, ενώ ο Ν. A. με τη φυσική του παρουσία στον εσωτερικό χώρο του καταστήματος συνοδεύοντας τον ανωτέρω και γνωρίζοντας ότι ο ανωτέρω πρόκειται να σκοτώσει τον Ι. Ν., ενίσχυσε και ενθάρρυνε κατ’ αυτόν τον τρόπο στην πραγμάτωση του αποφασισθέντος από αυτόν εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση . (Β) Στην Ελευσίνα Αττικής, την 12-3-2015 και ώρα 20:05, κατ’ επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας της κατά συναυτουργία ληστείας με καλυμμένα χαρακτηριστικά, σε απλή συνδρομή σε αυτήν, παρείχε με πρόθεση απλή συνδρομή πριν και κατά τη τέλεση της αξιόποινης πράξης της ληστείας με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά προσώπου, και ειδικότερα επιβιβάσθηκε σε ένα αυτοκίνητο, τύπου τζιπ, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, και μετέβη στο ισόγειο κατάστημα εμπορίας ψιλικών ειδών του Ι. Ν., στην Ελευσίνα, επί της συμβολής των οδών …, όπου μετέβηκαν κατόπιν προσυνεννόησης μεταξύ τους και οι T. L., Q. R., N.. A.. και ένας άγνωστος άνδρας με το όνομα “Α.”, επιβαίνοντες στο … ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ΡΕUGEOT, τύπου station wagon, αφαιρεθέν παρανόμως από την κατοχή του Β. Κ.. Όταν όλοι έφτασαν έξω από το εν λόγω κατάστημα, σταμάτησαν τα οχήματά τους, και κατόπιν προσυνεννόησης και γνωρίζοντας ότι ο άνδρας με το όνομα “Α.”, θα διαπράξει την κατωτέρω αξιόποινη πράξη της ληστείας με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, ο ανωτέρω κατηγορούμενος Α. Λ. παρέμεινε εντός του τζιπ αυτοκινήτου που οδηγούσε, κατοπτεύοντας τον εξωτερικό χώρο τέλεσης της εγκληματικής πράξης με σκοπό να ειδοποιήσει σε περίπτωση που ανέκυπτε κίνδυνος ήταν δε σε απόλυτη ετοιμότητα, προκειμένου να βοηθήσει στην ασφαλή απομάκρυνση τους και τελική διαφυγή όλων, ενώ οι N. A. και ο άγνωστος άνδρας με το όνομα “Α.”, αφού εξήλθαν του άνω αυτοκινήτου στο οποίο επέβαιναν, εισήλθαν στο κατάστημα έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπά τους πλησίασαν τον Ι. Ν., ο οποίος καθόταν στην καρέκλα του γραφείου του, και ο “Α.” με το όπλο το οποίο κρατούσε, αφού τον στόχευσε και πυροβόλησε δύο φορές στο κεφάλι με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει θανάσιμα, αφαίρεσε από αυτόν μία τσάντα προκειμένου να την ιδιοποιηθούν παράνομα, ενώ ο N. A. με τη φυσική του παρουσία στον εσωτερικό χώρο του καταστήματος συνοδεύοντας τον ανωτέρω και γνωρίζοντας ότι ο ανωτέρω πρόκειται να ληστέψει τον Ι. Ν., ενίσχυσε και ενθάρρυνε κατ’ αυτόν τον τρόπο στην πραγμάτωση του αποφασισθέντος από αυτόν εγκλήματος της ληστείας με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά προσώπου”. Με τις προαναφερόμενες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και απλής συνέργειας σε ληστεία, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας του κάθε αποδεικτικού μέσου, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α`, 27 παρ. 1, 47, 299 παρ.1 και 380 παρ. 1 του Νέου ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται με σαφήνεια όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων της απλής συνέργειας σε ανθρωποκτονία με πρόθεση και της απλής συνέργειας σε ληστεία, καθώς και τα κατ` είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, με τη γενική αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία, η οποία αναφορά ήταν αρκετή για την πληρότητα της αιτιολογίας. Περαιτέρω, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, για τις συνθήκες τέλεσης των άνω αξιόποινων πράξεων και ειδικότερα οι συγκεκριμένες κινήσεις και ενέργειες του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο θανάτωσης του Ι. Ν. από τον αυτουργό ”A.” α.λ.σ., οι οποίες ενέργειές του, μαρτυρούν το δόλο του και συγκροτούν και αποδεικνύουν τη συμμετοχική δράση του με τη νομοτυπική μορφή της συνέργειας του άρθρου 47 εδ. α` ΠΚ στις ανωτέρω πράξεις και εκ των οποίων το δικαστήριο συνήγαγε αυτήν. Τούτο δε, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτός (αναιρεσείων) α) κατέστρωσε το σχέδιο δράσης (”ιθύνων νους”), αφού ήταν ο μόνος που γνώριζε την οικονομική επιφάνεια του θύματος και το σημείο που ο τελευταίος τοποθετούσε (δερμάτινη τσάντα) τις εισπράξεις του καταστήματος εμπορίας ψιλικών ειδών που διατηρούσε στην Ελευσίνα Αττικής και επί της συμβολής των οδών … το οποίο σε προγενέστερο χρόνο είχε επισκεφθεί ως πελάτης και είχε κατοπτεύσει το χώρο, β) κατόπιν συνεννόησης με τους συγκατηγορουμένους του και τον αυτουργό των ως άνω αξιόποινων πράξεων (”A.”) μετέβη με αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος έξω από το κατάστημα ψιλικών ειδών του θύματος, συγχρόνως με άλλο όχημα στο οποίο επέβαιναν οι συγκατηγορούμενοί του, ο N. A. και ο αυτουργός A., παρέμεινε εντός του αυτοκινήτου του κατοπτεύοντας τον εξωτερικό χώρο του παραπάνω καταστήματος του θύματος, με σκοπό, αν χρειαστεί, να ειδοποιήσει σε περίπτωση που ανέκυπτε κίνδυνος, ενισχύοντας κατ` αυτόν τον τρόπο στον αυτουργό την απόφαση που είχε πάρει για την τέλεση των εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και ληστείας σε βάρος του θύματος Ι. Ν. , γ) βοήθησε τον αυτουργό A. στην εξάλειψη των ιχνών των εγκλημάτων του, με την καύση σε δασική περιοχή στα Γλυκά Νερά Αττικής του οχήματος που ο τελευταίος χρησιμοποίησε και δ) γνώριζε την απόφαση του αυτουργού να τελέσει τα εν λόγω εγκλήματα και ήθελε να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή τους. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση του για την από τον αυτουργό τέλεση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που αυτός διέπραξε, δηλαδή δεν προκύπτει η γνώση του για την ανθρωποκτόνο επιδίωξη του αυτουργού καθώς και η βούλησή του να συμβάλει με την συμπεριφορά του στην τέλεση της πράξης αυτής από τον αυτουργό, τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα, ενόψει των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού ο δόλος αυτού προκύπτει, και μάλιστα κατά τρόπο εναργή και αδιαμφισβήτητο, από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της ανωτέρω πράξης του, με τον τρόπο και τις περιστάσεις που ανωτέρω περιγράφηκε, και για τα λοιπά αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του. Κατά συνέπειαν, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τον δόλο του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος και την περί ενοχής αυτού κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου ή αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης περί της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατ` ακολουθία όλων των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Απορρίπτει την από 28-3-2024 αίτηση του Α. Λ. του Ν., για αναίρεση της υπ` αριθμό 121/2024 αποφάσεως του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. –
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή : areiospagos.gr

To Top