Ανεπαρκής αιτιολογία απόρριψης αιτήματος πραγματογνωμοσύνης για την αιτία θανάτου. Παραβίαση της δίκαιης δίκης.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Πούρος κατά Ελλάδας της 16.07.2026 (προσφ. αριθ. 74259/17)

Βλεδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, έπειτα από τροχαίο ατύχημα στο οποίο ο παθών, αφού νοσηλεύτηκε επί μακρόν σε μονάδα εντατικής θεραπείας, απεβίωσε. Κεντρική γραμμή της υπεράσπισης ήταν ότι ο θάνατος επήλθε από νοσοκομειακή λοίμωξη, άσχετη προς τις κακώσεις του ατυχήματος.

Ενώπιον του Εφετείου ο προσφεύγων ζήτησε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση της αιτίας θανάτου. Το Εφετείο, με παρεμπίπτουσα απόφαση εκδοθείσα πριν καν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, απέρριψε το αίτημα με μόνη την αιτιολογία ότι η πραγματογνωμοσύνη «δεν ήταν αναγκαία», και εν συνεχεία τον καταδίκασε. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεση, δεχόμενος ότι η ανεπάρκεια αιτιολογίας θεραπευόταν από την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης επί της ουσίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόρριψη ενός αιτιολογημένου, συναφούς και αποφασιστικής σημασίας αιτήματος με τον απλό χαρακτηρισμό του ως «περιττού» δεν πληρούσε την απαίτηση αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης, τονίζοντας ότι το Εφετείο δεν μπορούσε να στηρίξει την απόρριψη σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, κατά τον χρόνο της παρεμπίπτουσας απόφασης, δεν είχαν ακόμη προσαχθεί. Το ΕΔΔΑ, συνεδριάζον ως Επιτροπή τριών δικαστών, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ και επιδίκασε ποσό 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στις 7 Αυγούστου 2010 ο προσφεύγων, οδηγώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο εξετράπη της πορείας του και προσέκρουσε στον πεζό Ι.G., ο οποίος βάδιζε στην άκρη του δρόμου. Ο παθών διακομίστηκε αρχικά στο Κέντρο Υγείας Καπανδριτίου και, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο», όπου διασωληνώθηκε και εισήχθη στη μονάδα εντατικής θεραπείας, παραμένοντας εκεί έως τον θάνατό του στις 4 Οκτωβρίου 2010.

Ο προσφεύγων κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Στις 3 Δεκεμβρίου 2013 το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την υπ’ αριθ. 62812/2013 απόφασή του, τον κήρυξε ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών με αναστολή. Το δικαστήριο απέρριψε τόσο το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση της αιτίας θανάτου όσο και το αίτημα εξέτασης, ως μαρτύρων, δύο ιατρών που είχαν νοσηλεύσει τον παθόντα, κρίνοντας ότι η παραμονή του παθόντος στη μονάδα εντατικής θεραπείας ήταν άμεση συνέπεια του ατυχήματος και ότι τυχόν νοσοκομειακή λοίμωξη δεν μπορούσε να θεωρηθεί καθοριστικός παράγοντας του θανάτου. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση.

Στις 2 Απριλίου 2015, ημέρα της συζήτησης της έφεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο προσφεύγων επανέλαβε το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για τη διακρίβωση της αιτίας θανάτου, υποστηρίζοντας ότι ο παθών απεβίωσε από λοίμωξη αποκτηθείσα στο νοσοκομείο, εξαιτίας ανεπαρκών συνθηκών υγιεινής. Διατύπωσε συγκεκριμένα ερωτήματα που θα έπρεπε να απαντήσει η πραγματογνωμοσύνη και υπέδειξε τα σχετικά έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία που έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Επιπλέον, ζήτησε την εξέταση, ως μαρτύρων, δύο ιατρών που είχαν νοσηλεύσει τον παθόντα και είχαν υπογράψει, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιφατικά έγγραφα σχετικά με την κατάσταση της υγείας του και τις περιστάσεις του θανάτου του. Με παρεμπίπτουσα απόφαση, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, αναφέροντας ότι αυτή «δεν ήταν αναγκαία». Ο Πρόεδρος του Εφετείου διέταξε εν συνεχεία την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Με την υπ’ αριθ. 1813/2015 απόφασή του, το Εφετείο κήρυξε εκ νέου ένοχο τον προσφεύγοντα και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ετών με αναστολή.

Ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι το Εφετείο δεν είχε αιτιολογήσει επαρκώς την απόρριψη του αιτήματος πραγματογνωμοσύνης και ουδόλως είχε αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος εξέτασης των ιατρών ως μαρτύρων. Με την υπ’ αριθ. 837/2017 απόφασή του, της 4ης Μαΐου 2017, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεση, κρίνοντας ότι το Εφετείο είχε σιωπηρώς απορρίψει το αίτημα εξέτασης μαρτύρων ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθόσον ο προσφεύγων δεν είχε προσδιορίσει επί ποίων πραγματικών περιστατικών θα κατέθεταν οι μάρτυρες, το προσδοκώμενο αποτέλεσμα της κατάθεσής τους ή τον λόγο για τον οποίο αυτή ήταν αναγκαία. Επανέλαβε ότι το αίτημα πραγματογνωμοσύνης είχε απορριφθεί ως περιττό και έκρινε ότι από την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης του Εφετείου προέκυπτε ο λόγος για τον οποίο η πραγματογνωμοσύνη δεν ήταν αναγκαία, δεδομένου ότι το Εφετείο είχε ήδη σχηματίσει κρίση περί της ενοχής του προσφεύγοντος βάσει των υφιστάμενων αποδεικτικών στοιχείων.

Ο προσφεύγων προσέφυγε στο Στρασβούργο, επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 (δ) ΕΣΔΑ, με το επιχείρημα ότι καταδικάστηκε παρά την ανεπαρκή αιτιολογία των εθνικών αποφάσεων και χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα να εξετάσει μάρτυρες της επιλογής του. Το ΕΔΔΑ, συνεδριάζον ως Επιτροπή τριών δικαστών, διαπίστωσε παραβίαση.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ. Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Αιτιολογία δικαστικών αποφάσεων. Απόρριψη αιτήματος πραγματογνωμοσύνης. Παραβίαση

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι οι δικαστικές αποφάσεις πρέπει να εκθέτουν επαρκώς τους λόγους στους οποίους στηρίζονται. Η έκταση της υποχρέωσης αιτιολόγησης ποικίλλει αναλόγως της φύσης της απόφασης και κρίνεται υπό το πρίσμα των περιστάσεων κάθε υπόθεσης (García Ruiz κατά Ισπανίας [GC], § 26). Χωρίς να απαιτείται λεπτομερής απάντηση σε κάθε επιχείρημα, η υποχρέωση αυτή προϋποθέτει ότι οι διάδικοι μπορούν να αναμένουν συγκεκριμένη και ρητή απάντηση στα επιχειρήματα που είναι αποφασιστικά για την έκβαση της διαδικασίας (Ruiz Torija κατά Ισπανίας, §§ 29-30). Πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης εξετάστηκαν (Taxquet κατά Βελγίου [GC], § 91). Ειδικότερα, στο πλαίσιο του ελέγχου της δικαιότητας ποινικής διαδικασίας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η παράβλεψη ενός συγκεκριμένου, κρίσιμου και σημαντικού σημείου που προβάλλει ο κατηγορούμενος συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 § 1 (Yüksel Yalçınkaya κατά Τουρκίας [GC], §§ 337-41, Zahariev κατά Βόρειας Μακεδονίας, §§ 49-50, και Cupiał κατά Πολωνίας, § 57).

Παράλληλα, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η απαίτηση δίκαιης δίκης δεν επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο την υποχρέωση να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή άλλο ανακριτικό μέτρο για μόνον τον λόγο ότι το ζήτησε διάδικος. Εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν αν είναι αναγκαία ή σκόπιμη η αποδοχή ενός τέτοιου αποδεικτικού μέσου (Hodžić κατά Κροατίας, § 61).

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι το αίτημα πραγματογνωμοσύνης υποβλήθηκε προς στήριξη του ισχυρισμού ότι ο παθών απεβίωσε από λοίμωξη άσχετη προς τις κακώσεις του ατυχήματος. Το αίτημα ήταν αιτιολογημένο, συναφές προς το αντικείμενο της υπόθεσης και θα διαφώτιζε ένα ζήτημα το οποίο ο προσφεύγων θεωρούσε ασαφές και θεμελιώδους σημασίας για την έκβαση της εις βάρος του ποινικής διαδικασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόρριψη του αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι ήταν περιττό δεν πληρούσε την απαίτηση αιτιολογημένης απόφασης.

Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης και την κρίση του Αρείου Πάγου, κατά την οποία η απόρριψη του αιτήματος ήταν επαρκώς αιτιολογημένη ενόψει των λόγων που εκτίθενται στην καταδικαστική απόφαση του Εφετείου. Επισήμανε, ωστόσο, ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημα στην αρχή της συζήτησης και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Η εξέταση του πρώτου μάρτυρα και η ανάγνωση των εγγράφων αποδεικτικών στοιχείων έλαβαν χώρα μετά την παρεμπίπτουσα απόφαση απόρριψης του αιτήματος ως περιττού. Το Εφετείο, εξάλλου, ήταν υποχρεωμένο να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας, προβαίνοντας σε νέα εκτίμηση των αποδείξεων κατόπιν της έφεσης του προσφεύγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν μπορούσε να έχει αποφασίσει την απόρριψη του αιτήματος βάσει αποδεικτικών στοιχείων ήδη διαθέσιμων σε αυτό, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν είχαν ακόμη προσαχθεί. Η αιτιολογία της απόρριψης δεν ήταν, επομένως, αποτέλεσμα της διάσκεψης του δικαστηρίου επί της ενοχής, η οποία έλαβε χώρα μετά την προσαγωγή των αποδείξεων, εφόσον το αίτημα είχε ήδη απορριφθεί ρητώς με την παρεμπίπτουσα απόφαση. Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι το Εφετείο υιοθέτησε τους λόγους της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, εν πάση περιπτώσει, περιλαμβανόταν στα έγγραφα που αναγνώστηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία μετά την απόρριψη του αιτήματος (πρβλ., κατ’ αντιδιαστολή, Stepanyan κατά Αρμενίας, §§ 35-37). Ούτε, ελλείψει προσαγωγής οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου στο στάδιο εκείνο, μπορούσε το εθνικό δικαστήριο να κρίνει επαρκή την απόρριψη του αιτήματος.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόρριψη του αιτήματος πραγματογνωμοσύνης δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ.

Λοιπές αιτιάσεις: Ως προς την αιτίαση υπό το άρθρο 6 §§ 1 και 3 (δ) περί μη δυνατότητας εξέτασης μαρτύρων της επιλογής του προσφεύγοντος, το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει τα κύρια νομικά ζητήματα που ήγειρε η υπόθεση, έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος αυτοτελούς εξέτασης (Centre for Legal Resources εξ ονόματος Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας [GC], § 156).

Απόφαση: Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ. Επιδίκαση 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η εθνική νομοθεσία προβλέπει τη δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Απόρριψη του αιτήματος επιδίκασης δικαστικών εξόδων, ως μη συνοδευόμενου από δικαιολογητικά έγγραφα (Merabishvili κατά Γεωργίας [GC], §§ 370-73, και Altay κατά Τουρκίας (αρ. 2), §§ 87-89).

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Εν προκειμένω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το αίτημα του προσφεύγοντος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υποβλήθηκε προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι το θύμα απεβίωσε από λοίμωξη άσχετη προς τις κακώσεις που υπέστη στο τροχαίο ατύχημα. Το αίτημα του προσφεύγοντος ήταν αιτιολογημένο, συναφές προς το αντικείμενο της υπόθεσης και θα διαφώτιζε ένα ζήτημα το οποίο ο προσφεύγων θεωρούσε ασαφές και θεμελιώδους σημασίας για την έκβαση της εις βάρος του ποινικής διαδικασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόρριψη του αιτήματος με μόνη την αιτιολογία ότι ήταν περιττό δεν πληρούσε την απαίτηση αιτιολογημένης απόφασης» (παρ. 11).

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Από Βασίλη Χειρδάρη

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η αιτιολογία ως ουσιαστική εγγύηση και όχι ως τύπος. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι η υποχρέωση αιτιολόγησης κατά το άρθρο 6 § 1 δεν εξαντλείται στην τυπική παράθεση λόγων, αλλά απαιτεί ρητή και ουσιαστική απάντηση στα επιχειρήματα που είναι αποφασιστικά για την έκβαση της δίκης. Όταν το αίτημα αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της υπεράσπισης, δηλαδή εν προκειμένω τη διακρίβωση της αιτίας θανάτου και τη διάρρηξη του αιτιώδους συνδέσμου, ο απλός χαρακτηρισμός του ως «περιττού» δεν αρκεί.

Η χρονική αντίφαση ως αυτοτελές έλλειμμα αιτιολογίας. Το πλέον διακριτικό εύρημα της απόφασης είναι μεθοδολογικό, όχι ουσιαστικό: η απόρριψη του αιτήματος διατυπώθηκε με παρεμπίπτουσα απόφαση πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ενώ η αιτιολογία που επικαλέστηκαν εκ των υστέρων η Κυβέρνηση και ο Άρειος Πάγος (ότι το δικαστήριο είχε ήδη πεισθεί για την ενοχή βάσει των υφιστάμενων αποδείξεων) αναφερόταν σε στοιχεία που, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν είχαν ακόμη προσαχθεί. Το Δικαστήριο απορρίπτει έτσι μια εκ των υστέρων θεραπεία της αναιτιολόγητης παρεμπίπτουσας κρίσης.

Το όριο μεταξύ διακριτικής ευχέρειας και υποχρέωσης αιτιολόγησης. Η απόφαση διακρίνει με σαφήνεια δύο επίπεδα: αφενός, το εθνικό δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς το αν θα διατάξει πραγματογνωμοσύνη (Hodžić), αφετέρου, η άσκηση της ευχέρειας αυτής υπόκειται στην υποχρέωση αιτιολογίας της απόφασης όταν το αιτούμενο μέσο είναι αιτιολογημένο, συναφές και κρίσιμο για την έκβαση. Δεν κρίνεται, δηλαδή, η ορθότητα της αποδεικτικής επιλογής, αλλά η επάρκεια της αιτιολογίας της.

Η μη αυτοτελής εξέταση του άρθρου 6 § 3 (δ). Το Δικαστήριο, διαπιστώνοντας παραβίαση επί της αιτιολογίας, δεν εξέτασε αυτοτελώς την αιτίαση περί εξέτασης μαρτύρων (Câmpeanu). Η επιλογή αυτή αφήνει ανοιχτό αν η σιωπηρή απόρριψη του αιτήματος εξέτασης των δύο ιατρών, οι οποίοι φέρονταν να είχαν υπογράψει αντιφατικά έγγραφα, θα στοιχειοθετούσε αυτοτελή παραβίαση της αρχής της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ

Η απόφαση Pouros κατά Ελλάδας, αν και εκδοθείσα από Επιτροπή επί πάγιας νομολογίας, παρουσιάζει ενδιαφέρον όχι για την αρχή που εφαρμόζει, αλλά για τον τρόπο εφαρμογής της. Το ισχυρό της σημείο είναι η χρονική-λογική ανάλυση μέσω της οποίας απογυμνώνεται η εκ των υστέρων αιτιολόγηση μιας προαποφασισμένης απόρριψης. Το αδύναμό της σημείο, εγγενές στη φύση της ως απόφασης Επιτροπής, είναι η συντομία της, η οποία αφήνει ανεξέταστο το ζήτημα της εξέτασης των μαρτύρων και δεν εμβαθύνει στη σχέση μεταξύ της αιτιολογίας των αποδεικτικών αιτημάτων και του τεκμηρίου αθωότητας.

Η αιτιολογία ως συστατικό στοιχείο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Η νομολογία Ruiz Torija / García Ruiz καθιέρωσε ότι, χωρίς να απαιτείται απάντηση σε κάθε επιχείρημα, το δικαστήριο οφείλει ρητή απάντηση στα επιχειρήματα που είναι αποφασιστικά για την έκβαση. Η Pouros εντάσσει στην κατηγορία αυτή ένα αποδεικτικό αίτημα, και όχι απλώς έναν νομικό ισχυρισμό, καθιστώντας σαφές ότι η υποχρέωση ρητής απάντησης καταλαμβάνει και τα αιτήματα διεξαγωγής αποδείξεων που άπτονται του πυρήνα της υπεράσπισης. Πηγή: ΕΔΔΑ, Pouros v. Greece, παρ. 9-11, García Ruiz v. Spain [GC], παρ. 26, Ruiz Torija v. Spain, παρ. 29-30, HUDOC.

Το κρίσιμο εύρημα: η αδυναμία εκ των υστέρων θεραπείας της παρεμπίπτουσας απόρριψης. Η ουσία της κρίσης εντοπίζεται στις παραγράφους 12-13. Το Δικαστήριο δεν αρκείται στη διαπίστωση ότι ο χαρακτηρισμός «περιττό» είναι λακωνικός, αλλά προχωρεί σε ανάλυση της δικονομικής ακολουθίας: η παρεμπίπτουσα απόφαση προηγήθηκε της αποδεικτικής διαδικασίας, ενώ η αιτιολογία που επικαλέστηκε ο Άρειος Πάγος (σχηματισμός δικανικής πεποίθησης βάσει των υφιστάμενων αποδείξεων) προϋπέθετε στοιχεία που δεν είχαν ακόμη προσαχθεί. Πρόκειται για μια αυστηρή εφαρμογή της αρχής ότι η αιτιολογία μιας δικαστικής κρίσης πρέπει να προϋπάρχει ή να συνυπάρχει με αυτήν, και δεν μπορεί να αναπληρωθεί αναδρομικά από μεταγενέστερη κρίση επί της ουσίας. Πηγή: ΕΔΔΑ, Pouros v. Greece, παρ. 12-13, HUDOC.

Η διάκριση από τη Stepanyan και τα όριά της. Η ρητή παραπομπή «κατ’ αντιδιαστολή» στη Stepanyan κατά Αρμενίας υποδηλώνει ότι, εάν το Εφετείο είχε υιοθετήσει ρητά τους λόγους της πρωτόδικης απόφασης, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι διαφορετικό. Η κρίσιμη διαφορά είναι δικονομική: στην ελληνική δευτεροβάθμια ποινική δίκη το Εφετείο κρίνει εκ νέου την ουσία, οπότε η πρωτόδικη απόφαση δεν αποτελεί ήδη διαθέσιμο έρεισμα, αλλά αναγιγνώσκεται ως αποδεικτικό έγγραφο μετά την απόρριψη του αιτήματος. Το εύρημα αυτό έχει άμεση σημασία για τη μεθόδευση των παρεμπιπτουσών αποφάσεων επί αποδεικτικών αιτημάτων ενώπιον των ελληνικών εφετείων. Πηγή: ΕΔΔΑ, Pouros v. Greece, παρ. 13, Stepanyan v. Armenia, παρ. 35-37, HUDOC.

Διακριτική ευχέρεια ως προς την πραγματογνωμοσύνη και το κατώφλι αιτιολογίας (Hodžić). Το Δικαστήριο διατηρεί τη διάκριση: το άρθρο 6 δεν κατοχυρώνει δικαίωμα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης κατ’ αίτηση του διαδίκου. Ωστόσο, όταν το αίτημα πληροί τα κριτήρια της αιτιολόγησης, της συνάφειας και της αποφασιστικής σημασίας, η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται με τρόπο που να καθιστά ελέγξιμη τη δικανική κρίση. Η Pouros δεν μεταθέτει στο ΕΔΔΑ την εκτίμηση της αναγκαιότητας του αποδεικτικού μέσου, αλλά ελέγχει την επάρκεια της αιτιολογίας, σεβόμενη τον ρόλο του εθνικού δικαστή ως κυρίου της απόδειξης. Πηγή: ΕΔΔΑ, Pouros v. Greece, παρ. 10-11, Hodžić v. Croatia, παρ. 61, HUDOC.

Η μη εξέταση της αιτίασης περί μαρτύρων και η δικονομική οικονομία. Η επιλογή του Δικαστηρίου να μην εξετάσει αυτοτελώς την αιτίαση υπό το άρθρο 6 § 3 (δ) (Câmpeanu) είναι δικονομικά ορθή αλλά ουσιαστικά ελλειμματική. Ο ισχυρισμός ότι οι δύο ιατροί είχαν υπογράψει αντιφατικά έγγραφα σχετικά με την αιτία θανάτου συνδεόταν άμεσα με το τεκμήριο αθωότητας και την αρχή της κατ’ αντιμωλία εξέτασης της απόδειξης. Η μη εξέτασή του αφήνει ανοιχτό ένα ζήτημα που, σε αυστηρότερη προσέγγιση, θα ενίσχυε το εύρημα παραβίασης. Πηγή: ΕΔΔΑ, Pouros v. Greece, παρ. 3-4, 15, Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Câmpeanu v. Romania [GC], παρ. 156, HUDOC.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Α) García Ruiz κατά Ισπανίας [GC]: Θεμελιώδης απόφαση Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης για την υποχρέωση αιτιολόγησης. Καθιέρωσε ότι η έκταση της υποχρέωσης ποικίλλει αναλόγως της φύσης της απόφασης και των περιστάσεων. Αποτελεί τον κύριο νομολογιακό άξονα της Pouros. Πηγή: HUDOC, García Ruiz v. Spain [GC], no. 30544/96, 21.01.1999, παρ. 26.

Β) Ruiz Torija κατά Ισπανίας: Απόφαση-σταθμός που καθιέρωσε ότι η σιωπηρή παράβλεψη ενός επιχειρήματος αποφασιστικού για την έκβαση συνιστά παραβίαση του άρθρου 6 § 1. Θεμελιώνει την υποχρέωση ρητής απάντησης, την οποία η Pouros επεκτείνει σε αποδεικτικό αίτημα. Πηγή: HUDOC, Ruiz Torija v. Spain, no. 18390/91, 09.12.1994, παρ. 29-30.

Γ) Taxquet κατά Βελγίου [GC]: Επιβεβαίωσε ότι από την απόφαση πρέπει να προκύπτει ότι τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης εξετάστηκαν, θέτοντας το γενικό κριτήριο ελεγξιμότητας της δικανικής κρίσης. Πηγή: HUDOC, Taxquet v. Belgium [GC], no. 926/05, 16.11.2010, παρ. 91.

Δ) Yüksel Yalçınkaya κατά Τουρκίας [GC]: Πρόσφατη απόφαση Ευρείας Σύνθεσης, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η παράβλεψη ενός συγκεκριμένου, κρίσιμου και σημαντικού σημείου που προβάλλει ο κατηγορούμενος παραβιάζει το άρθρο 6 § 1 στο ποινικό πεδίο. Παρέχει το πλέον πρόσφατο έρεισμα της Pouros. Πηγή: HUDOC, Yüksel Yalçınkaya v. Türkiye [GC], no. 15669/20, 26.09.2023, παρ. 337-41.

Ε) Hodžić κατά Κροατίας: Καθιέρωσε ότι το άρθρο 6 δεν υποχρεώνει το εθνικό δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη κατ’ αίτηση διαδίκου, καθόσον η εκτίμηση της αναγκαιότητας ανήκει στον εθνικό δικαστή. Οριοθετεί τη διακριτική ευχέρεια που η Pouros αναγνωρίζει, χωρίς όμως να την απαλλάσσει από την υποχρέωση αιτιολογίας. Πηγή: HUDOC, Hodžić v. Croatia, no. 28932/14, 04.04.2019, παρ. 61.

ΣΤ) Stepanyan κατά Αρμενίας: Παρατίθεται «κατ’ αντιδιαστολή». Αφορά περίπτωση όπου το ανώτερο δικαστήριο είχε ρητώς υιοθετήσει τους λόγους του κατώτερου. Η αντιδιαστολή αναδεικνύει ότι στην Pouros δεν υπήρξε τέτοια υιοθέτηση και ότι η πρωτόδικη αιτιολογία δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως έρεισμα. Πηγή: HUDOC, Stepanyan v. Armenia, no. 45081/04, 27.10.2009, παρ. 35-37.

Ζ) Centre for Legal Resources εξ ονόματος Valentin Câmpeanu κατά Ρουμανίας [GC]: Παρέχει τη μεθοδολογική βάση για τη μη αυτοτελή εξέταση λοιπών αιτιάσεων όταν το Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει τα κύρια νομικά ζητήματα. Χρησιμοποιείται στην Pouros για τη μη εξέταση της αιτίασης υπό το άρθρο 6 § 3 (δ). Πηγή: HUDOC, Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Câmpeanu v. Romania [GC], no. 47848/08, 17.07.2014, παρ. 156.

Η) Merabishvili κατά Γεωργίας [GC] και Altay κατά Τουρκίας (αρ. 2): Καθορίζουν τις προϋποθέσεις επιδίκασης δικαστικών εξόδων, ιδίως την ανάγκη τεκμηρίωσης με δικαιολογητικά έγγραφα. Στην Pouros η απουσία τέτοιων εγγράφων οδήγησε στην απόρριψη του αιτήματος εξόδων. Πηγή: HUDOC, Merabishvili v. Georgia [GC], no. 72508/13, 28.11.2017, παρ. 370-73, Altay v. Turkey (no. 2), no. 11236/09, 09.04.2019, παρ. 87-89.

Θ) Συγκριτικό / μη παρατιθέμενο από το Δικαστήριο πλαίσιο: Σε επίπεδο συγκριτικής αναφοράς και μόνον, χωρίς τα ακόλουθα να αποτελούν έρεισμα της κρίσης, η υποχρέωση αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων απαντά και σε άλλα διεθνή συστήματα προστασίας. Στο σύστημα του ΟΗΕ, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Γενικό Σχόλιο αρ. 32 επί του άρθρου 14 ΔΣΑΠΔ, εντάσσει στις εγγυήσεις δίκαιης δίκης το δικαίωμα σε αιτιολογημένη κρίση επί των αποφασιστικών ισχυρισμών. Στο Διαμερικανικό σύστημα, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναγνωρίσει ότι η υποχρέωση αιτιολογίας (motivación) συνιστά εγγύηση συνδεόμενη με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την προστασία έναντι της αυθαιρεσίας (πρβλ. Apitz Barbera κ.α. κατά Βενεζουέλας, 2008). Πηγή: UN HRC, General Comment No. 32 (Article 14 ICCPR), 2007, IACtHR, Apitz Barbera et al. v. Venezuela, Series C No. 182, 05.08.2008.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ:

  • García Ruiz v. Spain [GC], 21.01.1999, no. 30544/96
  • Ruiz Torija v. Spain, 09.12.1994, no. 18390/91
  • Taxquet v. Belgium [GC], 16.11.2010, no. 926/05
  • Yüksel Yalçınkaya v. Türkiye [GC], 26.09.2023, no. 15669/20
  • Zahariev v. North Macedonia, 05.11.2024, no. 26760/22
  • Cupiał v. Poland, 09.03.2023, no. 67414/11
  • Hodžić v. Croatia, 04.04.2019, no. 28932/14
  • Stepanyan v. Armenia, 27.10.2009, no. 45081/04
  • Centre for Legal Resources on behalf of Valentin Câmpeanu v. Romania [GC], 17.07.2014, no. 47848/08
  • Merabishvili v. Georgia [GC], 28.11.2017, no. 72508/13
  • Altay v. Turkey (no. 2), 09.04.2019, no. 11236/09
To Top