Μεσολόγγι 1826–2026: Διακόσια χρόνια από την Έξοδο των Ελεύθερων Πολιορκημένων

Διακόσια χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη νύχτα του Απριλίου του 1826, κατά την οποία οι Μεσολογγίτες ήρωες και ηρωίδες, συνεχίζοντας να ζουν θαυμαστά μετά από μία άγρια δωδεκάμηνη πολιορκία, δεν εξήλθαν απλώς πολεμώντας από τα τείχη της Ιερής έκτοτε πόλης, αλλά εξήλθαν από τα όρια της ίδιας της Ιστορίας, εισερχόμενοι στην περιοχή του υπερβατικού, του ιερού, των συμβόλων και αξιών, που εμψύχωσαν τον Ελληνισμό στους μακραίωνους αγώνες του για ελευθερία και μία ζωή με πανανθρώπινο νόημα.

Η μεγάλη πολιορκία του Μεσολογγίου άρχισε τον Απρίλιο του 1825, όταν ο Κιουταχής πασάς, επικεφαλής ισχυρών οθωμανικών δυνάμεων, πολιόρκησε την πόλη με σκοπό να καταστείλει το σημαντικότερο επαναστατικό κέντρο της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Παρά τη στενή πολιορκία, οι Μεσολογγίτες και η φρουρά της πόλης αντιστάθηκαν με αποφασιστικότητα, αξιοποιώντας την οχύρωση, τη λιμνοθάλασσα και τον ανεφοδιασμό από τη θάλασσα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά όταν, στα τέλη του 1825 η πολιορκία ενισχύθηκε από τον Ιμπραήμ πασά και τα αιγυπτιακά στρατεύματα, γενόμενη πλέον ασφυκτική. Οι επιθέσεις αποκρούονταν, αλλά η πείνα, οι αρρώστιες και η έλλειψη πολεμοφοδίων άρχισαν να εξαντλούν τους πολιορκημένους. Οι προσπάθειες ανεφοδιασμού από τον ελληνικό στόλο δεν επαρκούσαν πια, καθώς ο αποκλεισμός γινόταν ολοένα στενότερος.

Μέσα στην πόλη είχαν συγκεντρωθεί όχι μόνο πολεμιστές, αλλά και άμαχοι, γυναίκες, παιδιά, γέροντες, τραυματίες και πρόσφυγες. Η πολιορκία μετατράπηκε έτσι σε μια δοκιμασία επιβίωσης μιας ολόκληρης κοινωνίας. Οι μαρτυρίες της εποχής μιλούν για ακραία πείνα και απόγνωση, αλλά και για το αλύγιστο φρόνημα των κατοίκων. Μία δυστοπική πραγματικότητα, μέσα στην οποία συγκρουόταν καθημερινά για ένα χρόνο η αβάστακτη απελπισία στο φάσμα ενός αναπότρεπτου σχεδόν θανάτου, με το ηρωικό πνεύμα υπέρβασής της, με τη γενναιότητα, την καρτερία και ελπίδα σε κάτι που υπερβαίνει τον ίδιο το θάνατο! Το τί ήταν αυτό, μας το δίδαξαν οι υπέροχοι αγωνιστές του Μεσολογγίου, οι Θεοθρεμμένοι από τα νάματα της Ορθοδοξίας και του υπέροχου Ελληνικού πνεύματος, που επιβίωσαν μέσα στις χιλιετίες, για να καθοδηγούν την ανθρωπότητα στους αγώνες της για ελευθερία, δικαιοσύνη και αρετή.

Στις 10 Απριλίου 1826, με το πρώτο χάραμα της ημέρας του Λαζάρου, περίπου τρεις χιλιάδες πολεμιστές, γυναίκες, παιδιά και γέροντες ξεχύθηκαν από τις πύλες του Μεσολογγίου προς έναν εχθρό πολλαπλάσιο σε αριθμό, καθώς πλέον η συνέχιση της άμυνας ήταν αδύνατη, οι αρχηγοί, οι πρόκριτοι και ο λαός με μία παλλαϊκή κοινοτική απόφαση, επέλεξαν την «Έξοδο».

Η λεγόμενη Έξοδος — η ηρωική αυτή διάρρηξη της πολιορκίας — δεν ήταν απλώς μια οργανωμένη στρατιωτική επιχείρηση. Ήταν μια πράξη ύψιστης αντίστασης απέναντι στις δυνάμεις της καταπίεσης, της ανελευθερίας και του ολέθρου, ένα σύμβολο που συγκλόνισε ολόκληρη την Ευρώπη και άλλαξε την πορεία του αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία.

Διακόσια χρόνια αργότερα, το Μεσολόγγι εξακολουθεί να φέρει με αξιοπρέπεια τον τίτλο που του χάρισε η ιστορία, της Ιερής Πόλης. Δεν είναι ένας συμβατικός τίτλος τιμής. Είναι ο βαρύς σταυρός μιας πόλης και των κατοίκων της, ιθαγενών και όσων κατ’ επιλογή την διάλεξαν, για να λάβουν εκεί το αθάνατο στεφάνι της θυσίας για τον «άριστο οιωνό της άμυνας για την πατρίδα», στεκόμενοι όρθιοι παρά τα αδυσώπητα μηνύματα του αφανισμού.

Έτσι, η πολιορκία του Μεσολογγίου δεν υπήρξε μόνο ένα ιδιαίτερο στρατιωτικό γεγονός, αλλά ένα από τα κορυφαία δράματα της Ελληνικής Επανάστασης, όπου η αντοχή μιας μικρής πόλης απέναντι σε δύο αυτοκρατορικούς στρατούς έγινε σύμβολο εθνικής αξιοπρέπειας και παγκόσμιας ελευθερίας. Η Έξοδος του Μεσολογγίου, τη νύχτα της 10ης προς 11η Απριλίου 1826, ως κορύφωση του δράματος, υπήρξε κορύφωση ταυτόχρονα της θυσίας, μία συλλογική πράξη στην αέναη αναζήτηση της ελευθερίας, μία ακόμη ανακύκλωση τραγωδίας και ανάστασης μαζί, όπως τόσο εύστοχα απέδωσε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του. Μία πόλη μικρή, περικυκλωμένη από τη λιμνοθάλασσα και τον εχθρό, κατόρθωσε να γίνει σύμβολο οικουμενικό, σύμβολο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όταν αυτή αρνείται να παραδοθεί στους δυνάστες του για να διασώσει μία ζωή χωρίς νόημα και τις προϋποθέσεις της αξίας της, ελευθερία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια, δίνοντας την ελπίδα και σε άλλους αγωνιζόμενους λαούς να αγωνιστούν για τα δίκαιά τους.

Η Ιερά Πόλη: Γεωγραφία, Ιστορία και Χαρακτήρας

Η Λιμνοθάλασσα και τα Τείχη

Το Μεσολόγγι, χτισμένο στο δυτικό άκρο της Αιτωλοακαρνανίας, βρίσκεται σε μια χερσόνησο, που τη ζώνει η μεγαλύτερη λιμνοθάλασσα της Ελλάδας. Η φύση της το είχε προικίσει με ένα φυσικό αμυντικό πλεονέκτημα, καθιστώντας την ένα φυσικό οχυρό ανάμεσα στη λιμνοθάλασσα, τις νησίδες και τα αβαθή νερά γύρω του, που δυσκόλευαν τις κινήσεις βαρέος τακτικού στρατού, ενώ προσέφεραν στους υπερασπιστές μια διέξοδο προς τη θάλασσα. Η γεωγραφική του θέση το καθιστούσε στρατηγικό σημείο, πύλη της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και τόπο επικοινωνίας με τα Επτάνησα,. Όμως εκείνο που το ανέδειξε δεν ήταν μόνο η θέση του. Ήταν το ήθος των ανθρώπων του, η πολιτική και στρατιωτική του σημασία, η συγκέντρωση αγωνιστών, λογίων, Φιλελλήνων, τυπογράφων, ιατρών, μηχανικών, απλών πολιτών, γυναικών και παιδιών, που μετέτρεψαν την πόλη σε εργαστήριο ελευθερίας.

Αυτό το φυσικό, πολιτιστικό και πνευματικό περιβάλλον έγινε ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγράφισαν οι πολιορκημένοι την μοναδική αντίστασή τους.

Οι Τρεις Πολιορκίες

Πρώτη Πολιορκία (Νοέμβριος 1822 – Ιανουάριος 1823): Ο Ομέρ Βρυώνης με στρατό περίπου 11.000 ανδρών επιχείρησε να καταλάβει την πόλη, αλλά απεκρούσθη μετά από σκληρές μάχες. Οι πολιορκημένοι, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, κατάφεραν να κρατήσουν τα τείχη.

Δεύτερη Πολιορκία (Οκτώβριος 1823 – Ιανουάριος 1824): Ο Μουσταΐ Πασάς επανέλαβε την προσπάθεια με ακόμα μεγαλύτερο στρατό. Και πάλι η πόλη αντιστάθηκε, αυτή τη φορά με τη συμπαράσταση του Ελληνικού στόλου, που έσπασε τον αποκλεισμό από τη θάλασσα.

Τρίτη Πολιορκία (Απρίλιος 1825 – Απρίλιος 1826): Η πιο φονική και μακρά. Ο Κιουταχής, βεζίρης της Ρούμελης, με στρατό που έφτανε τις 30.000 άνδρες και αργότερα ενισχύθηκε από τον αιγυπτιακό στρατό του Ιμπραήμ Πασά, άρχισε συστηματική πολιορκία που κράτησε έναν χρόνο. Μέσα στην πόλη, η φρουρά και ο άμαχος πληθυσμός άντεχαν με όρους σχεδόν υπεράνθρωπους. Η πείνα, οι αρρώστιες, η έλλειψη πολεμοφοδίων και η εξάντληση δεν λύγισαν το φρόνημα των πολιορκημένων. Το Μεσολόγγι δεν έζησε απλώς μία στρατιωτική αναμέτρηση. Έζησε μία δοκιμασία ορίων, πόσο μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος, όταν αυτό που υπερασπίζεται δεν είναι μόνο η ζωή του, αλλά το νόημά της.

Η Οχύρωση: Τα Τείχη και οι Ντάπιες

Κεντρικό στοιχείο της άμυνας υπήρξε η οχύρωση της πόλης, ένας συνδυασμός ανθρώπινης εφευρετικότητας και επίπονης εργασίας.. Ο Χιώτης μηχανικός Μιχαήλ Κοκκίνης, με εντολή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, αναμόρφωσε τα τείχη και οργάνωσε ένα σύγχρονο για την εποχή αμυντικό σύστημα. Η πόλη περιβαλλόταν από χωμάτινα τείχη, τάφρο και μια σειρά από προκεχωρημένα οχυρωματικά έργα γνωστά ως ντάπιες — ένας όρος οθωμανικής προέλευσης που υποδηλώνει πρόχωμα ή προμαχώνα.

Η τάφρος, που επικοινωνούσε με τη θάλασσα, δυσχέραινε την προσπέλαση, ενώ οι προμαχώνες έδιναν τη δυνατότητα αμυντικής κάλυψης και αντεπιθέσεων.

Κάθε ντάπια είχε το δικό της όνομα, τον δικό της φρουρό, τη δική της ιστορία. Μαζί συνιστούσαν έναν ισχυρό ιστό άμυνας που, για τον ένα χρόνο της τρίτης πολιορκίας, κράτησε έναν στρατό δεκαπλάσιο σε αριθμό:

Οι ντάπιες δεν ήταν απλά τεχνικά έργα. Ήταν σημεία μνήμης και ιδεολογίας. Έφεραν ονόματα που συνέδεαν την ελληνική υπόθεση με τον παγκόσμιο αγώνα της ελευθερίας: Ρήγα, Κοραή, Μάρκου Μπότσαρη, Μακρή, Κανάρη, Μιαούλη, Σαχτούρη, Λόρδου Βύρωνος, Φραγκλίνου, Γουλιέλμου Τέλλου, Κοściuszko, Γουλιέλμου της Οράγγης, Μονταλεμπέρ, Σκεντέρμπεη, Λόρδου Σέφιλντ, Νόρμαν και άλλων. Έτσι, πάνω στο χώμα του Μεσολογγίου, η Ελληνική Επανάσταση συνομιλούσε με την Αμερικανική, την Ελβετική, την Πολωνική, τη φιλελεύθερη ευρωπαϊκή παράδοση. Κάθε ντάπια ήταν και μία δήλωση, ότι ο αγώνας αυτός δεν ήταν στενά τοπικός, αλλά βαθιά ανθρώπινος και αφορούσε όλους τους ανθρώπους, τους οποίους συγκινούσε η έννοια της ελευθερίας.

Οι κάτοικοι και υπερασπιστές της πόλης

Η πόλη δεν ήταν μεγάλη. Κατοικούσαν σε αυτήν μερικές χιλιάδες ψυχές, ψαράδες ως επί το πλείστον, που ζούσαν σε χαμηλά σπίτια δίπλα στη λιμνοθάλασσα. Όμως ο χαρακτήρας των κατοίκων της — σκληρός, ανεξάρτητος, ριψοκίνδυνος — τη μετέτρεψε σε φρούριο που άντεξε τρεις πολιορκίες.

Στην πόλη αυτή συναντήθηκαν σπουδαίες μορφές του Αγώνα. Ο Σουλιώτης Μάρκος Μπότσαρης, ο ήρωας του Καρπενησίου, συνδέθηκε άρρηκτα με το Μεσολόγγι, όπου τάφηκε και τιμήθηκε. Ο αδελφός του Νότης Μπότσαρης, ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Δημήτριος Μακρής, ο Νικόλαος Στουρνάρης, ο Αθανάσιος Ραζή-Κότσικας, ο Μήτρος Δεληγιώργης, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και τόσοι άλλοι κράτησαν την άμυνα της πόλης με πείσμα και αυταπάρνηση. Ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, μορφή πνευματικής αντοχής, έμεινε μέχρι τέλους κοντά στους πολιορκημένους, αρνούμενος να αποχωρήσει προς την ασφάλεια, αν και μπορούσε, μένοντας έως τέλους με το ποίμνιό του και βοηθώντας έμπρακτα στον αγώνα. Έναν αιώνα μετά το υπόδειγμά του ακολούθησε και ο Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης! Ο Χρήστος Καψάλης έγινε το σύμβολο της ύστατης θυσίας, όταν προτίμησε να ανατινάξει την πυριτιδαποθήκη μαζί με όσους είχαν καταφύγει εκεί, παρά να παραδοθούν στον εχθρό, ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης έζησε μέσα στην πολιορκία και κατέγραψε με ακρίβεια τα γεγονότα στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», καταφέρνοντας να ξεφύγει κατά την Έξοδο.

Δίπλα στους Έλληνες στάθηκαν και ξένοι Φιλέλληνες. Ο Λόρδος Βύρων, που έφθασε στο Μεσολόγγι και πέθανε εκεί το 1824, δεν πρόλαβε την Έξοδο, αλλά η παρουσία και ο θάνατός του φόρτισαν την πόλη με διεθνή αναγνώριση και συμβολισμό. Μεταξύ άλλων αναφέρω τον Φρανκ Άμπνεϊ Χάστινγκς, Βρετανό αξιωματικό του Ναυτικού, που αγωνίστηκε στο Μεσολόγγι και έγινε ένας από τους πιο αποτελεσματικούς στρατιωτικούς ηγέτες των Ελλήνων, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά εμπρηστικά βλήματα κανονιών, τον Κάρολο Φαβιέρο, Γάλλο αξιωματικό, που υπηρέτησε στον ναπολεόντειο στρατό και έφτασε στην Ελλάδα γεμάτος ιδεαλισμό, οργάνωσε και εκπαίδευσε τακτικό ελληνικό στρατό, κάνοντας μεγάλες προσπάθειες ανακούφισης της πολιορκημένης πόλης, τον Ιρλανδό αξιωματικό Ρίχαρντ Τσέρτς, που ανέλαβε αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων το 1827 και οργάνωσε αρκετές εκστρατείες σωτηρίας για το Μεσολόγγι και τον Αμερικανό γιατρό και φιλέλληνα Σάμουελ Χάου, που έφτασε στο Μεσολόγγι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, πρόσφερε ιατρική βοήθεια στους πολιορκημένους και έγινε ένας από τους πιο φανατικούς υποστηρικτές της ελληνικής ανεξαρτησίας στην Αμερική, συγκεντρώνοντας χρήματα και συγκινώντας την αμερικανική κοινή γνώμη. Ο Γερμανοελβετός Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ, εκδότης επίσης των «Ελληνικών Χρονικών», εξέδωσε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας την 1η Ιανουαρίου 1824 και η έκδοσή της συνεχίστηκε μέσα στις δυσκολίες του Αγώνα και της πολιορκίας, δημοσιεύοντας ειδήσεις από την επαναστατημένη Ελλάδα, αποφάσεις της διοίκησης, ανταποκρίσεις, πολιτικά κείμενα, μεταφράσεις από ευρωπαϊκές εφημερίδες, κείμενα υπέρ της ελευθερίας του Τύπου και της εθνικής ανεξαρτησίας. Έτσι το Μεσολόγγι γινόταν όχι μόνο στρατιωτικό προπύργιο, αλλά και κέντρο δημόσιου λόγου. Η σημασία του τυπογραφείου ήταν τεράστια. Σε μια εποχή όπου η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη επηρέαζε καθοριστικά την τύχη της Ελληνικής Επανάστασης, η εφημερίδα του Μεσολογγίου μετέφερε προς τα έξω την εικόνα ενός λαού που αγωνιζόταν για ελευθερία, δικαιοσύνη και πολιτική αξιοπρέπεια. Παράλληλα, κρατούσε ζωντανό το ηθικό των πολιορκημένων, υπενθυμίζοντας ότι ο Αγώνας δεν ήταν μόνο πολεμικός, αλλά και πνευματικός. Ο Μάγερ υπερασπίστηκε την Επανάσταση όχι μόνο με το πνεύμα και την πένα του, αλλά και με την ίδια του τη ζωή, αφού χάθηκε κατά την Έξοδο μαζί με τη γυναίκα και τα παιδιά του.

Στο Μεσολόγγι δεν πολεμούσε μόνο το καριοφίλι κι οι αμυντικές ντάπιες, πολεμούσε και ο λόγος, η τυπογραφία κι η μαρτυρία προς την Ευρώπη. Η πόλη ήταν φρούριο, αλλά και βήμα ελευθερίας με ενεργές σπουδαίες πνευματικές ντάπιες.

Η Νυχτερινή Έξοδος: Μια Νύχτα που Άλλαξε την Ιστορία

Καθώς η πείνα έγινε αβάστακτη και κάθε ελπίδα ανεφοδιασμού έσβησε, ενώ ο λιμός κι η δυσεντερία αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό, οι πολιορκημένοι κλήθηκαν να επιλέξουν ανάμεσα στην παράδοση και στην έξοδο. Στο συμβούλιο των αρχηγών και προκρίτων, αποφασίστηκε η διάσπαση του κλοιού,απόφαση που έγινε δεκτή και από το λαό. Ήταν απόφαση τραγική, διότι όλοι γνώριζαν ότι οδηγούσε σε σχεδόν βέβαιο θάνατο. Κι όμως, μέσα σε αυτήν ακριβώς τη γνώση βρίσκεται το μεγαλείο της. Η Έξοδος δεν ήταν απελπισία. Ήταν συνειδητή άρνηση της δουλείας.

Τη νύχτα εκείνη της 10ης προς 11η Απριλίου 2026, Σάββατο τουΛαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων, άνδρες, γυναίκες και παιδιά κινήθηκαν μέσα στο σκοτάδι, ανάμεσα στα ερείπια, στους καπνούς, στις προδομένες ή ματαιωμένες ελπίδες. Το σχέδιο προέβλεπε κίνηση σε τρεις στήλες, διάσπαση των εχθρικών γραμμών και κατεύθυνση προς τα βουνά. Ο στόλος του Μιαούλη θα πλησίαζε ταυτόχρονα για να αποσπά την προσοχή.

Όμως ο εχθρός ήταν προετοιμασμένος, ο αιφνιδιασμός δεν πέτυχε όπως αναμενόταν λόγω πιθανής προδοσίας και η Έξοδος μετατράπηκε σε σφαγή. Πολλοί έπεσαν μαχόμενοι. Άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. Λίγοι κατόρθωσαν να σωθούν. Όμως η ήττα στο πεδίο της μάχης έγινε νίκη στο πεδίο της μνήμης. Το Μεσολόγγι έπεσε, αλλά δεν παραδόθηκε.

Ιδιαίτερες ιστορίες αυτής της νύχτας φωτίζουν το μέγεθος της θυσίας. Η μορφή του Καψάλη, που συνδέθηκε με την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης, εκφράζει το έσχατο «όχι» στην ατίμωση. Οι μητέρες που προχώρησαν με τα παιδιά τους μέσα στον χαλασμό, οι τραυματισμένοι που έμειναν πίσω γνωρίζοντας την τύχη τους, οι αγωνιστές που κράτησαν τις θέσεις τους για να περάσουν άλλοι, οι ανώνυμοι νεκροί που δεν ζήτησαν δόξα, αλλά έγιναν οι ίδιοι δόξα, συγκροτούν το αληθινό πρόσωπο της Εξόδου. Η Ιστορία δεν γράφτηκε μόνο από τους αρχηγούς, αλλά και από τους αφανείς. Γι’ αυτό το Μεσολόγγι ονομάστηκε Ιερή Πόλη. Στον Κήπο των Ηρώων, το νεκροταφείο των γνωστών και οι αγνώστων, Ελλήνων και Φιλελλήνων, πολεμιστών και αμάχων, τιμώνται όλοι όσοι έκαναν το Μεσολόγγι παγκόσμιο σύμβολο ελευθερίας.

Η διεθνής απήχηση της Εξόδου

Η εικόνα των αδύναμων πολιορκημένων, που προτίμησαν τον ηρωικό θάνατο από την αιχμαλωσία, συγκλόνισε την Ευρώπη. Στη Γαλλία, ο Ντελακρουά ζωγράφισε το εμβληματικό «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου». Στην Αγγλία, τα φιλελληνικά κομιτάτα άρχισαν να στέλνουν χρήματα και εθελοντές με αυξημένο ρυθμό. Η θυσία των πολιορκημένων έγινε κραυγή που πέρασε τα σύνορα. Η φιλελληνική συνείδηση ενισχύθηκε, η κοινή γνώμη συγκινήθηκε, η ελληνική υπόθεση απέκτησε νέα ηθική δύναμη. Το Μεσολόγγι απέδειξε ότι ένας λαός μπορεί να ηττηθεί στρατιωτικά και συγχρόνως να νικήσει ηθικά. Και αυτή η ηθική νίκη υπήρξε καθοριστική για τη συνέχεια του Αγώνα. Ο θάνατος πολλών αλλά η ηρωική πράξη των λίγων έπεισε τις Μεγάλες Δυνάμεις να επέμβουν. Ένα χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 1827, ο ελληνικός στόλος μαζί με αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά πλοία κατέστρεψε την τουρκοαιγυπτιακή αρμάδα στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Ο δρόμος για την ελληνική ανεξαρτησία είχε ανοίξει.

200 χρόνια αγώνες και θυσίες για την Ελευθερία

Σήμερα, διακόσια χρόνια μετά, η μνήμη της Εξόδου δεν πρέπει να περιορίζεται σε επετειακή συγκίνηση. Είναι χρέος αυτογνωσίας. Το Μεσολόγγι μας θυμίζει ότι η ελευθερία δεν είναι δεδομένη, ότι η αξιοπρέπεια δεν χαρίζεται, ότι η ιστορική συνέχεια ενός λαού θεμελιώνεται στις στιγμές, όπου οι άνθρωποι υπερβαίνουν την ατομικότητα, τον εφησυχασμό και τον φόβο τους κι αναλαμβάνουν το κόστος της θυσίας, για τη θεμελίωση μίας καλύτερης κοινωνίας. Μας διδάσκει επίσης ότι ο πατριωτισμός στην πιο καθαρή του μορφή δεν είναι μίσος προς τον άλλον, αλλά αγάπη προς το δίκαιο, την ελευθερία και την τιμή.

Το 1826 οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Μεσολογγίου σφυρηλάτησαν ένα δραματικό και ηρωικό ιστορικό γεγονός, ως πανανθρώπινο μέτρο, με το οποίο κρίνονται οι εποχές, οι κοινωνίες και οι άνθρωποι, καθώς σε κάθε εποχή καθένας μας καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην ευκολία της υποταγής με τα θελκτικά ανταλλάγματά της και στη δύσκολη υπέρβαση της ελευθερίας, όχι μόνον κοσμικά νοούμενη, αλλά και ως ένα διαρκές πνευματικό ζητούμενο.

Κυριάκος Κόκκινος, Δικηγόρος, Διαμεσολαβητής, Διαπραγματευτής, Συστημικός Αναλυτής CSAP, Coach

To Top