ΔΕΕ 312/24 Η διατήρηση προσωπικών δεδομένων ποινικής έρευνας στον υπηρεσιακό φάκελο αστυνομικού και το δικαίωμα διαγραφής κατά τον ΓΚΠΔ

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 4ης Ιουνίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ποινικές υποθέσεις – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 – Οδηγία (ΕΕ) 2016/680 – Πεδία εφαρμογής – Επεξεργασία των δεδομένων που συλλέγονται στο πλαίσιο έρευνας κατά αστυνομικού ως υπόπτου για ποινικό αδίκημα – Καταχώριση των σχετικών με την εν λόγω έρευνα δεδομένων στον ατομικό φάκελο του αστυνομικού – Νομιμότητα της επεξεργασίας – Άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού – Επεξεργασία απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση – Νομική βάση για την επεξεργασία – Άρθρο 17 του εν λόγω κανονισμού – Δικαίωμα διαγραφής »

Στην υπόθεση C‑312/24 [Darashev] (i),

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sofiyski rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας, Βουλγαρία) με απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2024, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Απριλίου 2024, στο πλαίσιο της δίκης

CL

κατά

Prokuratura na Republika Bulgaria,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún, πρόεδρο τμήματος, J. Passer, E. Regan (εισηγητή), Δ. Γρατσία και B. Smulders, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: R. Stefanova-Kamisheva, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Μαΐου 2025,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Βουλγαρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους T. Mitova, S. Ruseva και R. Stoyanov,

–        η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Zs. Biró-Tóth και τον M. Z. Fehér,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Α. Μπουχάγιαρ, G. Koleva και H. Kranenborg,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 1 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ 2000, L 303, σ. 16), του άρθρου 2, παράγραφος 1, του άρθρου 4, σημεία 2 και 6, του άρθρου 9, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, καθώς και του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και δʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2018, L 127, σ. 2, στο εξής: ΓΚΠΔ), του άρθρου 3, σημεία 1 και 2, του άρθρου 9, παράγραφος 1, και του άρθρου 16, παράγραφος 2, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2016, L 119, σ. 89), καθώς και του άρθρου 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του CL και της Prokuratura na Republika Bulgaria (εισαγγελίας της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, στο εξής: εισαγγελία) σχετικά με αποζημίωση την οποία αξιώνει ο CL για τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω, αφενός, των μέτρων έρευνας που ελήφθησαν εις βάρος του στο πλαίσιο ποινικής έρευνας που τον αφορούσε και, αφετέρου, των συνεπειών της έρευνας αυτής.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 2000/78

3        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, το οποίο επιγράφεται «Σκοπός», προβλέπει τα εξής:

«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη.»

 Ο ΓΚΠΔ

4        Οι αιτιολογικές σκέψεις 4, 10, 19, 39, 41, 65 και 66 του ΓΚΠΔ αναφέρουν τα εξής:

«(4)      […] Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής […]

[…]

(10)      Για τη διασφάλιση συνεκτικής και υψηλού επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων και την άρση των εμποδίων στις ροές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης, το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να είναι ισοδύναμο σε όλα τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να διασφαλίζεται συνεκτική και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση. […]

[…]

(19)      […]

Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές για σκοπούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν ειδικότερες διατάξεις για την προσαρμογή της εφαρμογής των κανόνων του παρόντος κανονισμού. Αυτές οι διατάξεις μπορούν να καθορίζουν με ακριβέστερο τρόπο ειδικές απαιτήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές για αυτούς τους άλλους σκοπούς, λαμβανομένων υπόψη των συνταγματικών, οργανωτικών και διοικητικών δομών των αντίστοιχων κρατών μελών. […]

[…]

(39)      […] Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι επαρκή και συναφή και να περιορίζονται στα αναγκαία για τους σκοπούς της επεξεργασίας τους. Αυτό απαιτεί ειδικότερα να διασφαλίζεται ότι το διάστημα αποθήκευσης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να περιορίζεται στο ελάχιστο δυνατό. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο εάν ο σκοπός της επεξεργασίας δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα. […]

[…]

(41)      Οποτεδήποτε ο παρών κανονισμός αναφέρεται σε νομική βάση ή νομοθετικό μέτρο, αυτό δεν προϋποθέτει απαραιτήτως νομοθετική πράξη εγκεκριμένη από ένα κοινοβούλιο, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων σύμφωνα με τη συνταγματική τάξη του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Ωστόσο, αυτή η νομική βάση ή το νομοθετικό μέτρο θα πρέπει να είναι διατυπωμένο με σαφήνεια και ακρίβεια και η εφαρμογή του να είναι προβλέψιμη για πρόσωπα που υπόκεινται σε αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης […] και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

[…]

(65)      Ένα υποκείμενο των δεδομένων θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητεί τη διόρθωση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και το “δικαίωμα στη λήθη”, εάν η διατήρηση των εν λόγω δεδομένων παραβιάζει τον παρόντα κανονισμό ή το δίκαιο της Ένωσης ή κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Ιδίως, το υποκείμενο των δεδομένων θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητεί τη διαγραφή και την παύση της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι πλέον απαραίτητα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέγονται ή υποβάλλονται κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία, εάν το υποκείμενο των δεδομένων […] αντιτάσσεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν ή εάν η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν δεν είναι σύμφωνη προς τον παρόντα κανονισμό κατ’ άλλο τρόπο. […] Ωστόσο, η περαιτέρω διατήρηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να είναι σύννομη όταν είναι αναγκαία […] για τη συμμόρφωση με νομική υποχρέωση, για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας[…].

(66)      Για να ενισχυθεί το δικαίωμα στη λήθη στο επιγραμμικό περιβάλλον, το δικαίωμα διαγραφής θα πρέπει επίσης να επεκταθεί με τέτοιο τρόπο ώστε ο υπεύθυνος επεξεργασίας ο οποίος δημοσιοποίησε τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να υποχρεούται να ενημερώνει τους υπευθύνους επεξεργασίας που επεξεργάζονται τα εν λόγω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ώστε να διαγράψουν οποιουσδήποτε συνδέσμους ή αντίγραφα ή αναπαραγωγή των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. […]»

5        Το άρθρο 1 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο και στόχοι», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Ο παρών κανονισμός προστατεύει θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των φυσικών προσώπων και ειδικότερα το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

6        Το άρθρο 2 του ΓΚΠΔ, που τιτλοφορείται «Ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:

«1.      Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης.

2.      Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:

[…]

δ)      από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και πρόληψης έναντι κινδύνων που απειλούν τη δημόσια ασφάλεια.

[…]»

7        Το άρθρο 4 του ΓΚΠΔ, το οποίο επιγράφεται «Ορισμοί», έχει ως ακολούθως:

«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:

1)      “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο […]· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου,

2)      “επεξεργασία”: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή,

[…]

6)      “σύστημα αρχειοθέτησης”: κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση,

[…]»

8        Το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:

α)      υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων (“νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια”),

[…]

ε)      διατηρούνται υπό μορφή που επιτρέπει την ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποθηκεύονται για μεγαλύτερα διαστήματα, εφόσον τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή για στατιστικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 και εφόσον εφαρμόζονται τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που απαιτεί ο παρών κανονισμός για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων (“περιορισμός της περιόδου αποθήκευσης”),

[…]».

9        Το άρθρο 6 του ΓΚΠΔ φέρει τον τίτλο «Νομιμότητα της επεξεργασίας» και έχει ως εξής:

«1.      Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

[…]

γ)      η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας,

[…]

3.      Η βάση για την επεξεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία γ) και ε) ορίζεται σύμφωνα με:

α)      το δίκαιο της Ένωσης, ή

β)      το δίκαιο του κράτους μέλος στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας.

Ο σκοπός της επεξεργασίας καθορίζεται στην εν λόγω νομική βάση ή, όσον αφορά την επεξεργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε), είναι η αναγκαιότητα της επεξεργασίας για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Η εν λόγω νομική βάση μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για την προσαρμογή της εφαρμογής των κανόνων του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων: τις γενικές προϋποθέσεις που διέπουν τη σύννομη επεξεργασία από τον υπεύθυνο επεξεργασίας· τα είδη των δεδομένων που υποβάλλονται σε επεξεργασία· τα οικεία υποκείμενα των δεδομένων· τις οντότητες στις οποίες μπορούν να κοινοποιούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και τους σκοπούς αυτής της κοινοποίησης· τον περιορισμό του σκοπού· τις περιόδους αποθήκευσης· και τις πράξεις επεξεργασίας και τις διαδικασίες επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διασφάλιση σύννομης και θεμιτής επεξεργασίας, όπως εκείνα για άλλες ειδικές περιπτώσεις επεξεργασίας όπως προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΧ. Το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους ανταποκρίνεται σε σκοπό δημόσιου συμφέροντος και είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό.

[…]»

10      Το άρθρο 9 του ΓΚΠΔ, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», έχει ως εξής:

«1.      Απαγορεύεται η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομένων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολισμό.

2.      Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

[…]

β)      η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των υποχρεώσεων και την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων του υπευθύνου επεξεργασίας ή του υποκειμένου των δεδομένων στον τομέα του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης και κοινωνικής προστασίας, εφόσον επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή κράτους μέλους ή από συλλογική συμφωνία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο παρέχοντας κατάλληλες εγγυήσεις για τα θεμελιώδη δικαιώματα και τα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων,

[…]».

11      Το άρθρο 10 του ΓΚΠΔ, με τίτλο «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα», προβλέπει τα εξής:

«Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή σχετικά μέτρα ασφάλειας που βασίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 διενεργείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής ή εάν η επεξεργασία επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων. […]»

12      Το άρθρο 17 του ΓΚΠΔ, με τίτλο «Δικαίωμα διαγραφής (“δικαίωμα στη λήθη”)», έχει ως εξής:

«1.      Το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να διαγράψει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εάν ισχύει ένας από τους ακόλουθους λόγους:

α)      τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι πλέον απαραίτητα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία,

[…]

δ)      τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία παράνομα,

[…]

3.      Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στον βαθμό που η επεξεργασία είναι απαραίτητη:

[…]

β)      για την τήρηση νομικής υποχρέωσης που επιβάλλει την επεξεργασία βάσει του δικαίου της Ένωσης ή του δικαίου κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας,

[…]».

 Η οδηγία 2016/680

13      Οι αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 της οδηγίας 2016/680 έχουν ως εξής:

«(11)      Ενδείκνυται, επομένως, οι εν λόγω τομείς να διέπονται από μια οδηγία η οποία θεσπίζει ειδικούς κανόνες για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από τις απειλές κατά της δημόσιας ασφαλείας και της αποτροπής τους, με σεβασμό της ειδικής φύσης των εν λόγω δραστηριοτήτων. Στις εν λόγω αρμόδιες αρχές θα πρέπει να περιλαμβάνονται όχι μόνο δημόσιες αρχές, όπως οι δικαστικές αρχές, η αστυνομία ή άλλες αρχές επιβολής του νόμου, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος φορέας ή οποιαδήποτε οντότητα στα οποία δίκαιο του κράτους μέλους αναθέτει την άσκηση δημόσιας αρχής και την άσκηση δημόσιων εξουσιών για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Όταν ένας τέτοιος φορέας ή οντότητα επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για σκοπούς άλλους από αυτούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζεται ο [ΓΚΠΔ]. Ο [ΓΚΠΔ], ως εκ τούτου, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου φορέας ή οντότητα συλλέγει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για άλλους σκοπούς και επεξεργάζεται περαιτέρω τα εν λόγω δεδομένα προκειμένου να συμμορφωθεί σε νομική υποχρέωση στην οποία υπόκειται. […]

(12)      Οι δραστηριότητες που εκτελούνται από την αστυνομία ή από άλλες αρχές επιβολής του νόμου επικεντρώνονται κυρίως στην πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων, περιλαμβανομένων των αστυνομικών δραστηριοτήτων που εκτελούνται χωρίς προηγούμενη γνώση εάν ένα περιστατικό αποτελεί ποινικό αδίκημα. […] Περιλαμβάνουν επίσης την τήρηση του νόμου και της τάξης, ως καθήκον που ανατίθεται στην αστυνομία ή σε άλλες αρχές επιβολής του νόμου όπου αυτό είναι αναγκαίο για την προστασία και την αποτροπή όσον αφορά σε απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και κατά θεμελιωδών συμφερόντων της κοινωνίας προστατευόμενων από τον νόμο, που ενδέχεται να οδηγήσουν σε διάπραξη ποινικού αδικήματος. […]»

14      Το άρθρο 1 της οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αντικείμενο και στόχοι», προβλέπει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες που αφορούν στην προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους.»

15      Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1.»

16      Κατά το άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί»:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

1)      “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο […]· το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας, ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου·

2)      “επεξεργασία”: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή·

[…]

7)      “αρμόδια αρχή”:

α)      κάθε δημόσια αρχή αρμόδια για την πρόληψη, τη διερεύνηση, την ανίχνευση ή τη δίωξη ποινικών αδικημάτων ή την εκτέλεση ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους· ή

[…]

(8)      “υπεύθυνος επεξεργασίας”: η αρμόδια αρχή η οποία, μόνη ή από κοινού με άλλους, καθορίζει τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· όταν οι σκοποί και ο τρόπος της επεξεργασίας αυτής καθορίζονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια για τον διορισμό του μπορούν να προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους·

[…]».

17      Το άρθρο 9 της οδηγίας 2016/680, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ειδικοί όροι επεξεργασίας», ορίζει τα ακόλουθα:

«1.      Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συγκεντρώνονται από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς του άρθρου 1 παράγραφος 1 δεν υφίστανται επεξεργασία για σκοπούς άλλους από αυτούς του άρθρου 1 παράγραφος 1, εκτός εάν αυτή η επεξεργασία επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών. Όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υφίστανται επεξεργασία για τέτοιους άλλους σκοπούς, εφαρμόζεται ο [ΓΚΠΔ], εκτός εάν η επεξεργασία διενεργείται στο πλαίσιο δραστηριότητας η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

2.      Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές είναι επιφορτισμένες από το δίκαιο του κράτους μέλους με την εκτέλεση καθηκόντων διαφορετικών από εκείνων που εκτελούνται για τους σκοπούς του άρθρου 1 παράγραφος 1, εφαρμόζεται ο [ΓΚΠΔ] στην επεξεργασία που διενεργείται για τους εν λόγω σκοπούς, που περιλαμβάνουν την αρχειοθέτηση για λόγους δημοσίου συμφέροντος, τη χρήση για επιστημονικούς, στατιστικούς ή ιστορικούς λόγους, εκτός εάν η επεξεργασία διενεργείται στο πλαίσιο δραστηριότητας που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

[…]»

18      Το άρθρο 10 της οδηγίας αυτής προβλέπει προϋποθέσεις σχετικά με την επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

19      Το άρθρο 16 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Δικαίωμα διόρθωσης ή διαγραφής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και περιορισμού ως προς την επεξεργασία», ορίζει στην παράγραφο 2 τα εξής:

«Τα κράτη μέλη προβλέπουν την υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας να διαγράφει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χωρίς άσκοπη καθυστέρηση και προβλέπουν το δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων να εξασφαλίζει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν χωρίς άσκοπη καθυστέρηση, εάν η επεξεργασία παραβιάζει τα τις διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει των άρθρων 4, 8 ή 10 ή εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να διαγραφούν προκειμένου να τηρηθεί εκ του νόμου υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας.»

 Το βουλγαρικό δίκαιο

20      Ο zakon za otgovornostta na darzhavata i obshtinite za vredi (νόμος περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης για τις προκληθείσες ζημίες) (DV αριθ. 60, της 5ης Αυγούστου 1988), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, προβλέπει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, σημεία 2 και 3, τα εξής:

«Το Δημόσιο ευθύνεται για ζημίες που προκαλούνται σε πολίτες από τις ανακριτικές, εισαγγελικές ή δικαστικές αρχές σε περίπτωση: […] 2. προσβολής δικαιωμάτων που προστατεύονται από το άρθρο 5, παράγραφοι 2 έως 4 της Σύμβασης· 3. κατηγορίας για τέλεση ποινικού αδικήματος, εάν το πρόσωπο αθωωθεί ή εάν η ποινική διαδικασία περατωθεί με την αιτιολογία ότι η πράξη δεν τελέσθηκε από το συγκεκριμένο πρόσωπο ή ότι η τελεσθείσα πράξη δεν συνιστά ποινικό αδίκημα, ή ότι η ποινική διαδικασία κινήθηκε μετά την παραγραφή ή την αμνηστία· […]».

21      Ο zakon za ministerstvoto na vatreshnite raboti (νόμος περί του Υπουργείου Εσωτερικών) (DV αριθ. 53, της 27ης Ιουνίου 2014), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: ZMVR), ορίζει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, τα εξής:

«Οι δραστηριότητες του Υπουργείου Εσωτερικών αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών, στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας, στην προστασία της εθνικής ασφάλειας, στη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης, στη διασφάλιση της πυροπροστασίας και στην προστασία του πληθυσμού.»

22      Το άρθρο 26, παράγραφος 2, του ZMVR, ορίζει τα ακόλουθα:

«Οι προθεσμίες αποθήκευσης των δεδομένων που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 ή περιοδικής επανεξέτασης της αναγκαιότητας αποθήκευσής τους καθορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών. Τα δεδομένα αυτά διαγράφονται επίσης προς τον σκοπό εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή απόφασης της επιτροπής προστασίας δεδομένων [προσωπικού χαρακτήρα].»

23      Το άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 2, του ZMVR έχει ως εξής:

«(1) Υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων [προσωπικού χαρακτήρα] είναι ο Υπουργός Εσωτερικών, ο οποίος μπορεί να αναθέτει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε υπαλλήλους που ορίζει ο ίδιος. (2) Οι λεπτομέρειες επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθορίζονται μέσω κατευθυντήριων οδηγιών του Υπουργού Εσωτερικών.»

24      Το άρθρο 147 του ZMVR προβλέπει τα εξής:

«(1) Για κάθε υπάλληλο του Υπουργείου Εσωτερικών καταρτίζεται και τηρείται ατομικός φάκελος· (2) Οι λεπτομέρειες όσον αφορά την κατάρτιση, τη διαχείριση και τη διατήρηση των ατομικών φακέλων, καθώς και οι λεπτομέρειες όσον αφορά τη χρησιμοποίησή τους, καθορίζονται μέσω κατευθυντήριων οδηγιών του Υπουργού Εσωτερικών.»

25      Το άρθρο 150 του ZMVR προβλέπει τα ακόλουθα:

«(1) Ο Υπουργός Εσωτερικών καταρτίζει κώδικα δεοντολογίας για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος δημοσιεύεται στον Darzhaven vestnik· (2) Οι υπάλληλοι οφείλουν να τηρούν τους κανόνες που καθορίζονται στον κώδικα δεοντολογίας των υπαλλήλων του Υπουργείου Εσωτερικών.»

26      Κατά το άρθρο 155, παράγραφοι 1 και 4, του ZMVR:

«(1) Υπάλληλος του Υπουργείου Εσωτερικών είναι το φυσικό πρόσωπο με δικαιοπρακτική ικανότητα που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: […] 2. δεν έχει καταδικαστεί για εκ προθέσεως ποινικό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου, ακόμη και αν έχει αποκατασταθεί· 3. δεν έχει απαγγελθεί κατ’ αυτού κατηγορία και δεν έχει διωχθεί για εκ προθέσεως ποινικό αδίκημα του κοινού δικαίου· […]

[…]

(4) Οι περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σημείο 2, διαπιστώνονται αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.»

27      Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, του zakon za zashtita na lichnite danni (νόμου περί της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) (DV αριθ. 1, της 4ης Ιανουαρίου 2002), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: ZZLD), έχει ως ακολούθως:

«(1) Η επιτροπή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα […] είναι ανεξάρτητη και μόνιμη εποπτική αρχή η οποία διασφαλίζει την προστασία των προσώπων κατά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν και κατά την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, καθώς και τον έλεγχο της τήρησης [του ΓΚΠΔ] και του παρόντος νόμου· (2) η επιτροπή [προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα] συμβάλλει στην εφαρμογή της κρατικής πολιτικής στον τομέα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

28      Το άρθρο 42 του ZZLD ορίζει τα εξής:

«(1) Οι κανόνες του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και της αποτροπής τους. (2) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται για τους σκοπούς της παραγράφου 1 δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία για άλλους σκοπούς, εκτός εάν άλλως προβλέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή τη νομοθεσία της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας. (3) Όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία από τις αρμόδιες αρχές της παραγράφου 1 για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 καθώς και στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2, εφαρμόζεται ο [ΓΚΠΔ] και οι σχετικές διατάξεις του παρόντος νόμου που θέτουν σε εφαρμογή τον εν λόγω κανονισμό. (4) Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι οι δημόσιες αρχές με εξουσίες πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους. (5) Εκτός εάν ο νόμος ορίζει άλλως, υπεύθυνος επεξεργασίας, κατά την έννοια του παρόντος κεφαλαίου, στο πλαίσιο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς που ορίζονται στην παράγραφο 1 είναι η αρμόδια αρχή κατά την έννοια της παραγράφου 4 ή ο διοικητικός φορέας στον οποίο υπάγεται η εν λόγω αρχή η οποία, αυτοτελώς ή από κοινού με άλλες αρχές, καθορίζει τους σκοπούς και τον τρόπο της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

29      Το άρθρο 43 του ZZLD προβλέπει τα εξής:

«Οι κανόνες του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται στην, εν όλω ή εν μέρει, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης.»

30      Το άρθρο 46 του ΓΚΠΔ έχει ως ακολούθως:

«(1) Όταν οι προθεσμίες για τη διαγραφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή για την περιοδική επανεξέταση της αναγκαιότητας αποθήκευσής τους δεν καθορίζονται από τον νόμο, καθορίζονται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας· (2) η περιοδική επανεξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τεκμηριώνεται και η απόφαση για τη συνέχιση της αποθήκευσης των δεδομένων αιτιολογείται.»

31      Οι κατευθυντήριες οδηγίες αριθ. 8121z-532, της 9ης Σεπτεμβρίου 2014, σχετικά με την κατάρτιση, την τήρηση, την αποθήκευση και τη χρησιμοποίηση των ατομικών φακέλων των υπαλλήλων του Υπουργείου Εσωτερικών (DV αριθ. 78, της 19ης Σεπτεμβρίου 2014, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε στον DV αριθ. 27, της 14ης Απριλίου 2015, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε στον DV αριθ. 53, της 25ης Ιουνίου 2021), όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τους ατομικούς φακέλους), ορίζουν στο άρθρο 3 τα εξής:

«Οι ατομικοί φάκελοι καταρτίζονται και τηρούνται από τη Μονάδα Ανθρώπινου Δυναμικού των οικείων οργανωτικών δομών, αριθμούνται κατά αύξουσα σειρά, περιγράφονται σε ημερολόγιο […] και φυλάσσονται σε χώρους (αποθετήρια) που πληρούν τις απαιτήσεις αποθήκευσης υλικού που περιέχει διαβαθμισμένες πληροφορίες.»

32      Το άρθρο 5 των κατευθυντηρίων οδηγιών σχετικά με τους ατομικούς φακέλους έχει ως εξής:

«(1) H επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στους ατομικούς φακέλους πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του zakon za zashtita na klasifitsiranata informatsia […] [(νόμου περί προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών)], του [ZZLD] και του [ΓΚΠΔ]· (2) Η επεξεργασία των πληροφοριών που αποθηκεύονται στους ατομικούς φακέλους πραγματοποιείται με σκοπό: 1. την έναρξη, την τροποποίηση και τη λήξη της εργασιακής σχέσεως ή της υπηρεσίας των υπαλλήλων· 2. την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τον νόμο ή τις συλλογικές συμβάσεις, τη διαχείριση, τον προγραμματισμό και την οργάνωση της εργασίας, την ισότητα και την πολυμορφία στον χώρο εργασίας, την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, την προστασία των περιουσιακών στοιχείων του εργοδότη ή του εργαζομένου· 3. την άσκηση και απόλαυση, σε ατομική ή συλλογική βάση, των εργασιακών δικαιωμάτων και παροχών· 4. την αρχειοθέτηση για λόγους δημοσίου συμφέροντος, τη χρήση για επιστημονικούς, ιστορικούς ή στατιστικούς λόγους· (3) η πρόσβαση στις πληροφορίες που είναι αποθηκευμένες σε ατομικούς φακέλους περιορίζεται και πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας των διαβαθμισμένων πληροφοριών, του [ZZLD] και του [ΓΚΠΔ].»

33      Το άρθρο 6 των κατευθυντηρίων οδηγιών σχετικά με τους ατομικούς φακέλους προβλέπει τα εξής:

«(1) Στους ατομικούς φακέλους συλλέγονται και αποθηκεύονται έγγραφα ταξινομημένα σε τρεις ενότητες, τα οποία περιλαμβάνουν δεδομένα και πληροφορίες σχετικά με το μορφωτικό επίπεδο, τον διορισμό, τη σύναψη συμβάσεων εργασίας, την τροποποίηση των καθηκόντων και την παύση των καθηκόντων των υπαλλήλων. (2) Η πρώτη ενότητα περιλαμβάνει έγγραφα σχετικά με την ανάληψη καθηκόντων στο Υπουργείο Εσωτερικών. (3) Η δεύτερη ενότητα περιλαμβάνει έγγραφα σχετικά με την επαγγελματική εξέλιξη (δηλώσεις, πρακτικά, προτάσεις, εκθέσεις αξιολόγησης, προσωπικά δελτία, πιστοποιητικά παρακολούθησης εκπαιδεύσεων, έγγραφα συμμετοχής σε διαγωνισμούς, έλεγχο ασφαλείας, αντίγραφα αναρρωτικών αδειών κ.λπ.). (4) Η τρίτη ενότητα περιλαμβάνει έγγραφα σχετικά με την τροποποίηση των καθηκόντων [αποφάσεις, πράξεις ανάληψης και παύσης καθηκόντων, έγγραφα σχετικά με πειθαρχικές διαδικασίες, συμβάσεις εργασίας, συμπληρωματικές συμφωνίες, κοινοποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 62 του Kodeks na truda (εργατικού κώδικα) κ.λπ.].»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

34      Κατά τα έτη 2012 και 2023, ο ενάγων της κύριας δίκης υπηρέτησε ως αστυνομικός σε διάφορες θέσεις στη Γενική Διεύθυνση «Αστυνομία Ασφάλειας» και στη Γενική Διεύθυνση «Εθνική Αστυνομία» του Υπουργείου Εσωτερικών της Βουλγαρίας.

35      Την 1η Μαρτίου 2016 κινήθηκε έρευνα από τη Διεύθυνση «Εσωτερική Ασφάλεια» του Υπουργείου αυτού, κατά αγνώστου δράστη, για αδίκημα ληστείας διαπραχθείσας με τη συνέργεια τρίτου.

36      Στις 17 Μαΐου 2016 πραγματοποιήθηκε γενική συνέλευση όλων των αστυνομικών της Διεύθυνσης στην οποία ασκούσε τα καθήκοντά του ο ενάγων της κύριας δίκης. Στην εν λόγω γενική συνέλευση παρευρέθηκαν επίσης ο προϊστάμενος του οικείου τμήματος, ένας εκπρόσωπος της εν λόγω Διεύθυνσης «Εσωτερική Ασφάλεια», ένας εισαγγελέας της Sofiyska gradska prokuratura (εισαγγελίας του Δήμου Σόφιας) και ένα πρόσωπο επιφορτισμένο με τη σχετική έρευνα. Κατά την εν λόγω συνέλευση, ο ενάγων της κύριας δίκης τέθηκε δημοσίως υπό αστυνομική κράτηση και υποχρεώθηκε να παραδώσει το σήμα του, το υπηρεσιακό όπλο και την υπηρεσιακή του ταυτότητα.

37      Στο πλαίσιο της επίμαχης έρευνας διενεργήθηκαν διάφορα μέτρα έρευνας εις βάρος του ενάγοντος της κύριας δίκης, υπό την ιδιότητά του ως υπόπτου, ήτοι σωματική έρευνα, λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων και, μετά τη χορήγηση δικαστικής άδειας, έρευνα της κατοικίας του η οποία οδήγησε σε κατάσχεση. Ο ενάγων της κύριας δίκης συμμετείχε σε διαδικασία αναγνώρισης υπόπτων κατά τη διάρκεια της οποίας ο ίδιος δεν ταυτοποιήθηκε από τα θύματα ως δράστης, ενώ δεν βρέθηκε κανένα ίχνος των δακτυλικών αποτυπωμάτων του στα αντικείμενα των θυμάτων. Μετά από 24 ώρες αστυνομικής κράτησης ο ενάγων της κύριας δίκης αφέθηκε ελεύθερος και, στη συνέχεια, δεν του απαγγέλθηκε κατηγορία για το αδίκημα της ληστείας. Δεδομένου ότι ο δράστης δεν μπόρεσε να εντοπιστεί, η έρευνα ανεστάλη.

38      Ο ενάγων της κύριας δίκης εξακολούθησε να ασκεί τα καθήκοντά του στο Υπουργείο Εσωτερικών και μετέσχε σε διαγωνισμούς για προαγωγή, η οποία δεν του δόθηκε με την αιτιολογία ότι είχε τεθεί υπό αστυνομική κράτηση ως ύποπτος στο πλαίσιο της έρευνας που είχε διεξαχθεί για ληστεία. Στον ατομικό του φάκελο και στα αρχεία του υπουργείου αυτού περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την αστυνομική κράτησή του και τα μέτρα έρευνας που διενεργήθηκαν εις βάρος του υπό την ιδιότητά του ως υπόπτου.

39      Ο ενάγων της κύριας δίκης άσκησε αγωγή ενώπιον του Sofiyski rayonen sad (περιφερειακού δικαστηρίου Σόφιας, Βουλγαρία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας να υποχρεωθεί η εισαγγελική αρχή να του καταβάλει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω των μέτρων που ελήφθησαν εις βάρος του στο πλαίσιο της έρευνας, καθώς και λόγω των συνεπειών της διαδικασίας αυτής. Ισχυρίζεται ότι υπέστη ηθική βλάβη λόγω του ότι, όντας υπάλληλος του Υπουργείου Εσωτερικών από πολλών ετών, τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση ενώπιον των συναδέλφων του για αδίκημα του οποίου δεν αποδείχθηκε ότι ήταν ο δράστης. Το εν λόγω ταπεινωτικό μέτρο συνιστά εμπόδιο για την επαγγελματική του ανέλιξη, ο ίδιος δε επισημαίνει, συναφώς, ότι ο εργοδότης του, ο οποίος διέταξε την αστυνομική κράτησή του, διατηρεί βάση δεδομένων στην οποία γίνεται αναφορά στην έρευνα αυτή και στο όνομά του ως υπόπτου ενώ αρνείται να αποσύρει ή να διαγράψει τα δεδομένα αυτά.

40      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Varhoven kasatsionen sad na Republika Balgaria (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας), ύποπτος ο οποίος δεν διώχθηκε και υπέρ του οποίου εκδόθηκε απόφαση περί θέσεως της υπόθεσης στο αρχείο δικαιούται αποζημίωση.

41      Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το Υπουργείο Εσωτερικών είναι ενιαία διοικητική αρχή, αποστολή της οποίας είναι η διασφάλιση της τήρησης της δημόσιας τάξης, και η οποία αποτελείται από διάφορες διευθύνσεις, όπως οι διευθύνσεις της «Εθνικής Αστυνομίας» και της «Αστυνομίας Ασφάλειας» που παρεμβαίνουν στο πλαίσιο της προστασίας της δημόσιας τάξης, καθώς και η διεύθυνση της «Εσωτερικής Ασφάλειας» που διεξάγει τις έρευνες σχετικά με τους υπαλλήλους του υπουργείου αυτού, ανεξαρτήτως του είδους των προσαπτόμενων αδικημάτων και της μονάδας όπου υπηρετούν.

42      Ως ενιαία διοικητική αρχή, το Υπουργείο Εσωτερικών είναι ο εργοδότης όλων των υπαλλήλων που ασκούν σε αυτό τα καθήκοντά τους, αλλά κάθε διεύθυνση που το συγκροτεί αποθηκεύει τις πληροφορίες σχετικά με τους υπαλλήλους της και τις καταχωρίζει στον ατομικό τους φάκελο. Στο πλαίσιο της συμμετοχής σε διαγωνισμούς για προαγωγή ή μετάθεση, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος οφείλει να κοινοποιεί τον ατομικό του φάκελο καθώς και πληροφορίες όσον αφορά τον τρόπο εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του καθώς και το αν υπήρξε ύποπτος ή κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα, αν διέπραξε πειθαρχικό παράπτωμα ή αδίκημα κατά της δημόσιας τάξης. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται κατά το στάδιο της έρευνας αποθηκεύονται στον ατομικό φάκελο.

43      Κατά πρώτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν ο ΓΚΠΔ έχει εφαρμογή σε περιπτώσεις όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, ήτοι όταν πρόκειται περί μίας και της αυτής οργανωτικής δομής εντός της οποίας ένα τμήμα ασκεί καθήκοντα εργοδότη, ενώ ένα άλλο τμήμα ασκεί καθήκοντα αρχής επιφορτισμένης με την έρευνα στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας.

44      Κατά δεύτερον, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η αποθήκευση πληροφοριών όπως οι μνημονευόμενες στη σκέψη 42 της παρούσας απόφασης στον ατομικό φάκελο υπαλλήλου συνιστά «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 2, του ΓΚΠΔ, και αν ο φάκελος αυτός συνιστά «σύστημα αρχειοθέτησης», κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 6, του ΓΚΠΔ. Τίθεται επίσης το ζήτημα αν η αποθήκευση τέτοιων δεδομένων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ.

45      Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το Υπουργείο Εσωτερικών μπορεί, υπό την ιδιότητά του ως εργοδότης, να εμποδίσει την επαγγελματική ανέλιξη υπαλλήλου του για τον λόγο και μόνον ότι ο τελευταίος είχε την ιδιότητα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου και παρά το γεγονός ότι η ποινική διαδικασία τελικώς ανεστάλη. Μολονότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι το προσωπικό του Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο μεριμνά για την τήρηση της δημόσιας τάξης, πρέπει να πληροί υψηλότερα ηθικά και δεοντολογικά κριτήρια σε σχέση με άλλες κατηγορίες εργαζομένων ή υπαλλήλων, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν ο τρόπος επεξεργασίας δεδομένων που περιλαμβάνονται στον ατομικό φάκελο των υπαλλήλων του εν λόγω υπουργείου και αφορούν την ιδιότητα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου τελούν σε σχέση αναλογίας προς τις απαιτήσεις που ισχύουν για το συγκεκριμένο είδος υπαλλήλων. Συγκεκριμένα, κατά το αιτούν δικαστήριο, μόνον η τελεσίδικη καταδίκη συνιστά έγκυρο λόγο για τη μονομερή λύση της συμβάσεως εργασίας υπαλλήλου.

46      Κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η αρχή του «δικαιώματος στη λήθη» που προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των αιτιολογικών του σκέψεων 65 και 66, έχει την έννοια ότι τα δεδομένα του ατομικού φακέλου υπαλλήλου πρέπει να διαγράφονται, αν έχουν συλλεγεί από οργανωτική μονάδα του εργοδότη, διαφορετική από εκείνη στην οποία υπάγεται ο υπάλληλος, η οποία είναι επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή της έρευνας και αν εξ αυτών προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος υπήρξε ύποπτος ή κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα. Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί επίσης αμφιβολίες, στο πλαίσιο αυτό, ως προς το περιεχόμενο της έννοιας της «παράνομης επεξεργασίας», κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ΓΚΠΔ.

47      Κατά πέμπτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς τη δυνατότητα να εφαρμοστούν στην επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση οι διατάξεις της οδηγίας 2016/680 και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, ως προς τον νόμιμο και αναλογικό χαρακτήρα της αποθήκευσης των επίμαχων στην κύρια δίκη δεδομένων υπό το πρίσμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, και του άρθρου 10 της οδηγίας αυτής, καθώς και ως προς τη διαγραφή των δεδομένων αυτών δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας.

48      Τέλος, κατ’ έκτον, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι ο ενάγων της κύριας δίκης συμμετείχε σε διαγωνισμούς με σκοπό την προαγωγή και τη μετάθεσή του και ότι, παρά την κατάταξή του στις πρώτες θέσεις, δεν επελέγη λόγω της ιδιότητάς του ως υπόπτου στο πλαίσιο της έρευνας για ληστεία. Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η αποθήκευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από ενιαία διοικητική αρχή, όπως το Υπουργείο Εσωτερικών, συνιστά μορφή διάκρισης, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2000/78.

49      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sofiyski rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1.      Έχει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ την έννοια ότι η επεξεργασία δεδομένων περιλαμβάνει δραστηριότητες μίας ενιαίας οργανωτικής μονάδας, της οποίας ένα μέρος των [διευθύνσεων] ασκεί καθήκοντα εργοδότη, ενώ μια και μόνη άλλη διεύθυνση έχει την ιδιότητα επιφορτισμένης με την έρευνα αρχής στην ποινική διαδικασία κατά υπαλλήλων των άλλων διευθύνσεων; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:

2)      Έχει ο όρος “επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα”, στο άρθρο 4, σημείο 2, του ΓΚΠΔ, την έννοια ότι καταλαμβάνει δραστηριότητα στο πλαίσιο της οποίας προστίθενται στον ατομικό φάκελο υπαλλήλου πληροφορίες τις οποίες ο εργοδότης απέκτησε μέσω μίας από τις διευθύνσεις του ενεργούσας υπό την ιδιότητά της ως αρχής επιφορτισμένης με την έρευνα εις βάρος του υπαλλήλου;

3)      Έχει ο όρος “σύστημα αρχειοθέτησης”, στο άρθρο 4, σημείο 6, του ΓΚΠΔ, την έννοια ότι καλύπτει ατομικό φάκελο υπαλλήλου ή εργαζομένου ο οποίος εργάζεται σε διεύθυνση του εργοδότη, ενώ οι πληροφορίες έχουν συλλεχθεί από άλλη διεύθυνση του εργοδότη, η οποία έχει την ιδιότητα της επιφορτισμένης με την έρευνα αρχής;

4)      Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ την έννοια ότι οργανωτική μονάδα εργοδότη μπορεί να συλλέγει και να αποθηκεύει δεδομένα που αφορούν το γεγονός ότι ο υπάλληλος ήταν ύποπτος/κατηγορούμενος σε ποινική διαδικασία, ενώ οι πληροφορίες αυτές έχουν συλλεχθεί από άλλη οργανωτική μονάδα του εργοδότη, η οποία έχει την ιδιότητα επιφορτισμένης με την έρευνα αρχής;

5)      Έχει το “δικαίωμα στη λήθη”, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, την έννοια ότι ο εργοδότης πρέπει να διαγράφει από τον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου όλα τα δεδομένα τα οποία έχουν συλλεχθεί και αποθηκευτεί μέσω μιας άλλης από τις διευθύνσεις του, η οποία έχει την ιδιότητα της αρμόδιας για την έρευνα σε βάρος των υπαλλήλων του αρχής, και αφορούν το γεγονός ότι ο υπάλληλος:

–        είναι ύποπτος/κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα σε [μια] εκκρεμή ποινική διαδικασία·

–        ήταν ύποπτος/κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινική διαδικασία έχει ανασταλεί ή τεθεί στο αρχείο;

6)      Έχουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία “υποβλήθηκαν σε επεξεργασία παράνομα”, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ΓΚΠΔ, την έννοια ότι περιλαμβάνουν δεδομένα τα οποία ο εργοδότης έχει αποκτήσει, συλλέξει και αποθηκεύσει μέσω μιας άλλης από τις οργανωτικές του μονάδες, η οποία ασκεί τα καθήκοντα που σχετίζονται με την έρευνα στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κατά υπαλλήλου άλλης οργανωτικής μονάδας του εργοδότη, τα δε εν λόγω δεδομένα έχουν αποθηκευτεί στον ατομικό φάκελο και αφορούν το γεγονός ότι ο υπάλληλος είναι ύποπτος/κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα και συγκεκριμένα το γεγονός ότι:

–        είναι ύποπτος/κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα σε [μια] εκκρεμή ποινική διαδικασία·

–        ήταν ύποπτος/κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινική διαδικασία έχει ανασταλεί ή τεθεί στο αρχείο;

7)      Έχουν τα “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα” κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 1, της [οδηγίας 2016/680], σε συνδυασμό με το άρθρο 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [(στο εξής: Χάρτης)], την έννοια ότι πρόκειται για δεδομένα τα οποία ο εργοδότης έχει αποκτήσει, συλλέξει και αποθηκεύσει μέσω μιας από τις οργανωτικές του μονάδες η οποία ασκεί τα καθήκοντα επιφορτισμένης με την έρευνα αρχής σε ποινική διαδικασία κατά υπαλλήλου, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντά του σε άλλη οργανωτική μονάδα του εργοδότη;

8)      Έχει η “επεξεργασία”, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 2, της [οδηγίας 2016/680], σε συνδυασμό με το άρθρο 52 του [Χάρτη], την έννοια ότι καλύπτει τη δραστηριότητα της αποθηκεύσεως από τον εργοδότη στον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου δεδομένων τα οποία ο εργοδότης έχει αποκτήσει, συλλέξει και αποθηκεύσει μέσω μιας από τις οργανωτικές του μονάδες η οποία ασκεί τα καθήκοντα της επιφορτισμένης με την έρευνα αρχής σε ποινική διαδικασία κατά υπαλλήλου του, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντά του σε άλλη οργανωτική μονάδα του εργοδότη;

9)      Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 1, της [οδηγίας 2016/680], σε συνδυασμό με το άρθρο 52 του [Χάρτη], την έννοια ότι επιτρέπει σε εργοδότη να συλλέγει και να αποθηκεύει πληροφορίες αναφορικά με υπάλληλο που είναι ύποπτος/κατηγορούμενος, όταν ο εργοδότης έχει συλλέξει τις πληροφορίες αυτές μέσω μιας άλλης από τις οργανωτικές του μονάδες, η οποία έχει την ιδιότητα της επιφορτισμένης με την έρευνα αρχής στην ποινική διαδικασία κατά του εν λόγω υπαλλήλου;

10)      Έχει το άρθρο 16, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2016/680], σε συνδυασμό με το άρθρο 52 του [Χάρτη], την έννοια ότι ο εργοδότης πρέπει να διαγράφει από τον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου όλα τα δεδομένα τα οποία ο εργοδότης έχει συλλέξει και αποθηκεύσει μέσω μιας άλλης από τις οργανωτικές του μονάδες, η οποία έχει την ιδιότητα επιφορτισμένης με την έρευνα αρχής στην ποινική διαδικασία σε βάρος του εν λόγω υπαλλήλου, και τα οποία αφορούν το γεγονός ότι ο υπάλληλος:

–        είναι ύποπτος/κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα σε [μια] εκκρεμή ποινική διαδικασία·

–        ήταν ύποπτος/κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινική διαδικασία έχει ανασταλεί ή τεθεί στο αρχείο;

11)      Έχει το άρθρο 1 της [οδηγίας 2000/78] την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε εργοδότη, οργανωτική μονάδα του οποίου διενεργεί πράξεις έρευνας σε βάρος υπαλλήλου άλλης οργανωτικής μονάδας, να εμποδίσει την επαγγελματική ανέλιξη υπαλλήλου αποκλειστικά και μόνο βάσει του γεγονότος ότι ο εν λόγω υπάλληλος:

–        είναι ύποπτος/κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα σε [μια] εκκρεμή ποινική διαδικασία·

–        ήταν ύποπτος/κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα για το οποίο η ποινική διαδικασία έχει ανασταλεί ή τεθεί στο αρχείο;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

 Επί του παραδεκτού

50      Η Βουλγαρική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι προδήλως απαράδεκτα στο σύνολό τους.

51      Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αγωγή αποζημιώσεως στρέφεται αποκλειστικά κατά της Εισαγγελίας, η οποία αποτελεί μέρος της δικαστικής εξουσίας, ενώ οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον ατομικό φάκελο του ενάγοντος της κύριας δίκης βρίσκονται στην κατοχή μόνον του Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο υπάγεται στην εκτελεστική εξουσία και υπήρξε εργοδότης αυτού. Ως εκ τούτου, κατά την ίδια κυβέρνηση, ο ενάγων της κύριας δίκης δεν δύναται να ζητεί από την Εισαγγελία τη διαγραφή των δεδομένων του, ούτε να τη θεωρεί υπεύθυνη για το γεγονός ότι το Υπουργείο Εσωτερικών κατέχει τις εν λόγω πληροφορίες, αλλ’ ούτε και να της προσάπτει ότι παρεμπόδισε την επαγγελματική του ανέλιξη.

52      Η Βουλγαρική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Εισαγγελίας, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία περί ευθύνης του Δημοσίου, εάν προσβλήθηκαν τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων υπό την ιδιότητά του ως κατηγορουμένου και αν κατηγορήθηκε αδίκως για την τέλεση ποινικού αδικήματος. Η διαφορά της κύριας δίκης δεν αφορά ούτε την εφαρμογή διατάξεων του ΓΚΠΔ, ούτε την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά των οδηγιών 2016/680 και 2000/78 στην εσωτερική έννομη τάξη. Επομένως, κατά την εν λόγω κυβέρνηση, δεν είναι αναγκαία η ερμηνεία των εν λόγω πράξεων του δικαίου της Ένωσης για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς.

53      Ως προς το ζήτημα αυτό, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσης ή όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2025, Stadt Wuppertal, C‑130/24, EU:C:2025:340, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

54      Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας εθνικών διατάξεων και να κρίνει αν η ερμηνεία ή η εφαρμογή τους από το εθνικό δικαστήριο είναι ορθή, δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων [απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε κινητό τηλέφωνο), C‑548/21, EU:C:2024:830, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

55      Επομένως, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη, στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των δικαστηρίων της Ένωσης και των εθνικών δικαστηρίων, το πραγματικό και νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα όπως τα εξειδικεύει η απόφαση περί παραπομπής. Ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως της κριτικής που ασκεί η κυβέρνηση κράτους μέλους στην ερμηνεία του εθνικού δικαίου από το αιτούν δικαστήριο, η εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων πρέπει να βασιστεί στην ερμηνεία αυτή και δεν απόκειται στο Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβειά της [απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, CU και ND (Κοινωνική αρωγή – Έμμεση διάκριση), C‑112/22 και C‑223/22, EU:C:2024:636, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

56      Τούτου λεχθέντος, προκειμένου να καταστεί δυνατή η χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης εκ μέρους του Δικαστηρίου, από το άρθρο 94, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να περιέχει έκθεση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να διερωτηθεί ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της κατά τη γνώμη του σχέσεως μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας (απόφαση της 2ας Ιουλίου 2015, Gullotta και Farmacia di Gullotta Davide & C., C‑497/12, EU:C:2015:436, σκέψη 17).

57      Εν προκειμένω, όσον αφορά το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, δεν αμφισβητείται ότι τα προδικαστικά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο εκκρεμούς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαφοράς σχετικά με αίτημα αποκατάστασης της ζημίας που φέρεται να υπέστη ο ενάγων της κύριας δίκης όχι μόνο λόγω των μέτρων που ελήφθησαν εις βάρος του στο πλαίσιο έρευνας, αλλά και λόγω των συνεπειών της έρευνας αυτής. Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η προβαλλόμενη ζημία απορρέει, ειδικότερα, από την αποθήκευση και τη μεταγενέστερη χρήση, από τον εργοδότη, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που συνελέγησαν στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εργοδότης αυτός εμπόδισε την επαγγελματική ανέλιξη του ενάγοντος της κύριας δίκης με την αιτιολογία ότι είχε την ιδιότητα του υπόπτου στο πλαίσιο της εν λόγω έρευνας. Ο ενάγων της κύριας δίκης ζητεί επίσης τη διαγραφή του ονόματός του από τη βάση δεδομένων στην οποία έχει καταχωρισθεί ως ύποπτος.

58      Επομένως, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτουν, αφενός, η ύπαρξη σχέσης μεταξύ του αντικειμένου της διαφοράς της κύριας δίκης και των κανόνων του δικαίου της Ένωσης περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και, αφετέρου, οι λόγοι για τους οποίους το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η άρνηση του εργοδότη να διαγράψει τα επίμαχα δεδομένα συνάδει με τους ως άνω κανόνες.

59      Όσον αφορά, ειδικότερα, την κρισιμότητα της ερμηνείας της οδηγίας 2000/78 για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, δεδομένου ότι με το σχετικό ερώτημα ζητείται, κατ’ ουσίαν, να καθοριστεί αν η ζημία που φέρεται να υπέστη ο ενάγων της κύριας δίκης, η οποία συνδέεται με παρεμπόδιση της επαγγελματικής του ανέλιξης λόγω της ιδιότητάς του ως υπόπτου, μπορεί να εξεταστεί υπό το πρίσμα των διατάξεων της οδηγίας αυτής, το συγκεκριμένο ερώτημα προϋποθέτει, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, την επί της ουσίας απάντηση σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 1 της εν λόγω οδηγίας, το οποίο οριοθετεί το αντικείμενό της.

60      Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Βουλγαρική Κυβέρνηση δεν δικαιολογούν την απόρριψη των προδικαστικών ερωτημάτων ως απαράδεκτων στο σύνολό τους.

61      Αντιθέτως, παρατηρείται, κατά πρώτον, ότι, με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στο άρθρο 9 του ΓΚΠΔ, το οποίο διέπει, όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τίτλο του, την επεξεργασία ευαίσθητων κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Πλην όμως, από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη δεδομένα εμπίπτουν σε μία από τις κατηγορίες δεδομένων που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 9, ήτοι, μεταξύ άλλων, στα δεδομένα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, ή ότι πρόκειται περί επεξεργασίας γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση φυσικού προσώπου καθώς και δεδομένων που αφορούν την υγεία φυσικού προσώπου. Δεδομένου ότι η ζητούμενη ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ δεν ασκεί επιρροή για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, το τέταρτο αυτό προδικαστικό ερώτημα πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.

62      Κατά δεύτερον, ορισμένες από τις περιστάσεις που μνημονεύονται στο πέμπτο, το έκτο, το ένατο, το δέκατο και το ενδέκατο προδικαστικό ερώτημα είναι άσχετες με την επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση, η οποία αφορά, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής που συνοψίζεται στις σκέψεις 35 έως 37 της παρούσας απόφασης, πρόσωπο ύποπτο για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος στο πλαίσιο ποινικής έρευνας η οποία εν τέλει ανεστάλη. Επομένως, παρέλκει η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα κατά το μέρος που αυτά αφορούν επεξεργασία δεδομένων σχετικών με υπάλληλο ο οποίος κατηγορείται ή κατηγορήθηκε για την τέλεση ποινικού αδικήματος, καθόσον τα εν λόγω ερωτήματα έχουν, ως προς το στοιχείο αυτό, υποθετικό χαρακτήρα.

63      Κατά τρίτον, όσον αφορά ορισμένες άλλες πραγματικές παραδοχές στις οποίες στηρίζεται το ενδέκατο προδικαστικό ερώτημα, η Βουλγαρική Κυβέρνηση επισήμανε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι, κατά την περίοδο μετά την επίμαχη ποινική έρευνα, ο ενάγων της κύριας δίκης, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει, προήχθη επανειλημμένως. Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι το υπομνησθέν στη σκέψη 53 της παρούσας απόφασης τεκμήριο λυσιτέλειας του οποίου απολαύουν τα προδικαστικά ερωτήματα δεν μπορεί να ανατραπεί από το γεγονός και μόνον ότι ένας από τους διαδίκους της κύριας δίκης αμφισβητεί ορισμένα πραγματικά περιστατικά, την ακρίβεια των οποίων δεν ελέγχει το Δικαστήριο και από τα οποία εξαρτάται ο καθορισμός του αντικειμένου της διαφοράς (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2006, Cipolla κ.λπ., C‑94/04 και C‑202/04, EU:C:2006:758, σκέψη 26).

 Επί της ουσίας

 Επί του πρώτου, του δεύτερου, του τρίτου, του έβδομου, του όγδοου και του ένατου ερωτήματος

64      Υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβάλλονται. Επιπλέον, το Δικαστήριο μπορεί να χρειαστεί να λάβει υπόψη διατάξεις του δικαίου της Ένωσης στις οποίες το εθνικό δικαστήριο δεν αναφέρθηκε διατυπώνοντας το ερώτημά του (απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2024, Hewlett Packard Development Company, C‑367/21, EU:C:2024:61, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

65      Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 47 έως 53 των προτάσεών του, μολονότι, με το δεύτερο, το τρίτο, το έβδομο και το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί τυπικώς από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τις έννοιες της «επεξεργασίας» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και του «συστήματος αρχειοθέτησης», κατά το άρθρο 4, σημεία 2 και 6, του ΓΚΠΔ, καθώς και τις έννοιες των «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και της «επεξεργασίας», κατά το άρθρο 3, σημεία 1 και 2, της οδηγίας 2016/680, πέραν του γεγονότος ότι οι τελευταίες αυτές έννοιες ορίζονται με όρους πανομοιότυπους με εκείνους που χρησιμοποιούνται στον ΓΚΠΔ, στην πραγματικότητα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η επίμαχη στην κύρια δίκη περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ ή της οδηγίας 2016/680. Πράγματι, από το σκεπτικό της απόφασης περί παραπομπής καθώς και από τα ερωτήματα αυτά προκύπτει ότι το πραγματικό αντικείμενό τους αφορά το ζήτημα ποια από τις ως άνω πράξεις έχει εφαρμογή σε επεξεργασία δεδομένων πραγματοποιούμενη από τη διεύθυνση μιας δημόσιας αρχής, η οποία ενεργεί ως εργοδότης, και συνιστάμενη στην αποθήκευση, στον ατομικό φάκελο υπαλλήλου της αρχής αυτής, δεδομένων σχετικών με την ιδιότητά του ως υπόπτου στο πλαίσιο ποινικής έρευνας, εξυπακουομένου ότι η διεύθυνση αυτή απέκτησε τα οικεία δεδομένα μέσω άλλης διεύθυνσης υπαγόμενης στην ίδια δημόσια αρχή και έχουσας εξουσία για τη διεξαγωγή τέτοιου είδους ερευνών.

66      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο, το έβδομο, το όγδοο και το ένατο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ και το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/680 έχουν την έννοια ότι ο κανονισμός αυτός έχει εφαρμογή σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πραγματοποιούμενη από διεύθυνση δημόσιας αρχής και συνιστάμενη στην αποθήκευση, στον ατομικό φάκελο υπαλλήλου της, δεδομένων σχετικών με την ιδιότητά του ως υπόπτου στο πλαίσιο ποινικής έρευνας (στο εξής: επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία), εξυπακουομένου ότι η διεύθυνση αυτή απέκτησε τα οικεία δεδομένα μέσω άλλης διεύθυνσης υπαγόμενης στην ίδια δημόσια αρχή και έχουσας εξουσία για τη διεξαγωγή τέτοιου είδους ερευνών.

67      Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, του ΓΚΠΔ, ο τελευταίος δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που πραγματοποιείται από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και πρόληψης έναντι κινδύνων που απειλούν τη δημόσια ασφάλεια.

68      Αντιθέτως, το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/680 ορίζει ότι η οδηγία αυτή θεσπίζει τους κανόνες που αφορούν την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους.

69      Επιπλέον, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία για σκοπούς άλλους από εκείνους του άρθρου 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, εφαρμόζεται ο ΓΚΠΔ, εκτός εάν η επεξεργασία πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριότητας η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

70      Επομένως, αν η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, εφαρμόζεται η οδηγία 2016/680, ενώ εάν η επεξεργασία πραγματοποιείται για άλλους σκοπούς, εφαρμόζεται ο ΓΚΠΔ [πρβλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Inspektor κατά Inspektorata kam Visshia sadeben savet (Σκοποί της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Ποινική έρευνα), C‑180/21, EU:C:2022:967, σκέψεις 73 και 74 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].

71      Εν προκειμένω, μολονότι η αρχική συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τη Διεύθυνση «Εσωτερική Ασφάλεια» του Υπουργείου Εσωτερικών για τους σκοπούς της έρευνας που αφορά τον ενάγοντα της κύριας δίκης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2016/680, αντιθέτως, η επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία, καθόσον πραγματοποιείται για σκοπούς διαχείρισης ανθρώπινων πόρων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ.

72      Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η δυνατότητα εφαρμογής του ΓΚΠΔ στην επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι σχετικές πληροφορίες αποκτήθηκαν από τον εργοδότη μέσω της διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών η οποία ήταν επιφορτισμένη με την έρευνα που αφορούσε τον ενάγοντα της κύριας δίκης. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2016/680 και από τη σχέση μεταξύ των παραγράφων αυτών προκύπτει ότι ο ΓΚΠΔ εφαρμόζεται σε κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συλλεγέντων για τους σκοπούς του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, η οποία πραγματοποιείται για σκοπούς άλλους από τους προαναφερθέντες, εκτός εάν η επίμαχη επεξεργασία δεν εμπίπτει στο δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένης της περίπτωσης όπου ο «υπεύθυνος επεξεργασίας» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 8, της οδηγίας αυτής, είναι «αρμόδια αρχή» κατά το άρθρο 3, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, αυτής, και πραγματοποιεί την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την εκτέλεση καθηκόντων διαφορετικών από εκείνα που εκτελεί για τους σκοπούς του άρθρου 1, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας [απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Inspektor κατά Inspektorata kam Visshia sadeben savet (Σκοποί της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Ποινική έρευνα), C‑180/21, EU:C:2022:967, σκέψη 81].

73      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πρώτο, στο δεύτερο, στο τρίτο, στο έβδομο, στο όγδοο και στο ένατο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ και το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 2016/680 έχουν την έννοια ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται σε δραστηριότητα ασκούμενη από τη διεύθυνση δημόσιας αρχής και συνιστάμενη στην αποθήκευση, στον ατομικό φάκελο υπαλλήλου της, δεδομένων σχετικών με την ιδιότητά του ως υπόπτου στο πλαίσιο ποινικής έρευνας. Δεν ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι η διεύθυνση αυτή απέκτησε τα οικεία δεδομένα μέσω άλλης διεύθυνσης υπαγόμενης στην ίδια δημόσια αρχή και έχουσας εξουσία για τη διεξαγωγή τέτοιου είδους ερευνών.

 Επί του πέμπτου και του έκτου προδικαστικού ερωτήματος

74      Επισημαίνεται ότι το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα αφορούν, κατ’ ουσίαν, τη δυνατότητα του οικείου υπαλλήλου να επιτύχει τη διαγραφή των επίμαχων στην κύρια δίκη δεδομένων από τον ατομικό του φάκελο βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και δʹ, του ΓΚΠΔ.

75      Από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι ο εθνικός νόμος που διέπει τις δραστηριότητες του Υπουργείου Εσωτερικών προβλέπει την υποχρέωση του τελευταίου να καταρτίζει και να τηρεί ατομικό φάκελο για κάθε υπάλληλο του Υπουργείου, καθώς και να θεσπίζει κώδικα δεοντολογίας τον οποίο οφείλουν να τηρούν οι εν λόγω υπάλληλοι, και απαιτεί από τους τελευταίους, για την άσκηση των καθηκόντων τους, να μην έχουν καταδικαστεί, να μη τους έχει απαγγελθεί κατηγορία ή να μην έχουν διωχθεί για εκ προθέσεως ποινικό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου. Ομοίως, ο νόμος αυτός ορίζει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών είναι ο υπεύθυνος της επεξεργασίας των δεδομένων που διενεργούν οι υπάλληλοί του και ότι καθορίζει τις λεπτομέρειες της επεξεργασίας των δεδομένων μέσω κατευθυντήριων οδηγιών.

76      Βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, του ΓΚΠΔ, το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας να διαγράψει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν και ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να τα διαγράψει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους στους οποίους αναφέρεται η διάταξη αυτή.

77      Τούτο συμβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ, όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα «δεν είναι πλέον απαραίτητα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν ή υποβλήθηκαν κατ’ άλλο τρόπο σε επεξεργασία» ή, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, όταν τα επίμαχα δεδομένα «υποβλήθηκαν σε επεξεργασία παράνομα».

78      Όπως, όμως, επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 69 των προτάσεών του, από τον συνδυασμό του πέμπτου και του έκτου ερωτήματος καθώς και από το σκεπτικό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, με τα συγκεκριμένα προδικαστικά ερωτήματα, το βασικότερο ζήτημα για το οποίο διερωτάται το αιτούν δικαστήριο, προκειμένου να αποφανθεί επί του αιτήματος διαγραφής του ενάγοντος της κύριας δίκης, είναι το κατά πόσον είναι σύννομη η αποθήκευση των επίμαχων δεδομένων στον ατομικό φάκελο του ιδίου.

79      Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ προβλέπει εξαντλητικό και περιοριστικό κατάλογο των περιπτώσεων στις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί σύννομη. Συνεπώς, για να μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη, η επεξεργασία πρέπει να εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτήν (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σύννομη εφόσον είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας.

80      Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι η επεξεργασία που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, πρέπει να βασίζεται στο δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ότι η νομική αυτή βάση πρέπει να ανταποκρίνεται σε σκοπό δημόσιου συμφέροντος και να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, HTB Neunte Immobilien Portfolio και Ökorenta Neue Energien Ökostabil IV, C‑17/22 και C‑18/22, EU:C:2024:738, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

81      Επιπλέον, παρατηρείται ότι ο λόγος νομιμότητας που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο αποκλείει το δικαίωμα διαγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, όταν, μεταξύ άλλων, η επεξεργασία των δεδομένων είναι απαραίτητη για την τήρηση νομικής υποχρέωσης που επιβάλλει την επεξεργασία βάσει του δικαίου της Ένωσης ή του δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας.

82      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ανταποκρίνεται πράγματι στον λόγο νομιμότητας που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, ο ΓΚΠΔ, και ιδίως το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, αυτού, καθιερώνει ρητώς την απαίτηση στάθμισης μεταξύ, αφενός, των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, και, αφετέρου, των σκοπών που θεμιτώς επιδιώκονται από το δίκαιο της Ένωσης ή από το δίκαιο των κρατών μελών στο οποίο βασίζεται η έννομη υποχρέωση για την τήρηση της οποίας είναι αναγκαία η επεξεργασία (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 124 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

83      Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών στην άσκηση δικαιωμάτων, όπως εκείνα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί προβλέπονται από τον νόμο, σέβονται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών και ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων [απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, GC κ.λπ. (Διαγραφή συνδέσμων προς ευαίσθητα δεδομένα), C‑136/17, EU:C:2019:773, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

84      Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που εκτέθηκε στη σκέψη 64 της παρούσας απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πέμπτο και το έκτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, καθώς και υπό το πρίσμα του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η αποθήκευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον ατομικό φάκελο αστυνομικού υπαλλήλου, για σκοπούς διαχείρισης της σταδιοδρομίας του εν λόγω υπαλλήλου και ελέγχου της εκ μέρους του τήρησης των συμφυών με τα καθήκοντά του κανόνων, δεδομένων τα οποία αφορούν την ιδιότητα του ιδίου ως υπόπτου στο πλαίσιο ποινικής έρευνας που έχει ανασταλεί, δεδομένου ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν υπήρξε κατηγορούμενος για το επίμαχο αδίκημα, μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη για τους σκοπούς της τήρησης εκ του νόμου υποχρέωσης την οποία υπέχει η δημόσια αρχή, εργοδότης του εν λόγω υπαλλήλου, δυνάμει του εθνικού δικαίου.

85      Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές του σκέψεις 4 και 10, σκοπός του κανονισμού είναι ιδίως η διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το δικαίωμα δε αυτό κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 8 του Χάρτη και συνδέεται στενά με το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 1ης Αυγούστου 2022, Vyriausioji tarnybinės etikos komisija, C‑184/20, EU:C:2022:601, σκέψη 61).

86      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει, αφενός, να είναι σύμφωνη προς τις αρχές που διέπουν την επεξεργασία των δεδομένων, οι οποίες διατυπώνονται στο άρθρο 5 του ΓΚΠΔ και, αφετέρου, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της αρχής της νομιμότητας της επεξεργασίας, την οποία προβλέπει η παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του εν λόγω άρθρου 5, να πληροί μία από τις προϋποθέσεις νομιμότητας της επεξεργασίας που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του κανονισμού αυτού (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Endemol Shine Finland, C‑740/22, EU:C:2024:216, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

87      Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 5 του ΓΚΠΔ, ο υπεύθυνος επεξεργασίας είναι εκείνος που φέρει το βάρος να αποδείξει ότι τα δεδομένα αυτά συλλέγονται, μεταξύ άλλων, για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς, ότι είναι κατάλληλα, συναφή και περιορισμένα σε ό,τι είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της επεξεργασίας και ότι υποβάλλονται σε επεξεργασία η οποία είναι νόμιμη, θεμιτή και διαφανής απέναντι στο υποκείμενο των δεδομένων (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 97 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

88      Εξάλλου, οι δικαιολογητικοί λόγοι που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία βʹ έως στʹ, του κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η επίκλησή τους μπορεί να καταστήσει νόμιμη μια επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία γίνεται ελλείψει συγκατάθεσης του υποκειμένου των δεδομένων (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 96 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

89      Μολονότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να κρίνει αν επεξεργασία όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη είναι αναγκαία για την τήρηση νομικής υποχρέωσης του υπευθύνου επεξεργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, το Δικαστήριο μπορεί πάντως να του παράσχει χρήσιμες ενδείξεις προκειμένου να το διευκολύνει στην επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 98 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)

90      Όπως προκύπτει από τη δικογραφία του Δικαστηρίου και, ιδίως, από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Βουλγαρική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η αποθήκευση των επίμαχων στην κύρια δίκη δεδομένων στηρίζεται σε διάφορες διατάξεις κατευθυντηρίων οδηγιών τις οποίες εξέδωσε ο Υπουργός Εσωτερικών βάσει του ZMVR, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις νομικές υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του ως άνω νόμου όσον αφορά τη διαχείριση των ατομικών φακέλων των υπαλλήλων και την πειθαρχική ευθύνη αυτών, καθώς και δυνάμει της εξουσιοδότησης που του παρέχει ο ίδιος νόμος για την άσκηση κανονιστικής εξουσίας. Κατά συνέπεια, από τα ανωτέρω στοιχεία φαίνεται να προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία δεδομένων ενδέχεται να είναι αναγκαία για την τήρηση έννομων υποχρεώσεων, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του ΓΚΠΔ, τις οποίες προβλέπει η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία και οι οποίες τίθενται σε εφαρμογή από τη δημόσια αρχή που είναι υπεύθυνη για την επεξεργασία μέσω κατευθυντήριων οδηγιών κανονιστικού χαρακτήρα οι οποίες συνιστούν, ως εκ τούτου, τη νομική βάση της επεξεργασίας δεδομένων που πραγματοποιείται από τους υπαλλήλους της.

91      Επομένως, τίθεται το ζήτημα αν η βάση για την επεξεργασία, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, μπορεί να απορρέει από κανονιστική πράξη εκδιδόμενη από δημόσια αρχή κράτους μέλους δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδότησης προβλεπόμενης σε νομοθετική πράξη για την εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων που επιβάλλονται στην εν λόγω αρχή δυνάμει της εν λόγω πράξης.

92      Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 41 του ΓΚΠΔ, οποτεδήποτε ο κανονισμός αυτός αναφέρεται σε νομική βάση ή νομοθετικό μέτρο, αυτό δεν προϋποθέτει απαραιτήτως νομοθετική πράξη εγκεκριμένη από ένα κοινοβούλιο, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων σύμφωνα με τη συνταγματική τάξη του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Ωστόσο, αυτή η νομική βάση ή το νομοθετικό μέτρο θα πρέπει να είναι διατυπωμένο με σαφήνεια και ακρίβεια και η εφαρμογή του να είναι προβλέψιμη για τα υποκείμενα των δεδομένων, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

93      Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 19 του ΓΚΠΔ διευκρινίζει ότι, όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, κατά την έννοια της οδηγίας 2016/680, για σκοπούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν ειδικότερες διατάξεις για την προσαρμογή της εφαρμογής των κανόνων του ίδιου κανονισμού. Αυτές οι διατάξεις μπορούν να καθορίζουν με ακριβέστερο τρόπο ειδικές απαιτήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές για αυτούς τους άλλους σκοπούς, λαμβανομένων υπόψη των συνταγματικών, οργανωτικών και διοικητικών δομών των αντίστοιχων κρατών μελών.

94      Κατά συνέπεια, εξ αυτού συνάγεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ δεν απαγορεύει στη δημόσια αρχή που είναι υπεύθυνη για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να καθορίζει τη νομική βάση για την εν λόγω επεξεργασία μέσω κανονιστικής πράξης η οποία αποσκοπεί στην εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων που υπέχει η αρχή αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η συγκεκριμένη αρχή είναι εξουσιοδοτημένη από το εθνικό δίκαιο να εκδώσει την εν λόγω πράξη, ότι η οικεία νομική βάση είναι σαφής και ακριβής και ότι η εφαρμογή της είναι προβλέψιμη για τα υποκείμενα των δεδομένων.

95      Εν προκειμένω, από τη δικογραφία που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο προκύπτει ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες του Υπουργού Εσωτερικών συνιστούν κανονιστικές πράξεις εκδιδόμενες επί τη βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης που προβλέπει ο ZMVR, δημοσιεύονται δε και στην Επίσημη Εφημερίδα της Βουλγαρίας. Εντούτοις, πρέπει ακόμη να εξακριβωθεί, ειδικότερα, αν οι σκοποί της επεξεργασίας ορίζονται με σαφήνεια και ακρίβεια στην εν λόγω νομική βάση, προσδίδοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην εφαρμογή της προβλέψιμο χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 41 του ίδιου κανονισμού.

96      Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες της εν λόγω αρχής παραπέμπουν, όσον αφορά τα έγγραφα που πρέπει να περιλαμβάνονται στον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου, στα έγγραφα σχετικά με πειθαρχικές διαδικασίες.

97      Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει αν, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων διατάξεων του βουλγαρικού δικαίου, η μνεία αυτή μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο αρκούντως σαφή, ακριβή και προβλέψιμο υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει την αποθήκευση δεδομένων σχετικών με ποινική έρευνα κατά υπαλλήλου, ακόμη και όταν ο τελευταίος δεν υπήρξε κατηγορούμενος για το επίμαχο αδίκημα και η εν λόγω έρευνα δεν έχει οδηγήσει σε πειθαρχική διαδικασία.

98      Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, τίθεται το ερώτημα αν, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του ΓΚΠΔ, η οικεία έννομη υποχρέωση, καθόσον επιβάλλει επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό.

99      Όσον αφορά το ζήτημα αν η επίμαχη εθνική ρύθμιση ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, η Βουλγαρική Κυβέρνηση υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι υφίσταται δημόσιο συμφέρον για την αποθήκευση δεδομένων όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών καθηκόντων με τα οποία είναι επιφορτισμένοι οι αστυνομικοί και τα οποία συνίστανται, ιδίως, στη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και στην προστασία του πληθυσμού.

100    Συναφώς, γίνεται γενικώς δεκτό, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 86 των προτάσεών του, ότι τα καθήκοντα του αστυνομικού απαιτούν την εκ μέρους του τήρηση αυστηρών κανόνων συμπεριφοράς και, όπως προκύπτει από τη σκέψη 45 της παρούσας απόφασης, στη Βουλγαρία, οι αστυνομικοί πρέπει να πληρούν υψηλότερα ηθικά και δεοντολογικά κριτήρια σε σχέση με άλλες κατηγορίες εργαζομένων ή υπαλλήλων αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ότι διαθέτουν τα επαγγελματικά και ανθρώπινα προσόντα που είναι αναγκαία για την άσκηση των καθηκόντων τους. Κατά τα λοιπά, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 75 της απόφασης αυτής, οι εν λόγω κανόνες συμπεριφοράς και τα κριτήρια αυτά θεσπίζονται ρητώς από τον εθνικό νόμο που διέπει τις δραστηριότητες του Υπουργείου Εσωτερικών και των υπαλλήλων του.

101    Επομένως, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η επιβολή της τήρησης τέτοιων κριτηρίων στους αστυνομικούς εξυπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος και, κατά συνέπεια, νόμιμο σκοπό, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ, ήτοι, κατ’ ουσίαν, τον σκοπό διασφάλισης της εντιμότητας ενός προσωπικού επιφορτισμένου, μεταξύ άλλων, με τη διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και την προστασία του πληθυσμού.

102    Κατά συνέπεια, ένας τέτοιος νόμιμος σκοπός μπορεί να δικαιολογήσει την αποθήκευση, στον ατομικό φάκελο αστυνομικού, των πληροφοριών που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ιδιότητα του τελευταίου ως υπόπτου στο πλαίσιο ποινικής έρευνας, όταν η εν λόγω ποινική έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη ή έχει καταλήξει σε δίωξη ή καταδίκη του, στο μέτρο που η αρμόδια αρχή ενδέχεται να υποχρεωθεί, σε τέτοιες περιπτώσεις και προκειμένου να διασφαλίσει την τήρηση των κανόνων συμπεριφοράς και των κριτηρίων που μνημονεύονται στη σκέψη 100 της παρούσας απόφασης, να λάβει προληπτικά ή, κατά περίπτωση, πειθαρχικά μέτρα.

103    Αντιθέτως, σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπου η ποινική έρευνα εις βάρος του οικείου αστυνομικού υπαλλήλου ανεστάλη τελικώς, δεδομένου ότι δεν κατέστη δυνατό να ταυτοποιηθεί ο δράστης, και όπου διαπιστώθηκε η απουσία αποδεικτικών στοιχείων περί της τέλεσης ποινικού αδικήματος από τον εν λόγω αστυνομικό ενώ δεν κινήθηκε καμία πειθαρχική διαδικασία εις βάρος του, από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι μια εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την αποθήκευση δεδομένων σχετικών με τέτοια έρευνα είναι πρόσφορη για την επίτευξη του νόμιμου αυτού σκοπού.

104    Εντούτοις, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση ανταποκρίνεται σε νόμιμο σκοπό, σ’ αυτό το δικαστήριο εναπόκειται, επιπλέον, να εκτιμήσει αν η εθνική ρύθμιση που επιβάλλει την επεξεργασία αυτή είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. Ειδικότερα, όσον αφορά την αποθήκευση των δεδομένων αυτών, το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του ίδιου κανονισμού, υπό την έννοια ότι, όταν το χρονικό διάστημα αποθήκευσης των εν λόγω δεδομένων υπερβαίνει το αναγκαίο για τη συμμόρφωση με την υποχρέωση αυτή, το υποκείμενο των δεδομένων μπορεί να ανακτήσει το δικαίωμά του για διαγραφή των δεδομένων, ιδίως για τον λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, εναπόκειται, κατά περίπτωση, στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν το χρονικό διάστημα αποθήκευσης των δεδομένων σχετικά με την ποινική διαδικασία που είχε κινηθεί εις βάρος του ενάγοντος της κύριας δίκης ήταν υπερβολικό.

105    Επισημαίνεται ακόμη ότι, καθόσον τα άρθρα 7 έως 11 του ΓΚΠΔ, τα οποία περιλαμβάνονται, όπως και τα άρθρα 5 και 6, στο κεφάλαιο II του κανονισμού το οποίο αφορά τις «αρχές», έχουν ως σκοπό να διασαφηνίσουν το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που υπέχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού, για να είναι σύννομη η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει επίσης να είναι σύμφωνη, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, με τις λοιπές διατάξεις του προαναφερθέντος κεφαλαίου ΙΙ οι οποίες αφορούν, κατ’ ουσίαν, τη συγκατάθεση, την επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικών με ποινικές καταδίκες και αδικήματα [απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, Bundesrepublik Deutschland (Ηλεκτρονική ταχυδρομική θυρίδα δικαστηρίου), C‑60/22, EU:C:2023:373, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

106    Τα επίμαχα στην κύρια δίκη δεδομένα συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα «που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή σχετικά μέτρα ασφάλειας», κατά την έννοια του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, των οποίων η επεξεργασία υπόκειται στις πρόσθετες προϋποθέσεις νομιμότητας που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο 10, τούτο δε ανεξαρτήτως του αν, κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας, δεν αποδείχθηκε η διάπραξη του αδικήματος για το οποίο ήταν ύποπτο το οικείο πρόσωπο. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη αυτή, η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων «διενεργείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής», εκτός εάν «επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων» [πρβλ. απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, GC κ.λπ. (Διαγραφή συνδέσμων προς ευαίσθητα δεδομένα), C‑136/17, EU:C:2019:773, σκέψεις 72 και 73].

107    Εν προκειμένω, όπως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 98 των προτάσεών του, η επίμαχη στην κύρια δίκη επεξεργασία πραγματοποιείται αποκλειστικά εντός του Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο έχει την ιδιότητα του υπευθύνου επεξεργασίας. Κατά συνέπεια, η επεξεργασία αυτή πραγματοποιείται «υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής», κατά την έννοια του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ.

108    Τέλος, όσον αφορά το επίμαχο στην κύρια δίκη αίτημα διαγραφής δυνάμει του άρθρου 17 του ΓΚΠΔ, επισημαίνεται ότι, όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα, κατόπιν εκτίμησης της νομιμότητας της εν λόγω επεξεργασίας, ότι η επεξεργασία δεν είναι σύννομη, εναπόκειται στο Υπουργείο Εσωτερικών, υπό την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του ΓΚΠΔ, να διαγράψει τα οικεία δεδομένα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, υπό τον όρο ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 17, παράγραφος 3, του ΓΚΠΔ (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Agentsia po vpisvaniyata, C‑200/23, EU:C:2024:827, σκέψη 118 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

109    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο πέμπτο και στο έκτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του ΓΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, καθώς και υπό το πρίσμα του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, έχει την έννοια ότι η αποθήκευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον ατομικό φάκελο αστυνομικού υπαλλήλου, για σκοπούς διαχείρισης της σταδιοδρομίας του εν λόγω υπαλλήλου και ελέγχου της εκ μέρους του τήρησης των συμφυών με τα καθήκοντά του κανόνων, δεδομένων τα οποία αφορούν την ιδιότητα του ιδίου ως υπόπτου στο πλαίσιο ποινικής έρευνας που έχει ανασταλεί, δεδομένου ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν υπήρξε κατηγορούμενος για το επίμαχο αδίκημα, μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη για τους σκοπούς της τήρησης εκ του νόμου υποχρέωσης την οποία υπέχει η δημόσια αρχή, εργοδότης του εν λόγω υπαλλήλου, δυνάμει του εθνικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι η νομική αυτή βάση είναι σαφής και ακριβής, ότι η εφαρμογή της είναι προβλέψιμη για τα υποκείμενα των δεδομένων και ότι η υποχρέωση αυτή ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και είναι ανάλογη προς αυτόν.

 Επί του δέκατου ερωτήματος

110    Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων στο πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο, το πέμπτο, το έκτο, το έβδομο, το όγδοο και το ένατο προδικαστικό ερώτημα, εκ των οποίων προκύπτει ότι το αίτημα διαγραφής των επίμαχων στην κύρια δίκη δεδομένων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΓΚΠΔ και, ειδικότερα, του άρθρου 17 αυτού, παρέλκει η απάντηση στο δέκατο προδικαστικό ερώτημα, δεδομένου ότι αφορά το ίδιο αίτημα, αλλά βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 2016/680.

 Επί του ενδέκατου ερωτήματος

111    Με το ενδέκατο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι η εν λόγω οδηγία απαγορεύει σε δημόσια αρχή, της οποίας μια διεύθυνση είναι επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή ποινικών ερευνών εις βάρος των υπαλλήλων της αρχής αυτής, να αρνηθεί, υπό την ιδιότητα του εργοδότη, να προαγάγει υπάλληλό της για τον λόγο και μόνον ότι ο τελευταίος είχε την ιδιότητα του υπόπτου στο πλαίσιο τέτοιας έρευνας η οποία τελικώς ανεστάλη, δεδομένου ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν υπήρξε κατηγορούμενος για το επίμαχο αδίκημα.

112    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78, σκοπός της τελευταίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση, στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται εξαντλητικώς (πρβλ. αποφάσεις της 21ης Μαΐου 2015, SCMD, C‑262/14, EU:C:2015:336, σκέψη 29 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 9ης Μαρτίου 2017, Milkova, C‑406/15, EU:C:2017:198, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

113    Επομένως, η παρεμπόδιση της επαγγελματικής ανέλιξης ενός προσώπου λόγω της ιδιότητάς του ως υπόπτου εις βάρος του οποίου διεξήχθη ποινική έρευνα η οποία τελικώς ανεστάλη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/78.

114    Εξάλλου, όσον αφορά τις διακρίσεις που βασίζονται στην εργασιακή σχέση αυτήν καθεαυτήν, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι μια τέτοια διάκριση δεν καταλαμβάνεται από το γενικό πλαίσιο που καθιερώνεται με την οδηγία 2000/78 (απόφαση της 9ης Μαρτίου 2017, Milkova, C‑406/15, EU:C:2017:198, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

115    Ως εκ τούτου, στο ενδέκατο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78 έχει την έννοια ότι η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή όταν μια δημόσια αρχή, της οποίας μια διεύθυνση είναι επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή ποινικών ερευνών εις βάρος των υπαλλήλων της αρχής αυτής, αρνείται, υπό την ιδιότητα του εργοδότη, να προαγάγει υπάλληλό της για τον λόγο και μόνον ότι ο τελευταίος είχε την ιδιότητα του υπόπτου στο πλαίσιο τέτοιας έρευνας η οποία τελικώς ανεστάλη, δεδομένου ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν υπήρξε κατηγορούμενος για το επίμαχο αδίκημα.

 Επί των δικαστικών εξόδων

116    Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:

1)      Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), και το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου,

έχουν την έννοια ότι:

ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται σε δραστηριότητα ασκούμενη από τη διεύθυνση δημόσιας αρχής και συνιστάμενη στην αποθήκευση, στον ατομικό φάκελο υπαλλήλου της, δεδομένων σχετικών με την ιδιότητά του ως υπόπτου στο πλαίσιο ποινικής έρευνας. Δεν ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός ότι η διεύθυνση αυτή απέκτησε τα οικεία δεδομένα μέσω άλλης διεύθυνσης υπαγόμενης στην ίδια δημόσια αρχή και έχουσας εξουσία για τη διεξαγωγή τέτοιου είδους ερευνών.

2)      Το άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2016/679, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, και το άρθρο 6, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού, καθώς και υπό το πρίσμα του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχει την έννοια ότι:

η αποθήκευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στον ατομικό φάκελο αστυνομικού υπαλλήλου, για σκοπούς διαχείρισης της σταδιοδρομίας του εν λόγω υπαλλήλου και ελέγχου της εκ μέρους του τήρησης των συμφυών με τα καθήκοντά του κανόνων, δεδομένων τα οποία αφορούν την ιδιότητα του ιδίου ως υπόπτου στο πλαίσιο ποινικής έρευνας που έχει ανασταλεί, δεδομένου ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν υπήρξε κατηγορούμενος για το επίμαχο αδίκημα, μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη για τους σκοπούς της τήρησης εκ του νόμου υποχρέωσης την οποία υπέχει η δημόσια αρχή, εργοδότης του εν λόγω υπαλλήλου, δυνάμει του εθνικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι η νομική αυτή βάση είναι σαφής και ακριβής, ότι η εφαρμογή της είναι προβλέψιμη για τα υποκείμενα των δεδομένων και ότι η υποχρέωση αυτή ανταποκρίνεται σε σκοπό δημοσίου συμφέροντος και είναι ανάλογη προς αυτόν.

3)      Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία

έχει την έννοια ότι:

η οδηγία αυτή δεν έχει εφαρμογή όταν μια δημόσια αρχή, της οποίας μια διεύθυνση είναι επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή ποινικών ερευνών εις βάρος των υπαλλήλων της αρχής αυτής, αρνείται, υπό την ιδιότητα του εργοδότη, να προαγάγει υπάλληλό της για τον λόγο και μόνον ότι ο τελευταίος είχε την ιδιότητα του υπόπτου στο πλαίσιο τέτοιας έρευνας η οποία τελικώς ανεστάλη, δεδομένου ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν υπήρξε κατηγορούμενος για το επίμαχο αδίκημα.

(υπογραφές)

To Top