ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 367/2025 Ακύρωση καταδίκης για ανθρωποκτονία από αμέλεια λόγω αοριστίας κλητηρίου θεσπίσματος

Αριθμός 367/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Κ. Ζ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Τσαλικίδη, για αναίρεση της υπ’αριθ. 3056/2024 απόφασης του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Χ. Κ. του Τ., κάτοικο …, η οποία εμφανίστηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και είναι δικονομικώς απούσα.
Το Β’ Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 29.11.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1127/2024.

Αφού άκουσε 1)Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η υπ’ αριθμ. 3056/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ως προς τη διάταξη της περί απόρριψης του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α 1 του ΠΚ και ως προς τη διάταξη της περί μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική, σε περίπτωση δε παραδοχής τους και ως προς τη διάταξη περί ποινής, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από Δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως γ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και 2) τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29.11.2024 με αριθ. 145/2024 αίτηση του Κ. Ζ. του Σ., κατοίκου …, οδός …, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3056/2024 απόφασης του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 21.11.2024 και με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και για παράβαση των άρθρων 3 παρ. 1, 9 παραρτ. Ι περ. 2-9, 11 παρ. 2 του ΠΔ 395/1994 σε συνδ. με άρθρο 25 παρ. 1α Ν. 2224/1994 και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και δύο (2) μηνών, μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.2 και 3, 474 ΚΠοινΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 παρ. 2 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει με ποινή ακυρότητας, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ο καθορισμός της πράξης είναι ακριβής όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη σ’ αυτό ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς όμως να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιάς αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο δεν ταυτίζεται. Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει και στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α και β της ΕΣΔΑ, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα που εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια τη φύση και τον λόγο της σε βάρος του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία είναι άκυρο κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ και οι σχετικές ελλείψεις αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και σε περίπτωση έλλειψής τους από το αποδεικτικό επίδοσης (άρθρο 321 παρ. 5 ΚΠΔ) ενώ αν υπάρχει αντίθεση μεταξύ του αντιτύπου που επιδόθηκε και του αποδεικτικού επίδοσης υπερισχύει το πρώτο. Η ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει κατά το άρθρο 174 παρ.2 ΚΠΔ να προταθεί ωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται κατά το άρθρο 175 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ. Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης. Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο δεν απαντήσει ή απαντήσει εσφαλμένα στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ για έλλειψη ακρόασης που δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα (κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ίδιου Κώδικα) της διαδικασίας, ενώ αν απορρίψει αναιτιολόγητα τη σχετική ένσταση στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 237/2024, ΑΠ 359/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των οικείων πρακτικών, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη 1558/2022 απόφαση του Ε’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα σχετικά πρακτικά, καθώς και από την 1587/9.6.2022 έφεση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος πρότεινε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας αυτού ως προς τον προσδιορισμό της αμελούς συμπεριφοράς αυτού δια παραλείψεως, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος του εργαζομένου R. X..H.. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το Ε’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε την εν λόγω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και στη συνέχεια με την υπ’ αριθ. 1558/2022 απόφασή του κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της παράβασης των άρθρων 3 παρ. 1, 9 παραρτ. Ι περ. 2 – 9, 11 παρ.2 του ΠΔ 395/1994 σε συνδ. με άρθρο 25 παρ. 1α Ν. 2224/1994. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την προαναφερόμενη έφεση με ειδικό λόγο της οποίας πλήττει την πρωτόδικη απόφαση μεταξύ άλλων και για την εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Κατά την εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία ο αναιρεσείων διά του συνηγόρου του επανέφερε τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας λόγω αοριστίας του κλητηρίου θεσπίσματος διατυπωμένο σε γραπτό κείμενο, τον ανέπτυξε προφορικά και καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε τα εξής: Εκδικάζεται σήμερα ενώπιόν Σας ποινική υπόθεσή μου στην οποία φέρομαι κατηγορούμενος και εκλητεύθην ενώπιόν Σας με το υπ’ αριθμ. 3486/2018 Κλητήριο Θέσπισμα του κ. Εισαγγελέως Πλημ/κών Αθηνών.
Και δη εκδικάζεται υπόθεσή μου για ανθρωποκτονία από αμέλεια του R. Χ. που έλαβε χώρα στο Μαραθώνα Αττικής στις 5/4/2017.
Πλην όμως προσβάλλω επί ακυρώσει το προαναφερθέν Κλητήριο Θέσπισμα δια της παρούσης ενστάσεώς μου, δοθέντος ότι το άνω Κλητήριο Θέσπισμα δεν περιέχει τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορούμαι.
Ήτοι δια του προσβαλλομένου Κλητηρίου Θεσπίσματος δεν μου αποδίδονται τα ακριβή πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την υπαίτια και αμελή συμπεριφορά μου και συγκροτούν ορθώς την αντικειμενική υπόσταση της πράξεώς μου.
Ειδικότερα εκ λάθους άλλως εξ απολύτου αοριστίας του προσβαλλομένου Κλητηρίου Θεσπίσματος δεν προκύπτει ακριβώς η αμελής συμπεριφορά μου.
‘Ητοι ενώ στην σχετική ποινική δικογραφία φέρεται, ότι:
Όταν ο παθών επιχείρησε να φορτώσει το εκσκαπτικό μηχάνημα στο φορτηγό οδηγώντας αυτό και ανεβάζοντάς το στην καρότσα του φορτηγού ολίσθησε η μία ράμπα δια της οποίας επιχειρείτο η άνω ανάβαση του εκσκαπτικού μηχανήματος, με συνέπεια το εκσκαπτικό μηχάνημα εκ του λόγου αυτού, να πέσει και να κτυπήσει τον παθόντα ο βραχίονας της τσάπας αυτού, καθόσον το μηχάνημα τον καταπλάκωσε, ο οποίος παθών μάλιστα την στιγμή εκείνη δεν οδηγούσε το εκσκαπτικό μηχάνημα αλλά ίστατο έξωθεν αυτού.
Αντί λοιπόν το προσβαλλόμενο να αναφέρει τα ανωτέρω εκ λάθους και εξ απολύτου αοριστίας αυτού και κατά παραβίαση του αποδεικτικού υλικού της δικογραφίας το προσβαλλόμενο αναφέρει επί λέξει:
Με αποτέλεσμα όταν ο ανωτέρω παθών επιχείρησε να φορτώσει το εκσκαπτικό μηχάνημα στο φορτηγό οδηγώντας αυτό και ανεβάζοντας το μέσω των δύο μεταλλικών μπάρων που είχαν τοποθετηθεί στο φορτηγό το ένα άκρο εκ των οποίων ευρίσκετο επί της καρότσας αυτού και το άλλο επί του εδάφους, όταν το μηχάνημα βρισκόταν υπό κλίση επάνω στις μπάρες, να γείρει λόγω έλλειψης μηχανικής συγκράτησης και ο βραχίονας αυτού να καταπλακώσει τον παθόντα και να τραυματίσει θανάσιμα αυτόν, ο οποίος υπέστη πολλαπλές κακώσεις σώματος από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του.
1. Δεν προκύπτει το στοιχειώδες, δηλαδή το ποια μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων μου παραβίασα, δεν αναφέρεται ούτε στοιχειωδώς το κρίσιμο, ότι έλειπε μηχανισμός συγκράτησης της ράμπας που ώφειλα να είχα τοποθετήσει και έτσι αυτή ολίσθησε και κατά συνέπεια συμπαρέσυρε στην πτώση της το μπομπκατ που εκείνη την στιγμή ανέβαινε δια της ράμπας νια να φορτωθεί σε φορτηγό ιδιοκτησίας μου.
2. Έτσι λοιπόν που διατυπούται το Κατηγορητήριο δεν προκύπτει καν, ότι το μηχάνημα έπεσε στο έδαφος και κατά την πτώση του χτύπησε τον παθόντα στο κεφάλι δια του βραχίονος αυτού.
Διότι διατυπούται μόνον στο Κατηγορητήριο ότι το μηχάνημα έγειρε λόγω ελλείψεως μηχανικής συγκράτησης του ιδίου του μηχανήματος.
3. Δεν προκύπτει ορισμένως αν η έλλειψη μηχανισμού συγκρατήσεως αφορά το ίδιο το εκσκαπτικό μηχάνημα ή τις ράμπες με τις οποίες επιχειρείτο η ανάβαση του άνω μηχανήματος στο φορτηγό.
4. Δεν προκύπτει ρητώς, ότι η πτώση του εκσκαπτικού μηχανήματος οφείλεται στην ολίσθηση της ράμπας φορτώσεως αυτού, αλλά φέρεται, ότι το μηχάνημα έγειρε και έπεσε από μόνο του εξ αγνώστου αιτίας.
5. Επίσης έτσι που διατυπούται το Κατηγορητήριο δεν προκύπτει ρητώς, το σημείο όπου ευρίσκετο ο παθών κατά την πτώση του εκσκαπτικού μηχανήματος.
6. Δεν προκύπτει δηλαδή αν ο παθών ήταν μέσα στο μηχάνημα ή έξωθεν αυτού.
7. Δεν προκύπτει αν το οδηγούσε την στιγμή της πτώσεως ή βρισκόταν έξω από αυτό και έπεσε αιφνιδίως αυτό και τον κτύπησε ευρισκόμενος αυτός κάτω από τις ράμπες φορτώσεως του εκσκαπτικού μηχανήματος, ήτοι κάτω από το φορτηγό, στο οποίο φορτωνόταν το μηχάνημα.
Εκ της άνω λοιπόν ελλιπούς περιγραφής και καθορισμού της πράξεώς μου δια την οποία κατηγορούμαι σαφώς μου προκαλείται σύγχυση και δεν δύναμαι να αναπτύξω πλήρως και ορθώς την υπεράσπισή μου, καθισταμένου λοιπόν εκ της άνω παραλείψεως και αοριστίας του Κλητηρίου Θεσπίσματος ακύρου κατ’ άρθ. 321, 170, 510 Κ.Ποιν.Δκ. (Ιδ. AD HOC προσαγόμενες 586/2006 Τριμ. Πλημμ. Θεσσαλονίκης, ΑΠ 656/91, ΑΠ 752/91, ΑΠ 583/92).
Επειδή και όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του Κατηγορητηρίου, ήτοι την παραβίαση του Π .Δ. 395/1994, ομοίως το άνω σκέλος του Κατηγορητηρίου είναι περισσότερο και παντελώς αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως και άκυρο.
Διότι εις αυτό δεν περιγράφεται καθόλου η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος που τέλεσα, ο τόπος, ο τρόπος και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως που μου αποδίδεται δια της άνω κατηγορίας, ούτε στοιχειωδώς αναφέρεται, ποιόν μηχανισμό ασφαλείας παρέλειψα να χορηγήσω στους εργαζομένους μου και με αυτόν να εφοδιάσω τα οχήματα που χρησιμοποιούσα κατά την επιτέλεση των χωματουργικών έργων μου.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας ουδόλως απάντησε επί του ισχυρισμού του αυτού και έτσι κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠοινΔ.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α Κ.Ποιν.Δ. πρώτος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο του άρθρου 111 παρ. 7 ΚΠοινΔ, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία X. K., που κλήθηκε νομότυπα να παραστεί στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως προκύπτει από τα από 19.12.2024 και 30.12.2024 αποδεικτικά επίδοσης του Αρχιφύλακα Κ. Κ. και του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., προς την ίδια και προς τον αντίκλητο αυτής δικηγόρο Ανεστόπουλο Γεώργιο αντίστοιχα, που υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 3056/2024 απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

To Top