ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 194/2025 Ποινική Διαπραγμάτευση – Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβάλει υπόθεση για νέα αποδεικτικά 

Αριθμός 194/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου-Εισηγητή και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 129/2024 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης. Με κατηγορούμενο τον Ι. Κ. του Κ. κάτοικο …, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε.
Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 29/30-7-2024 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 735/2024.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση, με δήλωση που κατατίθεται στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, έστω και προπαρασκευαστικής ή παρεμπίπτουσας, μέσα στην προθεσμία του ενός μήνα, που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης στο κατ’ άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ τηρούμενο ειδικό βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και για εκείνον της υπέρβασης εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση με αριθμό 29/30-7-2024 αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με δήλωση στη γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, στις 30-7-2024, στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμ. 129/8-7-2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, με την οποία το Δικαστήριο αυτό ανέβαλε, κατ’ άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ, την εκδίκαση της υπόθεσης του κατηγορούμενου Ι. Κ. του Κ., κατοίκου …, η οποία είχε εισαχθεί προς εκδίκαση, μετά από σύνταξη πρακτικού διαπραγμάτευσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 303 παρ. 9, 464, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2α’ και 507 του ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, σαν να ήταν παρών και ο ως άνω απολιπόμενος κατηγορούμενος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την ορισθείσα δικάσιμο (10-12-2022), ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο έκθεμα, παρότι κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση της υπ’ αριθμ. 735/9-9-2024 κλήσης (βλ. τα από 4-11-2024 και 24-11-2024 αποδεικτικά επίδοσης του ανθυπαστυνόμου Α. Α. προς τον κατηγορούμενο και τον αντίκλητό του Χ. Μ.).
Με το άρθρο 303 του ΚΠΔ, με το οποίο εισάγεται ο θεσμός της Ποινικής Διαπραγμάτευσης, όπως οι σχετικές διατάξεις ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 94 του ν. 5090/2024, οριζόταν ότι: “1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, εξαιρουμένων των κακουργημάτων: α) που απειλούνται και με ποινή ισόβιας κάθειρξης και β) που προβλέπονται στο άρθρο 187 Α ΠΚ και στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του ΠΚ, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια ή παρεπόμενη ποινή. 2. Μετά την υποβολή του ανωτέρω αιτήματος η δικογραφία διαβιβάζεται επί μεν των πλημμελημάτων στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, επί δε των κακουργημάτων στον εισαγγελέα εφετών, οι οποίοι οφείλουν να κρίνουν αν η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, κατάλληλη προς διαπραγμάτευση. Προς τον σκοπό αυτό ο εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου και, αν το κρίνει αναγκαίο, τον παθόντα μετά ή δια συνηγόρου. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο ο εισαγγελέας του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου …. 3. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά …. 4. Αν ο κατηγορούμενος, αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, συμφωνήσει με τον εισαγγελέα την επιβλητέα ποινή, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης, που υπογράφεται από τον εισαγγελέα και από τον κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του. Το πρακτικό διαπραγμάτευσης περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη, για την οποία κατηγορείται, την συμφωνηθείσα ποινή καθώς και τον τρόπο έκτισής της. Η προτεινόμενη ποινή καθορίζεται με βάση την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, τον βαθμό της υπαιτιότητας καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη φυλάκισης στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, τα επτά έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη άνω των δέκα ετών και τα δύο έτη στα πλημμελήματα, ούτε μπορεί να είναι κατώτερη των δύο ετών στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη. Για την αναστολή ή μετατροπή της προτεινόμενης ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 99, 100, 104Α και 105 Α ΠΚ …. 5. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν, εκτός αν ο εισαγγελέας θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, οπότε ο ανακριτής λαμβάνει απολογία του κατηγορουμένου, μετά την οποία ο ανακριτής μπορεί να αφήσει τον κατηγορούμενο ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη για την επιβολή περιοριστικών όρων κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 283. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, ο εισαγγελέας μπορεί με διάταξή του να άρει ή να αντικαταστήσει τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού που τυχόν έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο …. 6. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο επί κακουργημάτων και στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο επί πλημμελημάτων. Στον απόντα κατηγορούμενο ορίζεται υποχρεωτικά ως συνήγορος ο αναφερόμενος στο πρακτικό διαπραγμάτευσης και αν αυτός κωλύεται άλλος συνήγορος από τον πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας και επιβάλλει σ’ αυτόν εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ ποινή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορουμένου. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να δεσμεύεται από το πρακτικό διαπραγμάτευσης, τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β’ και γ’ και δικαιούται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. 7. Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που έχει ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση που καταχωρείται στο ειδικό πρακτικό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 141 παρ. 4. Στην περίπτωση αυτή η διαπραγμάτευση διεξάγεται μεταξύ του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα της έδρας. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, το δικαστήριο του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η υποβολή του αιτήματος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί υποχρεωτικό λόγο αναβολής της δίκης, μπορεί όμως το δικαστήριο να διακόψει τη συζήτηση και να τάξει προθεσμία έως δεκαπέντε ημερών για τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης σύμφωνα με την παράγραφο 4. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 302. 8. Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων η διαπραγμάτευση μπορεί να αφορά ένα ή περισσότερα από αυτά. 9. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου χωρεί μόνο αναίρεση”. Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 303 του ΚΠΔ σαφώς συνάγεται ότι, στην ποινική διαπραγμάτευση, που εισήχθη στη νομοθεσία με επιδίωξη την ταχεία εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων και την αποσυμφόρηση της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, ουδεμία αποδεικτική διαδικασία λαμβάνει χώρα ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, για τη διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου, η ομολογία της οποίας από αυτόν, ως προς όλα τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τη βάση της εναντίον του κατηγορίας, αποτελεί προϋπόθεση για τη σύνταξη του πρακτικού της ποινικής διαπραγμάτευσης. Η δικαιοδοτική δε εξουσία του δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου ή Μονομελούς Πλημμελειοδικείου), ως προς το ζήτημα της ενοχής του κατηγορουμένου, εξαντλείται στην επικύρωση του πρακτικού διαπραγμάτευσης, χωρίς να υφίσταται δικονομική δυνατότητα απόρριψης του συμβιβασμού. Για τον λόγο αυτό, δεν λαμβάνει χώρα αποδεικτική διαδικασία για τη διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου, αλλά μόνο για την επιμέτρηση της ποινής, κατά την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ, δυνάμενο να επιβάλει ποινή μικρότερη από τη συμφωνηθείσα μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου και πάντως όχι υπερβαίνουσα αυτήν, ενώ δεν έχει δικονομικό περιθώριο να προβεί σε περαιτέρω μείωση της επιβαλλόμενης ποινής με την επίκληση από τον κατηγορούμενο και παραδοχή ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπό του (ΑΠ 634/2022). Επίσης, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β’ και γ’ του ΚΠΔ, δικαιούμενο να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αν συντρέχει αμνήστευση, παραγραφή ή θάνατος του κατηγορούμενου ή να την κηρύσσει απαράδεκτη σε περίπτωση δεδικασμένου, εκκρεμοδικίας ή απουσίας της απαιτούμενης αίτησης ή άδειας για δίωξη. Επιπλέον, βάσει των αποδεχθέντων – ομολογηθέντων από τον κατηγορούμενο στο σχετικό πρακτικό κρίσιμων πραγματικών περιστατικών της κατηγορίας και όχι βάσει αυτών που τυχόν θα προέκυπταν από επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης, στην οποία το δικαστήριο δεν δικαιούται να υπεισέλθει, κατά τα προεκτεθέντα, διατηρεί την εξουσία να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της κατηγορίας ή άλλους λόγους, που αποκλείουν την ποινική ευθύνη και, στην περίπτωση αυτή, ακόμη και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, ή να προσδώσει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, μόνο όμως προς όφελος του κατηγορουμένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά του κατηγορουμένου – αναιρεσείοντος είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για τα αδικήματα α) της διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τις ειδικότερες μορφές της πώλησης, παράδοσης, αποθήκευσης, παρασκευής, κατοχής και καλλιέργειας φυτών κάνναβης, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης και β) της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση (άρθρα 20 παρ. 1, 2, 3, 22 παρ. 1-2 β και 40, 41 ν. 4139/2013, 187 παρ. 1 ΠΚ) και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης. Μετά δε την απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Χανίων, διατάχθηκε η προσωρινή του κράτηση. Ακολούθως, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, πριν την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης, υπέβαλε την από 22-11-2021 αίτηση, με την οποία ζήτησε την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης μόνο για το αδίκημα της διακεκριμένης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης. Το αίτημά του έγινε δεκτό και, στη συνέχεια, επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ της Αντεισαγγελέως Εφετών Κρήτης και του κατηγορουμένου, για την οποία συντάχθηκε το υπ’ αριθμ. 5117/2-12-2021 πρακτικό διαπραγμάτευσης. Βάσει του πρακτικού αυτού, συμφωνήθηκε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, που ομολόγησε την προαναφερόμενη πράξη, ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, προσθέτως δε, η Αντεισαγγελέας Εφετών Κρήτης με την υπ’ αριθμ. 40/2-12-2021 διάταξή της αντικατέστησε την επιβληθείσα στον κατηγορούμενο προσωρινή κράτηση με περιοριστικούς όρους. Ακολούθως, η υπόθεση εισήχθη στο αρμόδιο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης, σύμφωνα με το άρθρο 303 παρ. 6 ΚΠΔ και, μετά από αναβολές, προσδιορίσθηκε για εκδίκαση στη δικάσιμο της 8-7-2024, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 129/2024 απόφαση. Συγκεκριμένα, κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του κατηγορουμένου, που ζήτησε την εκ νέου αναβολή της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθεί η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, όπου θα εξεταζόταν και η κατηγορία της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση εναντίον του ίδιου του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του, καθόσον, όπως ισχυρίσθηκε, αυτό αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την κρίση του Δικαστηρίου επί του πρακτικού διαπραγμάτευσης, το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης με το ακόλουθο σκεπτικό: “Από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 ΚΠΔ, (Ν. 4620/2019 – ΦΕΚ 96/Α/11.06.2019 Κύρωση Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) προκύπτει ότι: “3. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται νέες αποδείξεις, μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης, εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού”. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται αναγκαίο το δικαστήριο να εμμείνει στις υπ’ αριθμ. 120/06.12.2021, 156/10.10.2022, 161/18.09.2023 και 109/03.06.2024 προγενέστερες αποφάσεις του και να αναβληθεί η υπόθεση προκειμένου να προσκομισθεί στο αυτό Δικαστήριο απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης όπου εκκρεμεί εις βάρος του κατηγορουμένου συναφές αδίκημα, σε νέα δικάσιμο, την οποία θα ορίσει η Εισαγγελέας Εφετών Κρήτης”. Όπως προεκτέθηκε, η δικαιοδοτική εξουσία του Δικαστηρίου, ως προς το ζήτημα της ενοχής του κατηγορουμένου, εξαντλείται στην επικύρωση του πρακτικού διαπραγμάτευσης, το οποίο περιέχει την ομολογία του ότι τέλεσε την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη, ενώ δεν λαμβάνει χώρα αποδεικτική διαδικασία για τη διαπίστωση της ενοχής του.
Συνεπώς, δεν ήταν σύννομη η αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης, που έγινε κατ’ άρθρο 352 παρ. 3 ΚΠΔ, προκειμένου να προσκομισθεί, ως αναγκαίο νέο αποδεικτικό μέσο, η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης, που επρόκειτο να εκδοθεί για το συναφές αδίκημα της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση. Πέραν αυτού, όμως, επισημαίνεται ότι, ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του θεσμού της ποινικής διαπραγμάτευσης, που προεκτέθηκαν, η αναβολή της εκδίκασης της υπό κρίση υπόθεσης δεν θα ήταν σύννομο να διαταχθεί ούτε υπό την επίκληση του άρθρου 59 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή, σύμφωνα με όσα κατ’ ουσίαν ζήτησε ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του, διατεινόμενος ότι η απόφαση στην προκείμενη δίκη εξαρτάται από την έκβαση της υπόθεσης, στην οποία ο ίδιος ο αναιρεσείων και οι συγκατηγορούμενοί του επρόκειτο να δικαστούν για το συναφές αδίκημα της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση. Πράγματι, μια τέτοια εκδοχή θα αναιρούσε την, δια της εισαγωγής του θεσμού της ποινικής διαπραγμάτευσης, επιδίωξη του νόμου για την ταχεία εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων και την ανακούφιση του φόρτου εργασίας των ποινικών δικαστηρίων, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με τον νόμο, πρέπει η υπόθεση ταχύτατα, ήτοι εντός πέντε ημερών από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, να εισάγεται με απευθείας κλήση στο αρμόδιο δικαστήριο, για να επιληφθεί του ως άνω πρακτικού. Σημειώνεται επίσης ότι, όπως προεκτέθηκε, στην υπό κρίση υπόθεση, ο κατηγορούμενος είχε ομολογήσει όλα τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν τη βάση της υπαχθείσας στην ποινική διαπραγμάτευση πράξης, περιλαμβανομένων και αυτών για τη διενέργεια των πράξεων διακίνησης ναρκωτικών στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, την οποία (εγκληματική οργάνωση) ο κατηγορούμενος είχε συγκροτήσει με τους συγκατηγορουμένους του και ήταν ενταγμένος σ’ αυτήν. Εξάλλου, και υπό την εκδοχή ότι μεταγενέστερα ο αναιρεσείων θα απαλλασσόταν αμετακλήτως από την ανωτέρω κατηγορία της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, οπότε η προσήκουσα κατηγορία εναντίον του θα ήταν πλέον η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στη βασική μορφή του εγκλήματος (άρθρο 20 ν. 4139/2013), αυτός θα είχε τη δυνατότητα υποβολής αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, κατά τα άρθρα 525 επ. ΚΠΔ, που είναι επιτρεπτή και στην περίπτωση της έκδοσης απόφασης μετά από ποινική διαπραγμάτευση (ΑΠ 996/2022). Ενόψει των ανωτέρω, το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Κρήτης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανέβαλε, κατά τα προεκτεθέντα, την εκδίκαση της υπόθεσης, υπερέβη την εξουσία του.
Συνεπώς, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ’ ΚΠΔ. Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 519, 522 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 129/8-7-2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που είχε δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2025. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή : areiospagos.gr

To Top