Άρνηση αναβολής ακροαματικής διαδικασίας κατ’ έφεση και παραβίαση του δικαιώματος αυτοπρόσωπης παράστασης

ΑΠΟΦΑΣΗ

X κατά Ολλανδίας της 27.07.2021 (προσφ. αριθ. 72631/17)

Βλ. εδώ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 3 στ. γ΄ της ΕΣΔΑ (δίκαιη δίκη, δικαίωμα αυτοπρόσωπης υπεράσπισης) σε υπόθεση ποινικής δίωξης Ολλανδής υπηκόου, η οποία καταδικάστηκε κατ’ έφεση σε ποινή φυλάκισης δύο εβδομάδων χωρίς αναστολή (αντί ποινής φυλάκισης δύο μηνών ανασταλείσας στον πρώτο βαθμό), πλέον εκτέλεσης δύο προγενέστερων ποινών φυλάκισης με αναστολή. Η προσφεύγουσα, η οποία αντιμετώπιζε κατηγορίες κλοπής, ζήτησε επανειλημμένα αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας στην έφεση λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων στο εξωτερικό, προκειμένου να παραστεί αυτοπροσώπως. Το Εφετείο αρνήθηκε τη δεύτερη αναβολή, εκδίκασε την υπόθεση ερήμην της και αυστηροποίησε την ποινή. Το Δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ότι τα συμφέροντα που επικαλέστηκε το Εφετείο δεν ήταν επαρκή ώστε να υπερισχύσουν του δικαιώματος αυτοπρόσωπης παράστασης.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ – X ΚΑΤΑ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ (2021)

Η απόφαση X κατά Ολλανδίας αφορά Ολλανδή υπήκοο, γεννηθείσα το 1974, η οποία αντιμετώπιζε κατηγορίες για δύο περιστατικά κλοπής (κλοπές από καταστήματα), οφειλόμενα, κατά δήλωσή της, σε ψυχική ασθένεια. Στις 30 Ιανουαρίου 2015, ο ποινικός δικαστής (politierechter) του Περιφερειακού Δικαστηρίου Κεντρικής Ολλανδίας την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με διετή αναστολή, υπό τον ειδικό όρο παρακολούθησης θεραπευτικού προγράμματος, και διέταξε την εκτέλεση δύο προηγούμενων ποινών με αναστολή. Η προσφεύγουσα άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Arnhem-Leeuwarden.

Η ακροαματική διαδικασία κατ’ έφεση ορίστηκε αρχικά για τις 4 Ιουνίου 2015, αναβλήθηκε λόγω απουσίας της προσφεύγουσας στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους και επαναπροσδιορίστηκε για τις 20 Ιουλίου 2015, ημερομηνία κατά την οποία η προσφεύγουσα βρισκόταν και πάλι στο εξωτερικό. Ο δικηγόρος της υπέβαλε εγγράφως αίτημα νέας αναβολής, συνοδευόμενο από το πρόγραμμα επαγγελματικών ταξιδιών της, τονίζοντας ότι θα ήταν διαθέσιμη μεταξύ 27 Ιουλίου και τέλος Αυγούστου 2015. Η προσφεύγουσα εξέφρασε ρητά την επιθυμία να παραστεί αυτοπροσώπως, προκειμένου να εξηγήσει τις αιτίες της υποτροπής, τα μέτρα πρόληψης και τις θετικές εξελίξεις στην κατάστασή της. Αρνήθηκε να εξουσιοδοτήσει το δικηγόρο της να την εκπροσωπήσει απουσία της.

Το Εφετείο αρνήθηκε τη δεύτερη αναβολή, εκδίκασε την υπόθεση ερήμην της, την καταδίκασε και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο εβδομάδων χωρίς αναστολή, διατάσσοντας ταυτόχρονα την εκτέλεση δύο προηγούμενων ποινών με αναστολή. Ο Εισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Procureur-Generaal) εξέφρασε τη γνώμη ότι η απόρριψη δεν δικαιολογούνταν επαρκώς. Το Ανώτατο Δικαστήριο (Hoge Raad) απέρριψε, ωστόσο, την αναίρεση στις 9 Μαΐου 2017.

Το Δικαστήριο (Τέταρτο Τμήμα), ομόφωνα, αποφάσισε ως εξής:

Ως προς το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 §§ 1 και 3 στ. γ΄) διαπίστωσε παραβίαση. Τα συμφέροντα τα οποία επικαλέστηκε το Εφετείο – αποτελεσματική και ταχεία απονομή δικαιοσύνης και ορθή οργάνωση δικαστικών διαδικασιών – δεν ήταν επαρκή ώστε να υπερισχύσουν του δικαιώματος αυτοπρόσωπης παράστασης, λαμβανομένων υπόψη της σχετικά σύντομης εκκρεμότητας της υπόθεσης, του ότι δεν απαιτούνταν μακρά αναβολή, καθώς και της σπουδαιότητας της υπόθεσης για την προσφεύγουσα ενόψει των συνεπειών στην επαγγελματική της κατάσταση.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση παραβίασης αποτελούσε επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για ηθική βλάβη και επιδίκασε 4.750 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ X ΚΑΤΑ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ

Η προσφεύγουσα, γεννηθείσα το 1974, διαμένει στην Ουτρέχτη (Ολλανδία) και εργάζεται σε πολυεθνική εταιρεία, πραγματοποιώντας συχνά επαγγελματικά ταξίδια στο εξωτερικό. Αντιμετώπιζε ιστορικό κλοπών από καταστήματα, τις οποίες η ίδια απέδιδε σε ψυχική νόσο καταναγκαστικού χαρακτήρα. Η υπόθεση αφορούσε δύο πράξεις κλοπής (18 Δεκεμβρίου 2013 και 25 Οκτωβρίου 2014), για τις οποίες η ίδια είχε ομολογήσει στην αστυνομία.

Στις 30 Ιανουαρίου 2015, ο μονομελής ποινικός δικαστής (politierechter) την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών με διετή αναστολή, υπό τον ειδικό όρο θεραπείας, και διέταξε την εκτέλεση δύο προηγούμενων ποινών με αναστολή (φυλάκιση 4 εβδομάδων και χρηματική ποινή 5.000 ευρώ). Η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε  από δικηγόρο εξουσιοδοτημένο από την προσφεύγουσα, η οποία απουσίαζε.

Η προσφεύγουσα άσκησε έφεση. Η ακροαματική διαδικασία ορίστηκε αρχικά για τις 4 Ιουνίου 2015, αλλά αναβλήθηκε λόγω απουσίας της στο εξωτερικό για λόγους εργασίας. Ο νέος προσδιορισμός έγινε για τις 20 Ιουλίου 2015, κατόπιν συνεννόησης μεταξύ του δικηγόρου και της γραμματείας του Εφετείου, χωρίς επαλήθευση της διαθεσιμότητας της προσφεύγουσας. Ο δικηγόρος, αναγνωρίζοντας το δικό του επαγγελματικό σφάλμα, ζήτησε νέα αναβολή, προσκομίζοντας εγγράφως αιτιολόγηση, πρόγραμμα ταξιδιών και επιστολές της προσφεύγουσας.

Στις 20 Ιουλίου 2015, το Εφετείο Arnhem-Leeuwarden αρνήθηκε τη δεύτερη αναβολή, κρίνοντας ότι υπερίσχυε το συμφέρον ταχείας εκδίκασης και ορθής οργάνωσης, δεδομένου ότι η υπόθεση είχε ήδη αναβληθεί μία φορά. Εκδίκασε την υπόθεση ερήμην, καταδίκασε την προσφεύγουσα και της επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 εβδομάδων χωρίς αναστολή, εκτελώντας επιπλέον τις δύο προηγούμενες ποινές. Κατά τη μέτρηση της ποινής, το Εφετείο αναφέρθηκε σε γνωμοδότηση υπηρεσίας αναμόρφωσης, σύμφωνα με την οποία η προσφεύγουσα αρνούνταν τη συνεργασία σε θεραπευτικό πλαίσιο. Η αναίρεση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (9 Μαΐου 2017), παρά την αντίθετη εισαγγελική γνωμοδότηση.

ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΕΣΔΑ

Άρθρο 6 §§ 1 και 3 στ. γ΄

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 §§ 1 και 3 στ. γ΄ ΕΣΔΑ — Παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη

Το Δικαστήριο εξέτασε κατ’ αρχάς τις γενικές αρχές. Υπενθύμισε ότι πρόσωπο κατηγορούμενο για ποινικό αδίκημα δικαιούται να μετέχει στην ακροαματική διαδικασία και ότι η υποχρέωση διασφάλισης του δικαιώματος παράστασης αποτελεί θεμελιώδη απαίτηση του άρθρου 6 (Sejdovic κατά Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 56581/00, § 81· Hermi κατά Ιταλίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης], αριθμ. προσφ. 18114/02, § 58). Ειδικά στην κατ’ έφεση δίκη, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι αρμόδιο να τροποποιήσει, συμπεριλαμβανομένης της αυστηροποίησης της ποινής, και η διαδικασία δύναται να εγείρει ζητήματα εκτίμησης της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, η αυτοπρόσωπη παράσταση είναι ουσιώδης (Zahirović κατά Κροατίας, αριθμ. προσφ. 58590/11, §§ 57, 59, 62).

Ως προς τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η προσφεύγουσα ούτε παραιτήθηκε του δικαιώματος παράστασης ούτε επιχείρησε να αποφύγει τη δίκη – αντιθέτως, εξέφρασε ρητά και επανειλημμένα την επιθυμία αυτοπρόσωπης εμφάνισης. Το σφάλμα ήταν αποκλειστικά του δικηγόρου, ο οποίος συμφώνησε σε ημερομηνία χωρίς να ελέγξει τη διαθεσιμότητα της εντολέως του (παρ. 49).

Ως προς τη στάθμιση συμφερόντων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα συμφέροντα τα οποία επικαλέστηκε το Εφετείο είχαν σχετικά μικρό βάρος: η εκκρεμότητα κατ’ έφεση ήταν μόλις πέντε μήνες, η αιτηθείσα αναβολή δεν χρειαζόταν να είναι μακρά (η προσφεύγουσα ήταν διαθέσιμη μεταξύ 27 Ιουλίου και τέλος Αυγούστου 2015), ενώ αντιθέτως η σπουδαιότητα της υπόθεσης για την προσφεύγουσα ήταν μείζονος σημασίας, ενόψει του κινδύνου στερητικής της ελευθερίας ποινής και απώλειας εργασίας (παρ. 52-53). Επιπρόσθετα, το Εφετείο στηρίχθηκε κατά τη μέτρηση της ποινής σε γνωμοδότηση υπηρεσίας αναμόρφωσης – ακριβώς στα ζητήματα που η προσφεύγουσα επιθυμούσε να αντικρούσει αυτοπροσώπως (παρ. 54).

Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα συμφέροντα ταχείας εκδίκασης, μολονότι ασφαλώς κρίσιμα, δεν ήταν επαρκή ώστε να υπερισχύσουν του δικαιώματος αυτοπρόσωπης παράστασης υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση (ομόφωνα).

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ (KEY PASSAGE)

«Μολονότι τα συμφέροντα που επικαλέστηκε το Εφετείο ήταν αναμφίβολα κρίσιμα, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν ήταν επαρκή ώστε να υπερισχύσουν του δικαιώματος της προσφεύγουσας να παραστεί αυτοπροσώπως στην ακροαματική διαδικασία κατ’ έφεση» (παρ. 55).

ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΔΔΑ X ΚΑΤΑ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ

Ουσιαστική στάθμιση αντί τυπικής: Η απόφαση διευκρινίζει ότι η άρνηση αναβολής δεν δύναται να στηρίζεται σε γενική επίκληση συμφερόντων ταχείας εκδίκασης, απαιτείται ουσιαστική στάθμιση, με εξατομικευμένη αξιολόγηση του βάρους κάθε συμφέροντος υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

Μη καταλογισμός σφάλματος δικηγόρου στον κατηγορούμενο: Η απόφαση κρίνει ότι, μολονότι το κράτος δεν ευθύνεται για κάθε σφάλμα δικηγόρου, μόλις το σφάλμα γνωστοποιήθηκε στο δικαστήριο, αυτό υποχρεούνταν να διασφαλίσει την πραγματική άσκηση του δικαιώματος παράστασης.

Σπουδαιότητα κρίσιμης έκβασης για τον κατηγορούμενο: Η απόφαση υπογραμμίζει ότι, όταν η κατ’ έφεση δίκη δύναται να οδηγήσει σε στερητική της ελευθερίας ποινή με σοβαρές προσωπικές και επαγγελματικές συνέπειες, το δικαίωμα αυτοπρόσωπης παράστασης αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ X ΚΑΤΑ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ

Από: echrcaselaw

ΑΝΑΛΥΣΗ

Η απόφαση X κατά Ολλανδίας εντάσσεται στη νομολογιακή σειρά περί δικαιώματος αυτοπρόσωπης παράστασης στην κατ’ έφεση δίκη, εμβαθύνοντας στα κριτήρια στάθμισης συμφερόντων μεταξύ ταχείας εκδίκασης και δικαιώματος συμμετοχής του κατηγορουμένου.

Η σχέση με τη νομολογία Hermi–Sejdovic–Hokkeling: Η νομολογιακή γραμμή από τις αποφάσεις Hermi κατά Ιταλίας και Sejdovic κατά Ιταλίας καθιέρωσε ότι η αυτοπρόσωπη παράσταση αποτελεί θεμελιώδη απαίτηση του άρθρου 6 και ότι στην κατ’ έφεση δίκη η σπουδαιότητά της εξαρτάται από τη φύση των ζητημάτων που αντιμετωπίζονται. Η Hokkeling κατά Ολλανδίας είχε ήδη κρίνει παραβίαση σε ανάλογη υπόθεση. Η παρούσα απόφαση εξειδικεύει τη στάθμιση, υπογραμμίζοντας ότι η σχετικά σύντομη εκκρεμότητα και η διαθεσιμότητα σύντομης αναβολής αποδυναμώνουν σημαντικά το βάρος του συμφέροντος ταχείας εκδίκασης.

Το ζήτημα της ευθύνης για σφάλμα δικηγόρου: Η υπόθεση αναδεικνύει τη σχέση μεταξύ ανεξαρτησίας του δικηγόρου και υποχρεώσεων του δικαστηρίου. Ενώ η διεξαγωγή της υπεράσπισης αποτελεί κατ’ αρχήν ζήτημα μεταξύ κατηγορουμένου και δικηγόρου, μόλις η αδυναμία παράστασης γνωστοποιηθεί στο δικαστήριο, αυτό οφείλει να σταθμίσει ουσιαστικά τα συμφέροντα – δεν δύναται να μετακυλίσει τις συνέπειες του σφάλματος αποκλειστικά στον κατηγορούμενο.

Συγκριτική ανάλυση με νομολογία διεθνών οργάνων: Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 32 (2007, παρ. 36), τονίζει ότι η δίκη ερήμην πρέπει να πληροί αυστηρές προϋποθέσεις και ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται επαρκείς δυνατότητες επανεξέτασης. Το Διαμερικανικό Δικαστήριο, στην υπόθεση Herrera Ulloa κατά Κόστα Ρίκα της 02.07.2004 (Σειρά C αριθ. 107), έχει υπογραμμίσει ότι η αποτελεσματική πρόσβαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποτελεί ουσιώδη εγγύηση υπεράσπισης. Η X κατά Ολλανδίας κινείται σε πλήρη αρμονία με αυτές τις προσεγγίσεις.

Η αξία της αυτοπρόσωπης παράστασης στη μέτρηση ποινής: Η υπόθεση αναδεικνύει ότι η αυτοπρόσωπη παράσταση του κατηγορουμένου αποτελεί ουσιώδες εργαλείο κατά τη μέτρηση της ποινής, ιδίως όταν το δικαστήριο σχηματίζει εκτίμηση περί της προσωπικότητας του κατηγορουμένου βάσει εκθέσεων τρίτων, χωρίς ο ίδιος ο κατηγορούμενος να έχει τη δυνατότητα αντίκρουσης.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Η απόφαση εγείρει σημαντικά ζητήματα:

Η αυστηροποίηση ποινής ερήμην: Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί το γεγονός ότι το Εφετείο δεν αρκέστηκε στην επικύρωση αλλά αυστηροποίησε ουσιωδώς την ποινή – επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης χωρίς αναστολή αντί εξ ολοκλήρου ανασταλείσας – χωρίς η προσφεύγουσα να έχει τη δυνατότητα αυτοπρόσωπης ακρόασης. Η αυστηροποίηση ερήμην εγείρει αυξημένες απαιτήσεις δίκαιης δίκης.

Τα όρια του σφάλματος δικηγόρου: Η απόφαση αφήνει ανοιχτό το ερώτημα σε ποιο βαθμό τα δικαστήρια οφείλουν να «θεραπεύουν» σφάλματα δικηγόρων – ιδίως όταν πρόκειται για ιδιώτη δικηγόρο (και όχι διορισθέντα υπέρ δικαστικής αρωγής). Η ισορροπία μεταξύ ανεξαρτησίας δικηγόρων και δικαιωμάτων κατηγορουμένων παραμένει ευαίσθητη.

Το ζήτημα της δίκαιης ικανοποίησης: Αξιοσημείωτο είναι ότι το Δικαστήριο δεν επιδίκασε αποζημίωση για ηθική βλάβη, κρίνοντας ότι η κατάλληλη θεραπεία συνίσταται στην επανάληψη της εσωτερικής διαδικασίας, δυνατότητα που προβλέπεται από το ολλανδικό δίκαιο (άρθρο 457 § 1 στ. β΄ ΚΠΔ Ολλανδίας). Η προσέγγιση αυτή αντανακλά τη νομολογιακή θέση ότι η επανεξέταση της υπόθεσης αποτελεί την πληρέστερη μορφή αποκατάστασης.

Συμπέρασμα: Η απόφαση X κατά Ολλανδίας παγιώνει τη νομολογία περί αυτοπρόσωπης παράστασης και αποστέλλει σαφές μήνυμα: η άρνηση αναβολής κατ’ έφεση δίκη δεν δύναται να στηρίζεται σε αφηρημένη επίκληση ταχείας εκδίκασης – απαιτείται εξατομικευμένη στάθμιση, λαμβανομένων υπόψη της σπουδαιότητας της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο, της δυνατότητας σύντομης αναβολής και της συγκεκριμένης αιτίας απουσίας.

Σχετική νομολογία ΕΔΔΑ: • Sejdovic v. Italy [GC], 01.03.2006, Application no. 56581/00 • Hermi v. Italy [GC], 18.10.2006, Application no. 18114/02 • Hokkeling v. the Netherlands, 14.02.2017, Application no. 30749/12 • Zahirović v. Croatia, 25.04.2013, Application no. 58590/11 • Cani v. Albania, 06.03.2012, Application no. 11006/06 • Medenica v. Switzerland, 14.06.2001, Application no. 20491/92 • Colozza v. Italy, 12.02.1985, Series A no. 89 • Talabér v. Hungary, 29.09.2009, Application no. 37376/05 • Cabral v. the Netherlands, 28.08.2018, Application no. 37617/10 • Van Geyseghem v. Belgium [GC], 21.01.1999, Application no. 26103/95

To Top