ΑΠΟΦΑΣΗ
Finanziaria d’Investimento Fininvest S.p.A. και Berlusconi κατά Ιταλίας της 08.01.2026 (προσφ. αριθ. 23538/14 και 23554/14)
Βλ. εδώ
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η υπόθεση αφορά δύο συνεκδικασθείσες προσφυγές κατά της Ιταλίας. Η πρώτη (αριθ. 23538/14) υποβλήθηκε από την εταιρεία Finanziaria d’Investimento Fininvest S.p.A. και αφορούσεά τη διεξαγωγή και έκβαση αγωγής αποζημίωσης που άσκησε τρίτη εταιρεία (CIR S.p.A.) κατά της προσφεύγουσας για ζημίες που απέρρευσαν από τη διαφθορά δικαστή, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην έκδοση προγενέστερης απόφασης στη διαφορά μεταξύ των δύο μερών. Η δεύτερη προσφυγή (αριθ. 23554/14) υποβλήθηκε από τον Silvio Berlusconi και αφορά ισχυρισμούς των εσωτερικών δικαστηρίων στο πλαίσιο της ίδιας αστικής διαδικασίας σχετικά με την ευθύνη του για πράξεις διαφθοράς.
Η γένεση της υπόθεσης ανάγεται σε σύγκρουση στα τέλη της δεκαετίας του 1980 για τον έλεγχο του εκδοτικού ομίλου Mondadori στην Ιταλία. Μετά από διαιτητική απόφαση υπέρ της CIR, το Εφετείο της Ρώμης, με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991, ακύρωσε τη διαιτητική απόφαση. Στη σύνθεση του δικαστηρίου συμμετείχε ο δικαστής V.M., ο οποίος αργότερα καταδικάστηκε αμετάκλητα για διαφθορά σε δικαστικές πράξεις. Μετά την απόφαση του 1991 και ενόσω εκκρεμούσε αναίρεση, τα μέρη κατέληξαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό (29 Απριλίου 1991), δυνάμει του οποίου η Fininvest απέκτησε τον έλεγχο του ομίλου Mondadori, καταβάλλοντας η CIR αντάλλαγμα περίπου 188 εκατομμυρίων ευρώ. Η CIR παραιτήθηκε από την αναίρεση.
Το 2004 η CIR άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά της Fininvest (άρθρο 2043 ΑΚ Ιταλίας), ισχυριζόμενη ότι η διαπραγματευτική της θέση είχε υπονομευθεί λόγω της απόφασης του διεφθαρμένου δικαστή. Τα ιταλικά δικαστήρια (πρωτοβάθμιο, εφετείο, Ακυρωτικό) έκαναν δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας τελικώς αποζημίωση περίπου 490.000.000 ευρώ πλέον δικαστικών εξόδων περίπου 9.000.000 ευρώ. Τα δικαστήρια εξέτασαν παρεμπιπτόντως το περιεχόμενο της απόφασης του 1991 και έκριναν ότι ήταν εσφαλμένη, χωρίς να απαιτηθεί προηγούμενη άσκηση αίτησης αναψηλάφησης.
Όσον αφορά τον S. Berlusconi, τα εσωτερικά δικαστήρια εξέτασαν παρεμπιπτόντως τη συμπεριφορά του ως διοικητή της Fininvest κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκειμένου να θεμελιώσουν την αστική ευθύνη της εταιρείας, παρότι αυτός είχε τύχει απαλλαγής λόγω παραγραφής στην ποινική διαδικασία για την ίδια διαφθορά.
Το ΕΔΔΑ εξέτασε πλήθος αιτιάσεων υπό το πρίσμα των άρθρων 6 §§ 1 και 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Ως προς το ζήτημα του δεδικασμένου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφθορά δικαστή συνιστά επιτακτικό λόγο που δικαιολογεί παρέκκλιση από την αρχή της ασφάλειας δικαίου και ότι τα ιταλικά δικαστήρια δεν παραβίασαν το εσωτερικό δίκαιο εξετάζοντας παρεμπιπτόντως την απόφαση του 1991 χωρίς προηγούμενη αναψηλάφηση. Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 μόνο ως προς την έλλειψη αιτιολογίας για τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων ενώπιον του Ακυρωτικού. Δεν διαπίστωσε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας (άρθρο 6 § 2) ως προς τον S. Berlusconi, καθώς οι διατυπώσεις των εσωτερικών δικαστηρίων περιορίστηκαν σε διαπίστωση αστικής και όχι ποινικής ευθύνης.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα εταιρεία Finanziaria d’Investimento Fininvest S.p.A. είναι ιταλική εταιρεία με έδρα τη Ρώμη. Ο δεύτερος προσφεύγων, Silvio Berlusconi (1936-2023), ήταν Ιταλός υπήκοος και, έως το 1994, Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της προσφεύγουσας εταιρείας. Μετά τον θάνατό του (12 Ιουνίου 2023), οι κληρονόμοι του εξέφρασαν την επιθυμία να συνεχίσουν τη διαδικασία.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ανέκυψε σύγκρουση για τον έλεγχο του ομίλου Mondadori, ενός από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Ιταλίας. Η Fininvest και η CIR S.p.A. επιδίωκαν την απόκτηση μετοχών από την οικογένεια F. Η CIR προσέφυγε σε διαιτησία και με διαιτητική απόφαση της 20ής Ιουνίου 1990 κρίθηκε ότι η οικογένεια F. όφειλε να μεταβιβάσει τις μετοχές της στην CIR.
Η οικογένεια F. προσέβαλε τη διαιτητική απόφαση ενώπιον του Εφετείου Ρώμης. Με απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1991, το Εφετείο (σύνθεση: V.M. ως εισηγητής, A.V. ως πρόεδρος και G.P.) ακύρωσε τη διαιτητική απόφαση. Στις 29 Απριλίου 1991 τα μέρη συνήψαν συμφωνία συμβιβασμού, δυνάμει της οποίας η Fininvest απέκτησε τον έλεγχο του Mondadori. Η CIR παραιτήθηκε από την εκκρεμούσα αναίρεση.
Το 1999 κινήθηκε ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντος, του δικαστή V.M., του δικηγόρου C.P. και άλλων για διαφθορά σε δικαστικές πράξεις. Στις 19 Ιουνίου 2000 ο ανακριτής εξέδωσε απαλλακτικό βούλευμα. Κατόπιν εφέσεως, το Εφετείο του Μιλάνου μετέτρεψε την κατηγορία σε απλή διαφθορά και κήρυξε την απαλλαγή του προσφεύγοντος λόγω παραγραφής (12 Μαΐου 2001). Η αναίρεση του προσφεύγοντος απορρίφθηκε (16 Νοεμβρίου 2001). Οι λοιποί συγκατηγορούμενοι καταδικάστηκαν αμετάκλητα για διαφθορά σε δικαστικές πράξεις (27 Σεπτεμβρίου 2007).
Στις 6 Απριλίου 2004 η CIR άσκησε αγωγή αποζημίωσης κατά της Fininvest βάσει του άρθρου 2043 του Αστικού Κώδικα. Με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2009, το Πρωτοδικείο Μιλάνου έκανε δεκτή την αγωγή, επιδικάζοντας περίπου 750 εκατομμύρια ευρώ. Το Εφετείο Μιλάνου (9 Ιουλίου 2011) επικύρωσε εν μέρει την απόφαση, μειώνοντας την αποζημίωση σε περίπου 540 εκατομμύρια ευρώ. Το Ακυρωτικό (17 Σεπτεμβρίου 2013) απέρριψε κατά το μεγαλύτερο μέρος την αναίρεση, μειώνοντας περαιτέρω την αποζημίωση κατά 15%.
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 6 § 1,
Άρθρο 6 § 2,
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…
Άρθρο 6 § 1 – Αρχή του δεδικασμένου και ασφάλεια δικαίου
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της αρχής του κράτους δικαίου, θεμελιώδες στοιχείο της οποίας είναι η αρχή της ασφάλειας των εννόμων σχέσεων, η οποία απαιτεί να μην τίθεται εκ νέου υπό αμφισβήτηση η λύση που δόθηκε οριστικά σε κάθε διαφορά από τα δικαστήρια. Ωστόσο, οι απαιτήσεις αυτές δεν είναι απόλυτες. Παρέκκλιση επιτρέπεται όταν επιβάλλεται από ουσιώδεις και επιτακτικούς λόγους, ιδίως όταν πρόκειται να διορθωθεί θεμελιώδες ελάττωμα ή δικαστικό σφάλμα.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφθορά δικαστή συνιστά θεμελιώδες ελάττωμα της διαδικασίας που στερεί από τους διαδίκους τη δυνατότητα δίκαιης εξέτασης της υπόθεσής τους από αμερόληπτο δικαστήριο. Η διαφθορά ενός μόνο δικαστή σε σύνθεση, ακόμη και πολυμελή, αρκεί για να θεμελιώσει επιτακτικό λόγο παρέκκλισης από το δεδικασμένο, δεδομένου του απορρήτου των διασκέψεων.
Όσον αφορά τη συμμόρφωση με το εσωτερικό δίκαιο, το Δικαστήριο επισήμανε ότι επρόκειτο για νέο νομικό ζήτημα για το οποίο δεν υπήρχε προηγούμενη νομολογία. Το Ακυρωτικό αιτιολόγησε επαρκώς τη θέση του, κρίνοντας ότι η CIR δεν είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει αίτηση αναψηλάφησης, καθώς η επιστροφή των επίδικων μετοχών ήταν πλέον αδύνατη. Η ερμηνεία αυτή δεν ήταν αυθαίρετη ούτε προδήλως εσφαλμένη.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι επετεύχθη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων της προσφεύγουσας εταιρείας για διατήρηση οριστικής απόφασης, των συμφερόντων της CIR για απόφαση από αμερόληπτο δικαστήριο και της ανάγκης διασφάλισης χρηστής απονομής της δικαιοσύνης.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ως προς την αρχή του δεδικασμένου.
Άρθρο 6 § 1 – Δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως
Η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι τα εσωτερικά δικαστήρια παραβίασαν κατάφωρα τους κανόνες αρμοδιότητας, εφόσον αρμόδιο να κρίνει επί αίτησης αναψηλάφησης ήταν το Εφετείο Ρώμης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα δικαστήρια δεν αποφάνθηκαν επί αίτησης αναψηλάφησης αλλά για αγωγή αποζημίωσης, χωρίς να υπερβούν την αρμοδιότητά τους.
Δεν διαπιστώθηκε παραβίαση.
Άρθρο 6 § 1 – Αιτιολογία δικαστικής απόφασης ως προς τα δικαστικά έξοδα
Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Ακυρωτικό δεν αιτιολόγησε τον τρόπο με τον οποίο καθόρισε τα δικαστικά έξοδα που επιβλήθηκαν σε βάρος της προσφεύγουσας (900.200 ευρώ), δεδομένου ότι η ισχύουσα νομοθεσία απαιτούσε ειδική αιτιολογία για υποθέσεις αξίας άνω του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1.
Άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η συμφωνία του 1991 και η εξ αυτής περιουσία της προσφεύγουσας συνιστούσαν «περιουσία» κατά την έννοια του άρθρου 1 ΠΠΠ. Ωστόσο, έκρινε ότι η περιουσιακή ζημία απορρέει από διαφορά ιδιωτικού δικαίου και ότι το Κράτος δεν υπέχει ευθύνη, εφόσον τα εσωτερικά δικαστήρια ενήργησαν σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο χωρίς αυθαιρεσία. Η διαπιστωθείσα παραβίαση ως προς τα δικαστικά έξοδα δεν αρκούσε για να θεμελιώσει παραβίαση του δικαιώματος περιουσίας.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 1 ΠΠΠ.
Άρθρο 6 § 2 – Τεκμήριο αθωότητας
Ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι τα αστικά δικαστήρια του καταλόγισαν ευθύνη για πράξεις διαφθοράς, μολονότι είχε απαλλαγεί λόγω παραγραφής στην ποινική διαδικασία.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το άρθρο 6 § 2, πέραν της λειτουργίας του ως δικονομικής εγγύησης στην ποινική δίκη, αποσκοπεί επίσης στο να αποτρέψει το ενδεχόμενο πρόσωπα που αθωώθηκαν ή έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος τους να αντιμετωπίζονται από δημόσιες αρχές ως ένοχοι.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ύπαρξη στενού δεσμού μεταξύ της αστικής και της ποινικής διαδικασίας, καθώς αμφότερες αφορούσαν τα ίδια πραγματικά περιστατικά διαφθοράς. Εξέτασε τη φύση, το πλαίσιο και τη διατύπωση των αποφάσεων. Διαπίστωσε ότι τα αστικά δικαστήρια:
α) επισήμαναν επανειλημμένα ότι εξέταζαν αποκλειστικά την αστική ευθύνη,.
β) εφάρμοσαν το κριτήριο απόδειξης της «επικρατέστερης πιθανότητας», χαρακτηριστικό της αστικής ευθύνης και
γ) δεν διατύπωσαν αδιαμφισβήτητη κρίση περί ποινικής ενοχής.
Ορισμένες διατυπώσεις, όπως η αναφορά στη «συμμετοχή στη συμφωνία διαφθοράς», θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, αλλά δεν αντανακλούσαν πεποίθηση περί ποινικής ενοχής κατά τα πρότυπα που διέπουν τη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης. Η διόρθωση της αιτιολογίας από το Ακυρωτικό ως προς το κριτήριο απόδειξης επιβεβαίωσε τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας.
Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 (με ψήφους 6 έναντι 1).
ΚΡΙΣΙΜΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
«Η διαφθορά δικαστή συνιστά θεμελιώδες ελάττωμα της διαδικασίας, το οποίο αποστερεί τους διαδίκους από τη δυνατότητα να επιτύχουν δίκαιη εξέταση της υπόθεσής τους από αμερόληπτο δικαστήριο» (§ 166).
«Οι απαιτήσεις που απορρέουν από την αρχή της ασφάλειας δικαίου και του δεδικασμένου δεν είναι απόλυτες· παρέκκλιση μπορεί να δικαιολογηθεί όταν ουσιώδεις και επιτακτικοί λόγοι το επιβάλλουν, ιδίως όταν πρόκειται να διορθωθεί θεμελιώδες ελάττωμα ή δικαστικό σφάλμα» (§ 151).
ΜΕΙΟΨΗΦΟΥΣΑ ΓΝΩΜΗ – ΔΙΚΑΣΤΗΣ ADAMSKA-GALLANT
Η δικαστής Adamska-Gallant διαφώνησε ως προς το συμπέρασμα περί μη παραβίασης του άρθρου 6 § 2.
Επισήμανε ότι η παρούσα υπόθεση διακρίνεται ουσιωδώς από προηγούμενες υποθέσεις, καθώς ο προσφεύγων δεν ήταν διάδικος στην αστική δίκη και, συνεπώς, δεν είχε δικονομική δυνατότητα να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του. Παρόλα αυτά, τα δικαστήρια όλων των βαθμών έκριναν αναγκαίο να εξετάσουν τη συμπεριφορά και τον ρόλο του.
Η δικαστής εξέφρασε επίσης αμφιβολίες κατά πόσον η χρησιμοποιηθείσα γλώσσα παρέμεινε εντός των επιτρεπτών ορίων. Ακόμη και αν οι διαπιστώσεις περί διαφθοράς χαρακτηρίστηκαν τυπικά ως κρίσιμες μόνο για την αστική δίκη, η διατύπωσή τους μπορούσε κάλλιστα να εκληφθεί ως καταλογισμός ποινικής ευθύνης, αντίληψη που ενισχύθηκε από τη δημοσιότητα της απόφασης.
Συνολικά, η απουσία συμμετοχής του προσφεύγοντος στην αστική δίκη και οι επανειλημμένες δικαστικές διατυπώσεις περί εμπλοκής του σε πράξεις διαφθοράς οδήγησαν τη δικαστή στο συμπέρασμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμά του κατά το άρθρο 6 § 2.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Η απόφαση αποτελεί σημαντική συμβολή στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τα όρια της αρχής του δεδικασμένου και τις συνθήκες υπό τις οποίες δικαιολογείται παρέκκλιση.
Επιβεβαίωσε τη θέση ότι η διαφθορά δικαστή συνιστά κατ’ εξοχήν επιτακτικό λόγο που δικαιολογεί αναψηλάφηση οριστικής απόφασης, σύμφωνα με τα κριτήρια που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Brumărescu κατά Ρουμανίας [GC] της 28.10.1999 (αριθ. 28342/95), Riabykh κατά Ρωσίας της 24.07.2003 (αριθ. 52854/99) και Guðmundur Andri Ástráðsson κατά Ισλανδίας [GC] της 01.12.2020 (αριθ. 26374/18).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση του Δικαστηρίου ως προς την ευελιξία που παρέχεται στα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν το εσωτερικό δικονομικό δίκαιο, ιδίως σε νέα νομικά ζητήματα. Το Δικαστήριο περιορίστηκε σε έλεγχο αυθαιρεσίας, αναγνωρίζοντας ότι δεν του ανήκει να υποκαταστήσει τα εθνικά δικαστήρια στην ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου.
Ως προς το τεκμήριο αθωότητας, η απόφαση επιβεβαίωσε τη διακριτή φύση αστικής και ποινικής ευθύνης, επικαλούμενη τη νομολογία Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC] της 12.07.2013 (αριθ. 25424/09), Nealon και Hallam κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC] της 11.06.2024 (αριθ. 32483/19 και 35049/19) και Fleischner κατά Γερμανίας της 03.10.2019 (αριθ. 61985/12).
Αξιοσημείωτο είναι ότι το Δικαστήριο έκρινε πως η επανεξέταση της ουσίας αμετάκλητης απόφασης στο πλαίσιο διαδικασίας αποζημίωσης μπορεί κατ’ αρχήν να θίξει την ασφάλεια δικαίου, πλην όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαπιστωμένη δικαστική διαφθορά συνιστούσε επιτακτικό λόγο που δικαιολογούσε την απόκλιση από το δεδικασμένο. Δεν διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 ως προς το δεδικασμένο και το δικαίωμα σε δικαστήριο που έχει συσταθεί νομίμως, ούτε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ως προς την προστασία της περιουσίας, ούτε παραβίαση του άρθρου 6 § 2 ως προς το τεκμήριο αθωότητας (με ψήφους έξι έναντι ενός). Αντιθέτως, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 αποκλειστικά ως προς την ανεπαρκή αιτιολογία της απόφασης του Ακυρωτικού Δικαστηρίου για τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων, υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και σε εξαιρετικά ευαίσθητα συμφραζόμενα (όπως η θεραπεία συνεπειών δικαστικής διαφθοράς) η ειδική και επαρκής αιτιολογία παραμένει αυτοτελής εγγύηση της δίκαιης δίκης.
Συγκριτική ανάλυση με τη νομολογία διεθνών δικαστηρίων
Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ στην παρούσα υπόθεση παρουσιάζει αξιοσημείωτες συγκλίσεις αλλά και αποκλίσεις με τη νομολογία άλλων διεθνών οργάνων.
Το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναπτύξει πλούσια νομολογία σχετικά με τη διαφθορά στο δικαστικό σύστημα και τις επιπτώσεις της στα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην υπόθεση Apitz Barbera κ.α. κατά Βενεζουέλας της 05.08.2008, το Δικαστήριο τόνισε ότι η ανεξαρτησία και αμεροληψία της δικαιοσύνης αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, το Διαμερικανικό Δικαστήριο δεν έχει εξετάσει ευθέως το ζήτημα της αμφισβήτησης δεδικασμένου σε περίπτωση διαφθοράς δικαστή.
Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (ΔΣΑΠΔ) έχει επίσης τονίσει τη σημασία του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη από αμερόληπτο δικαστήριο. Στην υπόθεση Karttunen κατά Φινλανδίας (Ανακοίνωση αριθ. 387/1989) της 23.10.1992, η Επιτροπή έκρινε ότι η αμεροληψία του δικαστηρίου αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη δίκαιη δίκη. Ως προς το τεκμήριο αθωότητας, στην υπόθεση Gridin κατά Ρωσίας (Ανακοίνωση αριθ. 770/1997) της 20.07.2000, η Επιτροπή τόνισε ότι οι δημόσιες αρχές οφείλουν να απέχουν από δηλώσεις που προκαταλαμβάνουν την έκβαση ποινικής δίκης.
Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά της απόφασης σε διεθνή κείμενα για την καταπολέμηση της δικαστικής διαφθοράς, ιδίως τα Ψηφίσματα 1703(2010) και 2098(2016) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και την Αστική Σύμβαση για τη Διαφθορά (STE αριθ. 174), η οποία επιβάλλει στα κράτη μέρη να προβλέπουν αποτελεσματικά ένδικα μέσα υπέρ των προσώπων που υπέστησαν ζημία από πράξεις διαφθοράς.
ΚΡΙΤΙΚΗ
Η απόφαση είναι δογματικά συνεπής με την προγενέστερη νομολογία του ΕΔΔΑ και αντιμετωπίζει με επιτυχία μια ιδιαιτέρως πολύπλοκη υπόθεση που εμπλέκει πολλαπλές νομικές πτυχές.
Η θέση του Δικαστηρίου ότι η διαφθορά δικαστή συνιστά κατ’ εξοχήν επιτακτικό λόγο παρέκκλισης από το δεδικασμένο είναι ορθή και συμβαδίζει με τη θεμελιώδη σημασία της αμεροληψίας της δικαιοσύνης. Η αναγνώριση ότι και η διαφθορά ενός μόνο δικαστή σε πολυμελή σύνθεση αρκεί για να θεμελιώσει τον επιτακτικό λόγο παρέκκλισης είναι λογική, δεδομένου του απορρήτου των διασκέψεων.
Ωστόσο, η απόφαση εγείρει ορισμένους προβληματισμούς. Ως προς το τεκμήριο αθωότητας, η μειοψηφούσα γνώμη της δικαστού Adamska-Gallant επισημαίνει εύλογα το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της υπόθεσης, ήτοι ότι ο προσφεύγων δεν ήταν διάδικος στην αστική δίκη στην οποία διατυπώθηκαν οι επίμαχες κρίσεις για τη συμπεριφορά του. Το Δικαστήριο θα μπορούσε να είχε εξετάσει διεξοδικότερα κατά πόσον οι δικονομικές εγγυήσεις που απολαμβάνει πρόσωπο όταν εξετάζεται η ευθύνη του επαρκούν όταν το πρόσωπο αυτό δεν έχει ενημερωθεί ούτε κληθεί να συμμετάσχει στη διαδικασία.
Συμπερασματικά, η απόφαση Fininvest και Berlusconi αποτελεί χρήσιμη καθοδήγηση για τα εφαρμοστέα κριτήρια όταν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης δεδικασμένου λόγω δικαστικής διαφθοράς, ενώ παράλληλα καταδεικνύει την ανάγκη προσεκτικής διατύπωσης των δικαστικών αποφάσεων προκειμένου να μην θίγεται το τεκμήριο αθωότητας τρίτων προσώπων.
