Καταδίκη για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος χωρίς αποδείξεις: Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Καρακασίδης κατά Ελλάδος της 16.12.2025 (προσφ. αριθ. 46737/20)

Βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο προσφεύγων είναι Έλληνας πολίτης γεννηθείς το 1977, κάτοικος Αμαρύνθου Ευβοίας. Στις 8 Νοεμβρίου 2011, κατά τη διάρκεια τυχαίου ελέγχου της Τροχαίας, η αστυνομία ανακάλυψε σε ξύλινο κουτί στο χώρο της ρεζέρβας του αυτοκινήτου του περίπου 30 κοσμήματα και πολυάριθμους πολύτιμους λίθους. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι τα αντικείμενα ανήκαν στη σύζυγό του και τα φύλασσε στο αυτοκίνητό του για λόγους ασφαλείας, λόγω διάρρηξης που είχε λάβει χώρα στην οικία τους τον Ιούνιο 2011 και την οποία είχε καταγγείλει εγκαίρως στην αστυνομία.

Με την απόφαση 3217/2018, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών τον καταδίκασε για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος κατ’ άρθρο 394 του τότε Ποινικού Κώδικα και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 μηνών με αναστολή. Η έφεσή του απορρίφθηκε με την απόφαση 3339/2018 του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι ο ισχυρισμός του περί ιδιοκτησίας της συζύγου του δεν αποδείχθηκε και ότι το γεγονός της φύλαξης των αντικειμένων στο αυτοκίνητό του ενίσχυε το συμπέρασμα περί παράνομης προέλευσής τους. Η αναίρεσή του απορρίφθηκε με την απόφαση 1055/2019 του Αρείου Πάγου.

Ο προσφεύγων προσέφυγε στο ΕΔΔΑ παραπονούμενος για παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 2 της ΕΣΔΑ, ισχυριζόμενος ότι η καταδίκη του στηρίχθηκε αποκλειστικά στο γεγονός της εύρεσης των αντικειμένων στο αυτοκίνητό του, χωρίς να αποδειχθεί ποιος τα είχε κλέψει, από ποιον είχαν κλαπεί ή εάν όντως ήταν κλεμμένα, μετατοπίζοντας παρανόμως το βάρος απόδειξης σε αυτόν.

Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 § 2 αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της δίκαιης ποινικής δίκης. Το βάρος απόδειξης φέρει η κατηγορούσα αρχή και κάθε αμφιβολία πρέπει να λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo). Η μετάθεση του βάρους απόδειξης από την κατηγορούσα αρχή στην υπεράσπιση παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας, ενώ ζητήματα ανακύπτουν και όταν οι καταδικαστικές αποφάσεις δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στήριξε την καταδίκη στα ευρήματα ότι τα αντικείμενα ήταν κλεμμένα και ότι ο προσφεύγων το γνώριζε. Ωστόσο, το υλικό που υποβλήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν περιείχε καμία αναφορά σε κάποια κλοπή. Δεν διαπιστώθηκαν οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο προσφεύγων απέκτησε τα υποτιθέμενα κλοπιμαία, ούτε υπήρχαν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι γνώριζε την υποτιθέμενη παράνομη προέλευσή τους. Ο προσφεύγων αρνήθηκε επανειλημμένα οποιαδήποτε τέτοια γνώση και ουδεμία μαρτυρική κατάθεση προσκομίσθηκε προς απόδειξη του αντιθέτου.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η διαπίστωση των εθνικών δικαστηρίων ότι ο προσφεύγων απέτυχε να αποδείξει την κυριότητα των αντικειμένων είναι διακριτή από την υποχρέωση της εισαγγελίας να αποδείξει πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας την παράνομη προέλευσή τους και τη γνώση του προσφεύγοντος περί αυτής. Τα συμπεράσματα των εθνικών δικαστηρίων δεν ήταν αποτέλεσμα εκ πρώτης όψεως αποδεικτικού υλικού που ο προσφεύγων απέτυχε να ανατρέψει. Τα εθνικά δικαστήρια μετέθεσαν ουσιαστικά το βάρος απόδειξης από την κατηγορούσα αρχή στον προσφεύγοντα, κατά παράβαση των αρχών που διέπουν το τεκμήριο αθωότητας. Επιπλέον, οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένες.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 2 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο επιδίκασε στον προσφεύγοντα 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 1.240 ευρώ για δικαστικά έξοδα και δαπάνες.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων είναι Έλληνας πολίτης γεννηθείς το 1977 και κατοικεί στην Αμάρυνθο Ευβοίας.

Στις 8 Νοεμβρίου 2011, κατά τη διάρκεια τυχαίου ελέγχου της Τροχαίας, η αστυνομία ανακάλυψε σε ξύλινο κουτί στο χώρο της ρεζέρβας του αυτοκινήτου του προσφεύγοντος περίπου 30 κοσμήματα και πολυάριθμους πολύτιμους λίθους. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι τα αντικείμενα ανήκαν στη σύζυγό του και τα φύλασσε στο αυτοκίνητό του για λόγους ασφαλείας, λόγω διάρρηξης που είχε λάβει χώρα στην οικία τους τον Ιούνιο 2011, την οποία είχε καταγγείλει στην αστυνομία. Η ποινική δικογραφία διαβιβάστηκε στον εισαγγελέα, ο οποίος άσκησε ποινική δίωξη για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Τον Δεκέμβριο 2012 το κουτί με τα επίμαχα αντικείμενα και δύο φωτογραφίες κατατέθηκαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Με την απόφαση 3217/2018 της 24ης Απριλίου 2018, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκρινε ότι τον Ιούλιο 2011, σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία, ο προσφεύγων είχε δεχθεί εκ προθέσεως στην κατοχή του κοσμήματα και πολύτιμους λίθους γνωρίζοντας ότι ήταν κλεμμένα. Τον καταδίκασε για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 15 μηνών με αναστολή.

Ο προσφεύγων άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση 3339/2018 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της 28ης Νοεμβρίου 2018. Το δικαστήριο επιβεβαίωσε τη διαπίστωση ότι τον Ιούλιο 2011 ο προσφεύγων είχε δεχθεί εκ προθέσεως στην κατοχή του προϊόντα εγκλήματος. Έκρινε ότι ο ισχυρισμός του ότι τα αντικείμενα ανήκαν στη σύζυγό του δεν αποδείχθηκε και ότι το γεγονός ότι τα φύλασσε στο αυτοκίνητό του ενίσχυε το συμπέρασμα περί παράνομης προέλευσής τους. Επικύρωσε την καταδίκη και την ποινή.

Κατόπιν αναίρεσης που άσκησε ο προσφεύγων, στις 25 Μαΐου 2020 ο Άρειος Πάγος, με την απόφαση 1055/2019, έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου είχε διαπιστώσει με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυπτε ότι ο κατηγορούμενος είχε τελέσει το αδίκημα, έχοντας δεχθεί αντικείμενα που γνώριζε ότι ήταν κλεμμένα. Έκρινε ότι το Εφετείο δεν χρειαζόταν να μνημονεύσει πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, καθώς η τέλεση του αδικήματος επιβεβαιωνόταν από τη διαπίστωση ότι τα κοσμήματα και οι πολύτιμοι λίθοι ήταν αποθηκευμένα στο αυτοκίνητό του και δεν ανήκαν στη σύζυγό του. Απέρριψε την αναίρεση.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6 § 1,

Άρθρο 6 § 2

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 §§ 1 και 2 – Δίκαιη δίκη και τεκμήριο αθωότητας

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ αποτελεί ένα από τα στοιχεία της δίκαιης ποινικής δίκης που απαιτείται από την παράγραφο 1. Εξέτασε το παράπονο του προσφεύγοντος υπό το πρίσμα των δύο αυτών διατάξεων συνδυαστικά.

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι αρμοδιότητά του είναι να διαπιστώσει αν η δίκη στο σύνολό της υπήρξε δίκαιη, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης του τεκμηρίου αθωότητας. Το άρθρο 6 § 2 απαιτεί, μεταξύ άλλων, τα μέλη του δικαστηρίου να μην ξεκινούν με την προκατειλημμένη αντίληψη ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει το αδίκημα. Το βάρος απόδειξης φέρει η κατηγορούσα αρχή και κάθε αμφιβολία πρέπει να λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται όταν το βάρος απόδειξης μετατίθεται από την κατηγορούσα αρχή στην υπεράσπιση (Telfner κατά Αυστρίας της 20.03.2001, αριθ. προσφ. 33501/96). Ωστόσο, ο κατηγορούμενος μπορεί να κληθεί να παράσχει εξηγήσεις αφού η κατηγορούσα αρχή έχει θεμελιώσει μια εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του (Poletan και Azirovik κατά πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας της 12.05.2016, αριθ. προσφ. 26711/07).

Το Δικαστήριο τόνισε ότι ζήτημα με την αρχή in dubio pro reo, ως ειδική έκφραση του τεκμηρίου αθωότητας (Tsalkitzis κατά Ελλάδος (αριθ. 2) της 19.10.2017, αριθ. προσφ. 72624/10), μπορεί να ανακύψει εάν οι καταδικαστικές αποφάσεις δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες (Ajdarić κατά Κροατίας της 13.12.2011, αριθ. προσφ. 20883/09, και Melich και Beck κατά Τσεχικής Δημοκρατίας της 24.07.2008, αριθ. προσφ. 35450/04).

Σύμφωνα με το άρθρο 394 του τότε ισχύοντος Ποινικού Κώδικα, όποιος δεχόταν εκ προθέσεως στην κατοχή του προϊόντα εγκλήματος τιμωρείτο με φυλάκιση. Για την καταδίκη απαιτείται, κατά την εθνική νομολογία, αναφορά στις συγκεκριμένες περιστάσεις υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος απέκτησε τα αντικείμενα και στα στοιχεία που υποδεικνύουν τη γνώση του περί της εγκληματικής προέλευσής τους (βλ. απόφαση 201/2017 του Αρείου Πάγου).

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η απόφαση του Εφετείου στήριξε την καταδίκη στις διαπιστώσεις ότι τα αντικείμενα ήταν κλεμμένα και ότι ο προσφεύγων γνώριζε την κλοπή. Ωστόσο, το υλικό που υποβλήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δεν περιείχε καμία αναφορά σε κάποια κλοπή. Δεν διαπιστώθηκαν οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο προσφεύγων απέκτησε τα υποτιθέμενα κλοπιμαία, ούτε υπήρχαν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι γνώριζε την υποτιθέμενη παράνομη προέλευσή τους. Ο προσφεύγων αρνήθηκε επανειλημμένως οποιαδήποτε τέτοια γνώση και ουδεμία μαρτυρική κατάθεση προσκομίσθηκε προς απόδειξη του αντιθέτου.

Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι δεν αποτελεί αρμοδιότητά του να επανεξετάσει τον τρόπο αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων από τα εθνικά δικαστήρια, ούτε να αποφανθεί επί της ενοχής ή αθωότητας καταδικασθέντος, θέμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Ωστόσο, αρμοδιότητά του είναι να εκτιμήσει αν η δίκη στο σύνολό της ήταν σύμφωνη με τη Σύμβαση, περιλαμβανομένης της υποχρέωσης των εθνικών δικαστηρίων να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους και να τηρούν το τεκμήριο αθωότητας.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κρίση των εθνικών δικαστηρίων ότι ο προσφεύγων απέτυχε να αποδείξει την κυριότητα των αντικειμένων είναι διακριτή από την υποχρέωση της εισαγγελίας να αποδείξει πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας την παράνομη προέλευσή τους και τη γνώση του προσφεύγοντος. Ενώ οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων διαπίστωσαν ότι τα αντικείμενα ήταν κλεμμένα και ότι ο προσφεύγων το γνώριζε, δεν μνημόνευσαν πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία που να στηρίζουν τις διαπιστώσεις αυτές, πέραν του ότι φύλασσε τα αντικείμενα στο αυτοκίνητό του, γεγονός που θεωρήθηκε ότι ενισχύει το συμπέρασμα περί παράνομης προέλευσης. Επισημάνθηκε ότι σε κανένα σημείο της διαδικασίας κανένα άλλο άτομο δεν διεκδίκησε την κυριότητα των αντικειμένων ούτε κατέθεσε ως μάρτυρας σχετικά, και ότι τα αντικείμενα ανακαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια τυχαίου τροχονομικού ελέγχου και όχι στο πλαίσιο έρευνας για κλοπές.

Τα συμπεράσματα των εθνικών δικαστηρίων δεν ήταν επομένως αποτέλεσμα εκ πρώτης όψεως αποδεικτικού υλικού που ο προσφεύγων απέτυχε να ανατρέψει. Το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να διαπιστώσει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή συνιστούσαν υπόθεση κατά του προσφεύγοντος που θα απαιτούσε εξήγηση εκ μέρους του (Telfner, προαναφ.). Τα εθνικά δικαστήρια μετέθεσαν ουσιαστικά το βάρος απόδειξης από την κατηγορούσα αρχή στον προσφεύγοντα, κατά παράβαση των αρχών που διέπουν το τεκμήριο αθωότητας. Επιπλέον, συνεκτιμώντας τη δίκη στο σύνολό της, οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένες, κατά παράβαση του δικαιώματος του προσφεύγοντος σε δίκαιη δίκη κατ’ άρθρο 6 § 1.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του άρθρου 6 §§ 1 και 2 της ΕΣΔΑ.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

«Η διαπίστωση των εθνικών δικαστηρίων ότι ο προσφεύγων απέτυχε να αποδείξει την κυριότητα των επίμαχων αντικειμένων είναι διακριτή από την υποχρέωση της εισαγγελίας να αποδείξει πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας την παράνομη προέλευσή τους και τη γνώση του προσφεύγοντος περί αυτής» (παρ. 15).

Δες εδώ σχόλιο επί της απόφασης

Πηγή :echrcaselaw.com

To Top