Η ειδική επιμέλεια του διαδίκου στον έλεγχο της σύνθεσης των δικαστηρίων και τα όρια του ουσιαστικού ελέγχου της δικαστικής αμεροληψίας

ΑΠΟΦΑΣΗ

Pirtskhalava και Y κατά Γεωργίας της 04.11.2025 (προσφ. αριθ. 11025/22 και 11032/22)

Βλ.  εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι προσφεύγοντες, δύο Γεωργιανοί υπήκοοι καταδικασθέντες σε ποινικές υποθέσεις, παραπονέθηκαν ενώπιον του ΕΔΔΑ ότι το Ποινικό Τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Γεωργίας που εξέτασε τις υποθέσεις τους δεν αποτελούσε «ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο νομίμως λειτουργούν» κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Ο λόγος ήταν ότι ένας εκ των δικαστών στις συνθέσεις που απέρριψαν τις αναιρέσεις τους, ο Sh.T., ήταν πρώην Γενικός Εισαγγελέας της Γεωργίας και, κατά τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, είχε εκλεγεί στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά παράβαση της νομοθεσίας που αφορούσε κριτήριο επιλεξιμότητας. Ο πρώτος προσφεύγων προέβαλε επιπλέον αιτιάσεις περί δικονομικής αθέμιτης μεταχείρισης.

Το ΕΔΔΑ έκρινε και τις δύο προσφυγές απαράδεκτες.

Ως προς την αιτίαση περί σύνθεσης του δικαστηρίου, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι προσφεύγοντες δεν εξάντλησαν τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Το Δικαστήριο επισήμανε ότι η εκλογή του Sh.T. στο Ανώτατο Δικαστήριο και η προηγούμενη θητεία του ως Γενικού Εισαγγελέα ήταν δημόσια γνωστά γεγονότα κατά τον χρόνο κατάθεσης των αιτήσεων αναίρεσης. Δεδομένου ότι το Ποινικό Τμήμα αποτελούνταν από πέντε δικαστές και οι υποθέσεις εκδικάζονταν από τριμελείς συνθέσεις, ήταν πιθανότατο να συμμετέχει ο Sh.T. στις συνθέσεις. Οι προσφεύγοντες όφειλαν να επιδείξουν ιδιαίτερη επιμέλεια, να πληροφορηθούν τη σύνθεση των δικαστικών σχηματισμών και να υποβάλουν αίτηση εξαίρεσης. Η παράλειψή τους να πράξουν τούτο συνιστά μη εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων.

Ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του πρώτου προσφεύγοντος περί δικονομικής αθέμιτης μεταχείρισης, το ΕΔΔΑ τις έκρινε προδήλως αβάσιμες.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο πρώτος προσφεύγων, Irakli Pirtskhalava, γεννήθηκε το 1968 και κατοικεί στην Τιφλίδα. Ο δεύτερος προσφεύγων, Y., γεννήθηκε το 1988 και κατοικεί επίσης στην Τιφλίδα· του χορηγήθηκε ανωνυμία.

Το 2019 η Γεωργία προέβη σε σημαντική δικαστική μεταρρύθμιση. Στις 11 Μαΐου 2019 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για 20 θέσεις δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μεταξύ των 144 υποψηφίων περιλαμβανόταν ο Sh.T., τότε Γενικός Εισαγγελέας της Γεωργίας. Παρά τις ανησυχίες που εξέφρασαν ο Συνήγορος του Πολίτη και ΜΚΟ σχετικά με την επιλεξιμότητα ορισμένων υποψηφίων, μεταξύ αυτών και του Sh.T., η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών Υποθέσεων επικύρωσε την υποψηφιότητά του. Στις 12 Δεκεμβρίου 2019 ο Sh.T. διορίστηκε δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εξελέγη Πρόεδρος του Ποινικού Τμήματος.

Ο πρώτος προσφεύγων καταδικάστηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2018 για υπέρβαση εξουσίας με χρήση βίας σε ποινή φυλάκισης 5 ετών και 3 μηνών. Η υπόθεση αφορούσε συγκάλυψη θανάτου πολίτη από αστυνομικό πυροβολισμό το 2004. Η έφεσή του απορρίφθηκε την 1η Φεβρουαρίου 2021. Στις 26 Φεβρουαρίου 2021 κατέθεσε αίτηση αναίρεσης, η οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη στις 23 Σεπτεμβρίου 2021 από τριμελή σύνθεση στην οποία μετείχε ο Sh.T.

Ο δεύτερος καταδικάστηκε στις 11 Νοεμβρίου 2019 για σεξουαλικά αδικήματα και αδικήματα ναρκωτικών σε ποινή φυλάκισης 16 ετών. Η έφεσή του απορρίφθηκε στις 16 Μαρτίου 2021. Η αίτηση αναίρεσής του κηρύχθηκε απαράδεκτη στις 9 Νοεμβρίου 2021 από τριμελή σύνθεση στην οποία μετείχε επίσης ο Sh.T.

Κανένας εκ των προσφευγόντων δεν ενημερώθηκε για τη σύνθεση της τριμελούς δικαστικής σύνθεσης πριν την έκδοση των αποφάσεων απαραδέκτου, ούτε ζήτησε σχετική πληροφόρηση ή υπέβαλε αίτηση εξαίρεσης του Sh.T.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6 § 1,

Άρθρο 6 §§ 1 και 3 στοιχ. δ΄

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 6 § 1 – Σύνθεση του δικαστηρίου

Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η υποχρέωση εξάντλησης εσωτερικών ένδικων μέσων απαιτεί από τους προσφεύγοντες να κάνουν κανονική χρήση των ενδίκων βοηθημάτων που είναι διαθέσιμα και επαρκή αναφορικά με τις αιτιάσεις τους βάσει της ΕΣΔΑ. Όταν το εθνικό δίκαιο προσφέρει δυνατότητα άρσης μη νομιμότητας σχετικά με την αμεροληψία δικαστηρίου, αναμένεται ο προσφεύγων που πραγματικά πιστεύει ότι υφίστανται τέτοια ζητήματα να τα εγείρει στην πρώτη ευκαιρία.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, όταν δεν υπάρχει περαιτέρω ένδικο μέσο διότι ο προσφεύγων προβάλλει παραβίαση του άρθρου 6 § 1 λόγω σύνθεσης του ανώτατου δικαστικού οργάνου, η αρχή της επικουρικότητας μπορεί να απαιτεί ιδιαίτερη επιμέλεια από τον προσφεύγοντα ως προς την εξάντληση εσωτερικών ένδικων μέσων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα προληπτικά ένδικα βοηθήματα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι τόσο η εκλογή του Sh.T. στο Ανώτατο Δικαστήριο στις 12 Δεκεμβρίου 2019 όσο και η προηγούμενη θέση του ως Γενικού Εισαγγελέα ήταν δημοσίως γνωστά γεγονότα. Οι προσφεύγοντες, κατά τον χρόνο κατάθεσης των αιτήσεων αναίρεσης την άνοιξη του 2021, είχαν λάβει γνώση των λόγων που θεμελίωναν τις αιτιάσεις τους. Επιπλέον, δεδομένου ότι το Ποινικό Τμήμα αποτελούνταν από πέντε δικαστές και οι υποθέσεις εκδικάζονταν από τριμελείς συνθέσεις, ήταν πιθανότατο η σύνθεση που θα εκδίκαζε  να περιλαμβάνει τον Sh.T.

Παρά ταύτα, οι προσφεύγοντες ούτε ζήτησαν πληροφορίες για τη σύνθεση των δικαστικών σχηματισμών ούτε υπέβαλαν προληπτικές αιτήσεις εξαίρεσης. Λαμβανομένης υπόψη της πρακτικής του Ανωτάτου Δικαστηρίου να παρέχει τέτοιες πληροφορίες κατόπιν αιτήματος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αδράνεια των προσφευγόντων δεν δικαιολογείται.

Το ΕΔΔΑ έκανε δεκτή την ένσταση της Κυβέρνησης και κήρυξε την αιτίαση απαράδεκτη λόγω μη εξάντλησης εσωτερικών ένδικων μέσων.

Άρθρο 6 §§ 1 και 3 στοιχ. δ΄ – Δικονομική αθέμιτη μεταχείριση (πρώτος προσφεύγων)

Ο πρώτος προσφεύγων παραπονέθηκε ότι δεν μπόρεσε να εξετάσει ως μάρτυρες δύο συγκατηγορουμένους του μετά τη σύναψη συμφωνίας ομολογίας, ότι δεν μπόρεσε να παρουσιάσει βιντεοσκοπημένα αποδεικτικά στοιχεία σε 10 μάρτυρες, και ότι μία ακροαματική διαδικασία διεξήχθη ερήμην του.

Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις σχετικές πραγματικές περιστάσεις και την αιτιολογία των εθνικών δικαστηρίων, έκρινε ότι τα πραγματικά περιστατικά δεν απέδειξαν οποιαδήποτε παραβίαση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος βάσει του άρθρου 6.

Το ΕΔΔΑ έκρινε τις αιτιάσεις προδήλως αβάσιμες.

ΣΧΟΛΙΟ

Η απόφαση Pirtskhalava and Y κατά Γεωργίας (αριθ. προσφ. 11025/22 και 11032/22, απόφαση της 4ης Νοεμβρίου 2025, κοινοποιηθείσα στις 27 Νοεμβρίου 2025) πραγματεύεται το κρίσιμο ζήτημα της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας δικαστηρίου υπό το πρίσμα της συμμετοχής του δικαστή Sh.T. —πρώην Γενικού Εισαγγελέα της χώρας— στη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παρά τη σοβαρότητα των αιτιάσεων για παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης, το ΕΔΔΑ απέφυγε την εξέταση της ουσίας, κρίνοντας την προσφυγή απαράδεκτη λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. Πρόκειται για απόφαση απαραδέκτου (decision) και όχι για απόφαση επί της ουσίας (judgment).

Η απόφαση παγιώνει τη νομολογία που εγκαινιάστηκε με την υπόθεση Croatian Golf Federation κατά Κροατίας της 17.12.2020 (αρ. προσφ. 66994/14, § 112), επιβάλλοντας στον προσφεύγοντα μια υποχρέωση «ειδικής επιμέλειας» (special diligence) όταν το παράπονο αφορά τη σύνθεση του ανώτατου δικαστικού οργάνου. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, καθώς η εκλογή του εν λόγω δικαστή στις 12 Δεκεμβρίου 2019 ήταν δημόσια γνωστό γεγονός, οι προσφεύγοντες όφειλαν να είχαν ενεργήσει προληπτικά.

Η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται και ταυτόχρονα συμπληρώνει προγενέστερες κρίσεις:

Διακρίνεται από τις υποθέσεις Ugulava v. Georgia (No. 2) της 01.02.2024 (αρ. προσφ. 22431/20) και Kezerashvili v. Georgia της 05.12.2024 (αρ. προσφ. 11027/22), όπου ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για την πραγματική σύνθεση του δικαστηρίου και υπέβαλε εγκαίρως αίτημα εξαίρεσης. Αντιθέτως, στην προκειμένη υπόθεση οι προσφεύγοντες δεν ενημερώθηκαν επισήμως, αλλά το Δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω του δημόσιου χαρακτήρα των πληροφοριών και της προβλεψιμότητας της σύνθεσης, όφειλαν να ζητήσουν πληροφορίες ή/και να υποβάλουν αίτημα εξαίρεσης «προληπτικά». Παρόλα αυτά παρέμειναν αδρανείς.

Ευθυγραμμίζεται με την απόφαση Katsikeros κατά Ελλάδος της 21.7.2022 (αρ. προσφ. 2303/19, §§ 86 και 93), επαναεπιβεβαιώνοντας την αρχή ότι τα ζητήματα αμεροληψίας πρέπει να εγείρονται στην πρώτη δυνατή ευκαιρία ενώπιον των εθνικών αρχών. Ιδιαίτερη σημασία έχει η § 93 της εν λόγω απόφασης, η οποία αφορά την πιθανότητα συμμετοχής συγκεκριμένου δικαστή στη σύνθεση και την εξ αυτής απορρέουσα υποχρέωση του διαδίκου να δράσει προληπτικά.

Επιπλέον, η απόφαση παραπέμπει στις υποθέσεις NDI SOPOT S.A κατά Βόρειας Μακεδονίας της 26.11.2024 (αρ. προσφ. 6035/17, §§ 89, 91), σχετικά με τη σημασία των προληπτικών ένδικων μέσων, Sigríður Elín Sigfúsdóttir κατά Ισλανδίας της 25.02.2020 (αρ. προσφ. 41382/17, § 35), για τη γνώση των λόγων εξαίρεσης, καθώς και στη Communauté genevoise d’action syndicale (CGAS) κατά Ελβετίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] της 27.11.2023 (αρ. προσφ. 21881/20, § 139), για την υποχρέωση εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε η Κυβέρνηση στην υπόθεση Kezerashvili, το 99% των υποθέσεων ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Γεωργίας κρίνονται με γραπτή διαδικασία, χωρίς ακροαματική διαδικασία (§ 63 της παρούσας απόφασης). Το στοιχείο αυτό καθιστά ακόμη πιο προβληματική την απαίτηση «ειδικής επιμέλειας», καθώς οι διάδικοι στερούνται της δυνατότητας να πληροφορηθούν τη σύνθεση κατά την ακροαματική διαδικασία.

Συγκριτική Ανάλυση με νομολογία διεθνών δικαστηρίων

Η υποχρέωση εξάντλησης εσωτερικών ένδικων μέσων αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των διεθνών συστημάτων προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά συνοδεύεται από εξαιρέσεις όταν τα διαθέσιμα ένδικα μέσα είναι προδήλως αναποτελεσματικά ή ανεπαρκή.

Στο Διαμερικανικό σύστημα, η αρχή της εξάντλησης (άρθρο 46 § 1 ACHR) κάμπτεται όταν συντρέχουν οι εξαιρέσεις του άρθρου 46 § 2 (π.χ. έλλειψη αποτελεσματικής προσφυγής ή ουσιώδεις δικονομικές ελλείψεις). Σε υποθέσεις όπως η Castillo Petruzzi et al. κατά Περού της 30.05.1999, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (IACtHR) —επιδεικνύοντας μεγαλύτερη ευελιξία όταν υπάρχουν αποδεδειγμένες δομικές ελλείψεις στο δικαστικό σύστημα— εξέτασε ενστάσεις μη εξάντλησης υπό το πρίσμα της αποτελεσματικότητας των διαθέσιμων μέσων.

Στο σύστημα του ΟΗΕ, η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εφαρμόζει επίσης τον κανόνα εξάντλησης (άρθρο 5 § 2(β) του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου του ICCPR). Η απόφαση Karttunen v. Finland της 23.10.1992 (CCPR/C/46/D/387/1989) είναι χρήσιμη όχι ως προς την «υποχρέωση του διαδίκου να προβάλει εγκαίρως ένσταση για τη σύνθεση», αλλά κυρίως γιατί υπογραμμίζει ότι όταν οι λόγοι αποκλεισμού δικαστή προβλέπονται από το νόμο, το δικαστήριο οφείλει να τους εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, ώστε μια δίκη με συμμετοχή δικαστή που θα έπρεπε να αποκλειστεί να μην θεωρείται κατ’ αρχήν δίκαιη (βλ. ιδίως §§ 7.2-7.3).

ΚΡΙΤΙΚΗ

Η απόφαση κρίνεται προβληματική για τρεις βασικούς λόγους:

Πρώτον, αντιστρέφει το βάρος της διαφάνειας. Μετακυλίει στον προσφεύγοντα την υποχρέωση να αναζητήσει πληροφορίες (σύνθεση δικαστηρίου) που η Πολιτεία οφείλει να παρέχει αυτεπαγγέλτως στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης. Η απόφαση θέτει υψηλό πήχη επιμέλειας για τους διαδίκους, ακόμη και όταν η σύνθεση δεν τους έχει κοινοποιηθεί, εφόσον (κατά την κρίση του Δικαστηρίου) υπάρχουν επαρκείς δημόσιες ενδείξεις ότι ο επίμαχος δικαστής «ενδέχεται» να συμμετάσχει. Όμως η ίδια η Πολιτεία οφείλει να οργανώνει το σύστημα κατανομής υποθέσεων με τρόπο διαφανή και επαληθεύσιμο, ώστε να αποφεύγονται αμφιβολίες περί «tribunal established by law».

Δεύτερον, παρακάμπτεται η ουσία. Το ΕΔΔΑ απέφυγε να αποφανθεί αν η παρουσία ενός πρώην Γενικού Εισαγγελέα σε ποινική σύνθεση συνιστά, αυτή καθ’ εαυτή, «δομική» έλλειψη αμεροληψίας. Η συμμετοχή πρώην εισαγγελικού λειτουργού στη δικαστική σύνθεση δεν είναι per se ασύμβατη με το άρθρο 6, αλλά οι «εμφανίσεις» έχουν αυτοτελή βαρύτητα, ιδίως όταν ο δικαστής είχε ρόλο ιεραρχικής εποπτείας σε όργανα που χειρίστηκαν ή κινήθηκαν στην ίδια υπόθεση. Η πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις Piersack v. Belgium (1.10.1982) και De Cubber v. Belgium (26.10.1984) θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για να αποσαφηνίσει τη διάκριση υποκειμενικής/αντικειμενικής αμεροληψίας και το κριτήριο των «εύλογων αμφιβολιών». Επισημαίνεται ότι το εσωτερικό δίκαιο της Γεωργίας προέβλεπε ρητά τη δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης στην Ευρεία Σύνθεση (Grand Chamber) του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποτελούμενη από εννέα δικαστές (§ 41 της απόφασης), ενδεχόμενο που θα μπορούσε θεωρητικά να είχε αξιοποιηθεί από τους προσφεύγοντες για την αποφυγή της συμμετοχής του επίμαχου δικαστή.

Τρίτον, τεκμήριο γνώσης αντί πραγματικής γνώσης. Το γεγονός ότι ο πρώτος προσφεύγων είχε δικαστεί ξανά από σύνθεση στην οποία συμμετείχε ο Sh.T. (§ 53 της απόφασης) θεωρήθηκε επιβαρυντικό για την επιμέλειά του, ενισχύοντας την υποχρέωσή του να δράσει προληπτικά. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή παραγνωρίζει ότι η έλλειψη διαφάνειας παραμένει δομικό, συστημικό πρόβλημα, το οποίο δεν αναιρείται από την προηγούμενη εμπειρία ενός διαδίκου.

Για να γίνει κατανοητή η προβληματικότητα της απόφασης αναφέρουμε μια υποθετική περίπτωση: Ας φανταστούμε έναν ασθενή που χειρουργείται από μια ομάδα γιατρών και υποψιάζεται ότι ένας από τους γιατρούς δεν έχει το κατάλληλο πτυχίο. Το ΕΔΔΑ απαιτεί από τον ίδιο τον ασθενή να αναζητήσει ονόματα και διαπιστευτήρια πριν εισέλθει στο χειρουργείο —και μάλιστα όταν το νοσοκομείο δεν έχει καμία υποχρέωση να του γνωστοποιήσει εκ των προτέρων την ομάδα χειρουργών. Αν δεν το κάνει και παραπονεθεί αφού εξέλθει από το νοσοκομείο, το Δικαστήριο, σύμφωνα με την προκειμένη απόφαση, θα του πει: «Είχες την ευκαιρία να ρωτήσεις και δεν το έκανες, άρα η διαμαρτυρία σου είναι εκπρόθεσμη».

Συμπερασματικά, η απόφαση συνιστά μια εξαιρετικά αυστηρή εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας. Ενώ επιδιώκει να προστατεύσει τον ρόλο των εθνικών δικαστηρίων, καταλήγει να θέτει ένα δυσανάλογο βάρος στους προσφεύγοντες, θέτοντας σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος σε έναν ανεξάρτητο και αμερόληπτο «νόμιμο δικαστή».

To Top