ΣυμβΕφΘεσ 742/2010. Εκβίαση, ληστεία και απόπειρα αυτής -.Εννοια εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος και ληστείας και απόπειρα αυτής.

25

 

Αριθμ. Βουλεύματος 742/2010.

ΤΟ ΒΟΥΛΕΥΜΑ ΕΚΑΝΕ ΔΕΚΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΕΦΕΤΩΝ, Η ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΩΣ ΕΞΗΣ:

 

ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Εισάγω στο Συμβούλιο σας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 2, 4, 138 παρ. 1, 2, 270 παρ. 1, 308 παρ. 1, 309 παρ. 1, 316 παρ. 2, 317 παρ. 1 α, 318 και 319 παρ. 1, 3 του ΚΠΔ την από 15/4/2009 έφεση του κατηγορουμένου … που γεννήθηκε στην Σεβαστούπολη Ουκρανίας στις 2/8/1991 και κατοικεί στην Θεσσαλονίκη στην οδό … περιοχή Παν. Φανερωμένης κατά του αρίθμ 348/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης διά του οποίου παραπέμφθηκε αυτός να δικαστεί από το αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για τις πράξεις της εκβίασης από κοινού κατά συρροή και κατ` εξακολούθηση (άρθρα 45, 94 παρ. 1, 98 παρ. 1, 385 παρ. 1 περ. α του ΠΚ) της ληστείας και της απόπειρας ληστείας (άρθρα 42 παρ. 1,380 παρ. 1 του ΠΚ)   Η ποινική δίωξη κινήθηκε μετά την υποβολή της εγκλήσεως των … που γεννήθηκε στις 23/2/1993, … που γεννήθηκε στις 7/2/1994 και … που γεννήθηκε στις 21/1/1993 μαθητών κατοίκων Θεσσαλονίκης. Το πέρας της ανακρίσεως γνωστοποιήθηκε νόμιμα στον κατηγορούμενο και μετά την απολογία του   εκδόθηκε το αρίθμ 19/2009 ένταλμα προσωρινής κρατήσεως της Γ’ Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και έκτοτε κρατείται αρχικά στο ΕΚΚΝ Βόλου και σήμερα στο ΕΚΚΝ Αυλώνα. Η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα ενώπιον του Διευθυντή του ΕΚΚΝ Βόλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 474 του ΚΠΔ) και περιέχει τους λόγους που απαιτούνται για την άσκηση της (άρθρα 462, 463, 473, 474, 478 του ΚΠΔ) και κατόπιν αυτών σας εκθέτω τα παρακάτω.

 

 

Επειδή κατά την διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 του ΠΚ «Οποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή αλλου τιμωρείται   α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380 παραγρ. 1 και 2 (του ΠΚ, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία   εναντίον προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής β)…» Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για την θεμελίωση του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται ο δράστης έχοντας σκοπό   αποκτήσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους με την χρησιμοποίηση βίας ή απειλής να εξαναγκάζει κάποιον να προβεί σε πράξη, ή παράλειψη ή ανοχή κάποιας ενέργειας από την οποία επέρχεται ζημία στον εξαναγκαζόμενο. Το έγκλημα της εκβίασης θεωρείται τελειωμένο όταν η επαγωγή της απειλής ή της ασκηθείσας παράνομης βίας είναι ικανή να   προκαλέσει ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου, η οποία και πρέπει να έχει επέλθει. Σκοπός παρανόμου περιουσιακού οφέλους υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει πως το περιουσιακό όφελος που επιδίωκε δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος. Ως απειλή νοείται η ψυχολογική βία   στρεφόμενη εναντίον οποιουδήποτε εννόμου αγαθού, της ζωής, της υγείας, της περιουσίας, της ελευθερίας, της τιμής ή της υπολήψεως του απειλουμένου, που τον εξαναγκάζει να ενεργήσει σύμφωνα με την βούληση του δράστη χωρίς να επιτρέπει στον παθόντα να αντιδράσει   και εκφράσει ελεύθερα την βούληση του.

 

Η απειλή μπορεί να εκφραστεί έγγραφα, προφορικά ή διά μέσου τηλεφώνου, ή μεταφερόμενη διά μέσου τρίτου ή ακόμη και σιωπηρά υποκρύπτοντας την επέλευση κάποιου κακού στον παθόντα ή και διά συστάσεως του δράστη προς τον παθόντα διά της οποίας υποκρύπτεται επέλευση κακού (βλ. σχετ. ΑΠ 1548/2009, ΑΠ 233/2008, ΑΠ 1058/97, ΑΠ 1124/88, ΒουλΣυμβΕΦΘεσ 544/95 Τραπεζα Νομικών πληροφοριών του ΔΣΑ, ΑΠ 727/98 Ποιν. Χρον ΜΘ σελ 246, ΑΠ 988/98 Ελλ. Δικ. 39 σελ 1462, ΑΠ 265/96 Ποιν. Χρον ΜΣΤ 1638). Για την ύπαρξη της κακουργηματικής εκβίασης απαιτείται η ασκηθείσα απειλή να είναι ενωμένη με επικείμενο κίνδυνο ζωής ή σωματικής ακεραιότητας, δηλαδή να υφίσταται αμεσότητα τοπική και χρονική του επερχομένου κινδύνου. (ΑΠ 47/2010, ΑΠ 421/2009 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών της Νομος, ΑΠ 1076/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ, ΑΠ 681/2005 Ελλ/Δικ 2005 σελ 1581, ΑΠ 1411/2004 Ελλ/Δικ. 2004 σελ 1557,ΑΠ 74/99 Ποιν. Χρον ΜΘ σελ 317). Για την συντέλεση του εγκλήματος της εκβίασης είναι αδιάφορο αν πράγματι το απαγγελλόμενο να επισυμβεί κακό είναι πραγματοποιήσιμο, ή αν ο δράστης είχε πράγματι σκοπό να προβεί στην πραγματοποίηση του αρκεί να δημιουργήθηκαν οι συνθήκες εκείνες που ο παθών πίστευε πως μπορεί να πραγματοποιηθεί, προς τουτο είναι αδιάφορη η νοητική κατάσταση του παθόντα ή η ευπιστία αυτού (ΑΠ 227/2002 Ποιν. Χρον ΝΓ σελ 803, ΑΠ 1496/91 Ποιν. Χρον 1992 σελ 553,ΑΠ 1886/2005 Πράξη και Λόγος του Ποινικού Δικαίου 2006 σελ 111, ΑΠ 815/2006, ΑΠ 829/2006 Πράξη και Λόγος του ΠΔ 2006 σελ 301, 302 επ.). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του ΠΚ «Οποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό ή τον εξαναγκάζει να ττου το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη.» Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας ειναι σύνθετο με την στενή του όρου έννοια. Απαρτίζεται από το έγκλημα της κλοπής (άρθρο 372 του ΠΚ) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 του ΠΚ) Η οποία (παράνομη βία) αποβλέπει στην κάμψη της αντιστάσεως του θύματος, η οποία επιτυγχάνεται και με την αδράνεια αυτού. Διά του εγκλήματος της ληστείας προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία και η περιουσία. Για την πραγμάτωση του εγκλήματος της ληστείας ειναι αδιάφορη η προσφορότητα της ασκηθείσας βίας προς την αφαίρεση του ξένου πράγματος ή τον εξαναγκασμό του θύματος προς παράδοση αυτού, καθώς και η αξία του αντικειμένου του αφαιρουμένου ή προς παράδοση πράγματος. Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ληστείας στοιχειοθετείται με την άσκηση σωματικής βίας ή απειλών ενωμένων με επικείμενο κίνδυνο σώματοςή ζωής διά των οποίων επιτυγχάνεται η αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος ή ο εξαναγκασμός του θύματος προς παράδοση αυτού. Το ξένο πράγμα δεν απαιτείται να ανήκει κατά κυριότητα στο πρόσωπο από την κατοχή του οποίου αφαιρείται η εξαναγκάζεται να το παραδώσει στον δράστη. Το έγκλημα της ληστείας πραγματώνεται και χωρίς επενέργεια επί του σώματος του θύματος εκ μέρους του δράστη, αρκεί να διαπιστώνεται η αντίληψη του θύματος πως διά της ασκήσεως της σωματικής βίας θα επιτευχθεί η παράδοση ή ή αφαίρεση του ξένου πράγματος. Το έγκλημα της ληστείας θεωρείται τελειωμένο ευθύς ως ο δράστης αυτής φέρει εξ ολοκλήρου το πράγμα στην δική του κατοχή έστω και γιαλίγο χρόνο. (ΑΠ 131/2008, ΑΠ 190/2008, ΑΠ 824/2008, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών της Νομος, ΑΠ 265/2009, ΑΠ 866/2009, ΑΠ 391/2007, ΑΠ 940/2006, ΑΠ 1331/2006, ΑΠ 1433/2006 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ). Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ΠΚ ορίζεται ότι «Όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται αν το κακούργημα ή το πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε με ποινή ελαττωμένη κατά την διάταξη του άρθρου 83 του ΠΚ» Η απόπειρα αποτελεί φάση στην όλη διαδρομή του εγκλήματος (inter criminis) Ως πράξη που συνιστά τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως κάποιου εγκλήματος θεωρείται εκείνη που αν συνεχιστεί θα περατώσει αναμφισβήτητα το εγκληματικό αποτέλεσμα, δηλαδή τέτοια πράξη είναι εκείνη που μπορεί   με βεβαιότητα να οδηγήσει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, εάν δεν ανακοπεί από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως του δράστη. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 και 43 του ΠΚ συνάγεται πως η απόπειρα είναι πεπερασμένη στην περίπτωση που ο δράστης ολοκλήρωσε την ενέργεια του προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αλλά για λόγους που δεν ανάγονται στην βούλησητου, δεν επήλθε το αποτέλεσμα της πράξης του. Απόπειρα τελέσεως του εγκλήματος της ληστείας συνιστά η εκ μέρους του δράστη άσκηση απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, που αφορά την σωματική ακεραιότητα του θύματος προς εξαναγκασμό αυτού να παραδώσει χρήματα. Γεγονός που δεν ολοκληρώθηκε λόγω της αντιδράσεως του θύματος και της έλλειψης σθένους του δράστη προς ολοκλήρωση του αποφασισθέντος εγκλήματος. Η έλλιψη σθένους ειναι έννοια διάφορη της ελεύθερης βουλήσεως του θύματος καθώς και ο φόβος αυτού προς αποφυγή της συλληψεως του. Επομένως η ανωτέρω συμπεριφορά στοιχειοθετεί το έγκλημα της απόπειρας ληστείας, αφού ο δράστης άσκησε την απειλή με επικείμενο κίνδυνο της σωματικής ακεραιότητας του θύματος προς αφαίρεση αντικειμένων της κατοχής του ή εξαναγκασμό αυτού (θύματος) προς παράδοση αυτών. Η μη ολοκλήρωση οφείλεται σε λόγους ανεξαρτήτους της ελεύθερης θελήσεως αυτού (βλ. σχετ. ΑΠ 912/99 Νομική Βιβλιοθήκη Πολιτικές και Ποινικές Αποφάσεις Αρείου Πάγου έκδοση 2000 σελ. 280, ΑΠ 993/2001, ΑΠ 110/2006, ΑΠ 623/2006, ΑΠ 1449/2007, ΑΠ 295/2008, ΑΠ 866/2009, ΤριμΕφΑθ. 1358.2004 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ. Ερμ Ποινικού Κώδικα ’γγελου Μπουρόπουλου τομος Α σελ 114, Ποινικό Δίκαιο γενικό μέρος τόμος Α Νικου Χωραφά σελ 311, Ποινικό Δίκαιο γενικό μέρος Ι. Μανωλεδάκη σελ 363 επ.).

 

 

Στην προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 133 του ΠΚ γινόταν τριμερής διάκριση σε παίδες, εφήβους και ατόμων μετεφηβικής ηλικίας. Μετά την κατάργηση των ανωτέρω διακρίσεων ο χωρισμός γίνεται με βάση τα ηλικιακά όρια. α) άτομα ηλικίας 8 έως 13 ετών, β) 13 ετών συμπληρωμένων εως 18 ετών και γ) η τρίτη κατηγορία σε άτομα που συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους όχι όμως και το εικοστό πρώτο. Η αρμοδιότητα των δικαστηρίων ανηλίκων διατηρείται και για τα άτομα που συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους αλλά για πράξεις που είχαν τελέσει πριν την συμπλήρωση του ανωτέρω ηλικιακού ορίου. Για τα άτομα που συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους   και έχουν τελέσει κάποια αδικοπραγία εκδικάζονται από τα κοινά ποινικά δικαστήρια. Στην γερμανία η ποινική ενηλικίωση κρίνεται με βάση την επελθούσα ωριμότητα (ηθικοπνευματική) Τουτο αποτελεί για τον εφαρμοστή του ποινικού δικαίου δυσχερές πρόβλημα. (η κρίση της ωριμότητας του νεαρού ενήλικα.) Στην περίπτωση δηλαδή που ο Δικαστής ανηλίκων κρίνει πως ο νεαρός ενήλικας ενήργησε χωρίς διάκριση εκδικάζεται από το δικαστήριο ανηλίκων. Ο Ελληνας Δικαστής δύναται να επιβάλει στον νεαρό ενήλικα ποινή ελαττωμένη λαμβάνοντας υπόψη του τις ειδικές περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησε ο νεαρός ενήλικας και την προσωπικότητα του. Στην περίπτωση που ο Δικαστής επιβάλλει ελαττωμένη ποινή δεν μπορεί να επιβάλει την παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων ή να παραπέμψει τον νεαρό ενήλικο σε κατάστημα εργασίας (Τρωγιάννου Συστηματική Ερμ. Ποινικού Κώδικα σελ 1498 επ) Στην περίπτωση που κριθέι από το δικαστήριο πως ο νεαρός ενήλικος ενήργησε με διάκριση και επιβάλλει την προβλεπόμενη για την πράξη ποινή   δεν κωλύεται να επιβάλει τις παρεπόμενες ποινές της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων ή την παραπομπή αυτού σε κατάστημα εργασίας (άρθρα 59, 63, 72 του ΠΚ) Τουτο άλλωστε συνάγεται και από την γραμματική ερμηνέια της παραπάνω διατάξεως, στην οποία ορίζεται πως η επιβολή της ελαττωμένης ποινής ειναι δυνητική και στην περίπτωση αυτή (της επιβολής αυτής) δεν ειναι δυνατή η επιβολή των ανωτέρω παρεπομένων ποινών, αφού στο τελευταίο εδάφιο της παραπάνω διατάξεως (άρθρο 133 του ΠΚ) παραπέμπει στην εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 της διατάξεως του άρθρου 130 του ΠΚ.

 

Η υιοθέτηση της νέας ορολογίας κρίθηκε αναγκαία   μετά την κατάργηση της προισχύουσας διάκρισης στην διάταξη του άρθρου 121 του ΠΚ σε παιδιά και εφήβους. Η υιοθέτηση της νέας ορολογίας «Νεαροί ενήλικες» τέθηκε προς εναρμόνιση της με τις λοιπές διατάξεις του ογδόου κεφαλαίου του ποινικού κώδικα. Οι οποίες πλέον δεν προβαίνουν στην διάκριση σε παιδιά, εφήβους και άτομα μετεφηβικής ηλικίας αλλά η διάκριση γίνεται καθαρά μόνο με βάση τα ηλικιακά όρια. Οριο ενηλικίωσης ειναι η συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας. Η αρμοδιότητα του κοινού ποινικού δικαστηρίου καθορίζεται με την συμπλήρωση του 18 έτους. Ο εφαρμοστής του δικαίου όμως έχει την δυνητική ευχέρεια   να μεταχειριστεί τον νεαρό ενήλικο, που συμπλήρωσε το 18ο έτος της ηλικίας του διαφορετικά από τους λοιπούς ενήλικες λόγω του ότι, ο νεαρός ενήλικος βρίσκεται στο κρίσιμο ηλικιακό όριο της ωριμότητας. Στην περίπτωση που κριθεί πως ο νεαρός ενήλικος ενήργησε κάτω από ειδικές περιστάσεις και δεν επήλθε πλήρης καταλογισμός της τελεσθείσας πράξης αλλά ενήργησε ως ανήλικος του επιβάλλεται ελαττωμένη ποινή. Το ηλικιακό όριο της δυνητικής μεταχείρισης του νεαρού ενήλικα λήγει με την συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας του, οπότε επέρχεται πλήρης ενηλικίωση του νεαρού ενήλικα χωρίς πλέον δυνατότητα διαφορετικής μεταχειρίσεως αυτού.

 

Ο εκκαλών στην προκείμενη περίπτωση παραπονείται κατά του προσβαλλομένου βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για κακή εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικων και γι` αυτό παρέπεμψε αυτόν να δικαστεί από το ανωτέρω αναφερόμενο δικαστήριο, ενώ αν εκτιμούσε ορθά τα πραγματικά περιστατικά και εφάρμοζε ορθά τον νόμο   δεν θα προέβαινε σε παραπομπή αυτού στο δικαστήριο αλλά θα προέβαινε στην έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος γι΄αυτόν.

 

Στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα συνημμένα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και το απολογητικό υπόμνημα αυτού έχουν προκύψει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.

 

 

Οι ανήλικοι μαθητές λυκείου … που γεννήθηκε στις 23/2/1993, … που γεννήθηκε στις 7/2/1994 και … που γεννήθηκε στις 21/1 /1993 κάτοικοι Θεσσαλονίκης συνοδευόμενοι από τους γονείς τους προσήλθαν στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών Θεσσαλονίκης της ΔΑΘ για να καταγγείλουν τις γενόμενες σε βάρος τους πράξεις της εκβίασης, της ληστείας και απόπειρας αυτής. Οι οποίες τελέστηκαν κατά την διάρκεια του Αυγούστου τρέχοντος έτους μέχρι την ημέρα της καταγγελίας τους. Οι καταγγελλόμενες πράξεις τελέστηκαν από τον ενηλικιωθέντα πλέον … που γεννήθηκε στην Σεβαστούπολη Ουκρανίας στις 2/8/1991, ο οποίος ενεργώντας από κοινού με τους ανηλίκους … που γεννήθηκε στις 16/2/1992 και τον … που γεννήθηκε στις 5/12/1993, οι οποίοι εξανάγκαζαν αυτούς με την άσκηση απειλών   ενωμένων με επικείμενο κίνδυνο της σωματικής τους ακεραιότητας να καταβάλουν σ΄αυτούς διάφορα χρηματικά ποσά. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος … απηυθυνε προς τον πρώτο ανωτέρω παθόντα τις απειλητικές φράσεις πως «αν δεν μου δώσεις το ποσό των 100 ευρώ μαλακισμένο θα σε γαμήσω και θα σε κτυπήσω, ή θα βάλω άλλους όταν βγαίνεις από το σπίτι να σε κλέβουν και να σε κτυπούν. Για τα χρήματα να πεις και στους φίλους σου … και … να σε βοηθήσουν, γιατί τα ίδια ισχύουν και γι΄αυτούς, αν δεν σου δώσουν χρήματα για να μου τα δώσεις, το ίδιο θα συμβεί και σ΄αυτούς» Για να αποδείξει την απόφαση του να υλοποιήσει τις ανωτέρω απειλητικές φράσεις του ο … τον έρριψε στο έδαφος και τον κτύπησε με λάκτισμα στο πρόσωπο. Οι συναντήσεις τους γινόταν στην περιοχή Συκιών Θεσσαλονίκης (περιοχή τόπου κατοικίας παθόντων) Οι ανωτέρω απειλές ήταν παρούσες και άμεσες, που απηύυθυναν στους παθόντες και αφορούσαν την σωματική ακεραιότητα και περιουσία αυτών. Ο κατηγορούμενος γνώριζε τον αριθμό κλήσης του κινητού τηλεφώνου του πρώτου παθόντα (…) και καθόριζε τον τόπο συνάντησης τους και το προς απόδοση σ΄αυτόν χρηματικό ποσό. Στα τέλη Αυγούστου ο ανωτέρω παθών δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο ζητώντας την καταβολή του χρηματικού ποσού των 100 ευρώ για να μην υλοποιηθούν όπως πριν λίγες μέρες οι απευθυνθείσες προς αυτόν και τους φίλους του απειλές. Προς τουτο η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στην περιοχή του πάρκου με τον διακριτικό τίτλο «το Τ…» όπου καταβλήθηκε το συγκεντρωθέν χρηματικό ποσό των 100 ευρώ. Κατά την άσκηση των απειλών ο κατηγορούμενος δήλωνε προς τον … πως « αν αναφέρουν το περιστατικό στους γονείς τους ή στην Αστυνομία, η κατάσταση τους θα επιδεινονόταν» (υπονοώντας μεγαλύτερη κακοποίηση αυτών). Οι ανωτέρω φράσεις και ενέργειες του κατηγορουμένου ήταν ικανές να εμπιοίσουν φόβο στους παθόντες και να ενδώσουν στις προτάσεις του κατηγορουμένου. Στις αρχές Σεπτεμβρίου ο δεύτερος παθών … συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο σε καφετερία στην περιοχή Λ. Νίκης, όπου κάτω από τιςίδιες ανωτέρω απειλές εξαναγκάστηκε να καταβάλει σ΄αυτόν το χρηματικό ποσό των 4 ευρώ. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας εξακολουθητικά στις αρχές Σεπτεμβρίου εξανάγκασε εκ νέου τον ανωτέρω παθόντα (…) να του παραδώσει το χρηματικό ποσό. Η συνάντηση έγινε και   πάλι στο πάρκο Τ…, όπου ο παθών υποχρεώθηκε να καταβάλει στον δράστη το χρηματικό ποσό των 150 ευρώ. Οι απειλές του κατηγορουμένου συνεχιζόταν, για να κάμψουν κάθε αντίδραση αυτών για αντίσταση ή άρνηση τους στο σχέδιο που διοργάνωσαν οι δράστες της εκβίασης σε βάρος των παθόντων. Για την συγκέντρωση των χρημάτων που παρέδιδαν στον κατηγορούμενο συνεισέφεραν και οι τρεις παθόντες, οι οποίοι τελούσαν κάτω από τον φόβο της υλοποίησης του εξαγγελθέντος κακού (της προσβολής της σωματικής τους ακεραιότητας και περιουσίας) Στις 11/9/2009 και πάλι μετά από προηγούμενη τηλεφωνική επικοινωνία του κατηγορουμένου με τον πρώτο εκ των ανωτέρω παθόντων εξανάγκασε αυτόν να συγκεντρώσει και πάλι το χρηματικό ποσό των 100 ευρώ, για την συγκέντρωση του οποίου συνέβαλαν και οι τρεις παθόντες και ορίστηκε ως τόπος συνάντησης η ίδια τοποθεσία, για να αποφευχθεί προφανώς η στοχοποίηση τους από τους οικείους του παθόντα ή Αστυνομικών Αρχών. Κατά τις συναντήσεις του κατηγορουμένου με τον παθόντα … παρευρισκόταν και ο … με τον …. Με τον τρόπο αυτό ο φόβος πρόκλησης σοβαρών σωματικών βλαβών εκ μέρους τους ήταν μεγάλος, αφού μάλιστα είχε προηγηθεί στην αρχή   και η πρόκληση σωματικής βλάβης που προκλήθηκε από τον …, ο οποίος λάκτισε αυτόν στο πρόσωπο. Τέλος στις 17/9/2009 ακολούθησε νέο τηλεφώνημα στον …από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ζητούσε και πάλι την καταβολή εκ νέου του χρηματικού ποσού των 100 ευρώ. Οι παθόντες μετά από αδυναμία τους να συγκεντρώσουν το παραπάνω χρηματικό ποσό προσέφυγαν στους γονείς τους, αναφέροντας σ΄αυτούς το παραπάνω περιστατικό. Κατόπιν αυτού συνόδευσαν τους νεαρούς παθόντες στην ανωτέρω Αστυνομική Υπηρεσία, όπου κατήγγειλαν τα ανωτέρω εκτεθέντα.

Αστυνομικοί της ανωτέρω υπηρεσίας προσημείωσαν το χρηματικό ποσό των 100 ευρώ και στην συνέχεια παρέδωσαν αυτό στον …, για να το παραδώσει στον κατηγορούμενο και στην συνέχεια να συλλάβουν αυτόν κατά την αυτόφωρη διαδικασία. Ως τόπος συνάντησης του … και κατηγορουμένου ορίστηκε το κατάστημα (εστιατόριο) με τον διακριτικό τίτλο «…» που βρίσκεται στην οδό …. Αστυνομικοί εισήλθαν εντός του καταστήματος και παρακάθισαν σε παρακείμενο τραπέζι, που καθόταν ο κατηγορούμενος με τον φίλο και συγκατηγορούμενο του …. Ο παθών συνοδευόταν από τον έτερο παθόντα …. Οι παθόντες πλησίασαν τον κατηγορουμενο, ο οποίος οδήγησε τον παθόντα … στην τουαλέτα του καταστήματος, όπου εξαναγκάστηκε και πάλι να του παραδώσει το προαναφερόμενο   χρηματικό ποσό, το οποίο είχε προσημειωθεί από τους Αστυνομικούς. Ο κατηγορούμενος βλέποντας πως ο ανωτέρω παθών είχε και επιπλέον χρήματα απείλησε αυτόν με την φράση «αν δεν μου δώσεις και τα υπόλοιπα χρήματα θα σε γαμήσω εδώ μέσα στην τουαλέτα» Η ανωτέρω φράση ήταν ικανή να εμποιήσει φόβο στον παθόντα, ο οποίος εξαναγκάστηκε και του παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 40 ευρώ, που έφερε μαζί του εκτός του παραδοθέντος από τους Αστυνομικούς προσημειωμένο χρηματικό ποσό. Κατόπιν αυτού ο κατηγορούμενος   εξήλθε του κατασστήματος όπου και συνελήφθη από τους επιτηρούντες τον χώρο Αστυνομικούς. Ο ίδιος ανωτέρω κατηγορούμενος ασκώντας σωματική βία και απειλές που αφορούσαν την σωματική ακεραιότητα του δευτέρου παθόντα … στην περιοχή Λευκού Πύργου   στις αρχές Σεπτεμβρίου ζήτησε να παραδώσει΄αυτόν το κινητό του τηλέφωνο. Ο παθών όμως δεν ενέδωσε στις απειλές αντιδρώντας προς τουτο. Ο κατηγορούμενος προφανώς φοβούμενος την κλήση σε βοήθεια διερχομένων πολιτών τράπηκε σε φυγή χωρίς να ολοκληρώσει την αποφασισθείσα πράξη του από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως του αλλά λόγω της αντιδράσεως και αντιστάσεως του παθόντος.

 

 

Εκ των ανωτέρω συνάγεται πως έχουν τελεστεί οι διωκόμενες σε βάρος του κατηγορουμένου πράξεις της εκβιάσεως από κοινού, κατ εξακολούθηση και κατά συρροή, της ληστείας και της απόπειρας αυτής. Αφού ο κατηγορούμενος .. από κοινού ενεργώντας με τους ανηλίκους … και .. εξανάγκασαν τους παθόντες ανηλικους …, … και … με την άσκηση απειλών με ενωμένο κίνδυνο σώματος και συγκεκριμένα της σωματικής τους ακεραιότητας και της περιουσίας τους να τους καταβάλλουν συνολικά το χρηματικό ποσό περίπου των 500 ευρώ. Περαιτέρω με απειλές   ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο   της σωματικής ακεραιότητας εξανάγκασε ο κατηγορούμενος τον πρώτο παθόντα να παραδώσει σ΄αυτόν το χρηματικό ποσό των 40 ευρώ. Επίσης ο ίδιος ανωτέρω κατηγορούμενος με την άσκηση των ίδιων απειλών ζήτησε από τον δεύτερο ανωτέρω παθόντα να παραδώσει το κινητό του τηλέφωνο. Η πράξη αυτή ομως δεν ολοκληρώθηκε   εξαιτίας λότων που δεν ανάγονται στην βούληση του δράστη   αλλά λόγω της σθεναρής αντιδράσεως και αντιστάσεως του παθόντος.

 

Επομένως ορθά κρινοντας   το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου πλημμελειοδικών παρέπεμψε αυτόν (κατηγορούμενο) να δικαστεί από το αρμόδιο υλικά Τριμελές Εφετείο Κακουργήματων Θεσσαλονίκης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 45, 51, 52, 60, 63, 79, 94 παρ. 1, 98, 380 παρ. 1, 385 παρ. 1 α του ΠΚ.Κατά συνέπεια πρέπει να γινει τυπικά δεκτή η κρινόμενη έφεση του ανωτέρω κατηγορουμένου και να απορριφθεί αυτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

 

Ο εκκαλών διά της εφέσεως του υπέβαλε και αίτημα περί αντικαταστάσεως της προσωρινής του κρατήσεως με περιοριστικούς όρους. Το αίτημα του αυτό είναι νόμιμο αλλά από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει   πως αυτός ειναι ιδιαίτερα επικίνδυνος και ύποπτος τελέσεως και άλλων παρομοίων πράξεων. Ο βαθμός της εγκληματικής διαθέσεως του κατηγορουμένου, η ένταση του δόλου του όπως άλλωστε σκιαγραφείται και από τα εκτιθέμενα ανωτέρω προκύπτει πως αν αυτός αφεθεί ελεύθερος θα προβεί εκ νέου στην τελεση και άλλων παρομοίων πράξεων. Ως εκ τουτου πρέπει να απορριφθεί το ανωτέρω αίτημα του κατηγορουμένου.

 

Η εξακολούθηση της προσωρινής κρατήσεως   του κατηγορουμένου στο ΕΚΚΝ Αυλώνα έχει συντελεστεί με το αρίθμ 378/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.

 

Τα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα στο χρηματικό ποσό των 220 ευρώ να επιβληθούν στον εκκαλούντα.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Προτεινω να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση του κατηγορουμένου … κατοίκου Θεσσαλονίκης και να απορριφθεί αυτή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, η οποία στρέφεται κατά του 348/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.

 

Το αίτημα του περί αντικαταστάσεως της προσωρινής του κρατήσεως με περιοριστικούς όρους να απορριφθεί.

 

Τα δικαστικά έξοδα ανερχόμενα στο χρηματικό ποσό των 220 ευρώ να επιβληθούν στον εκκαλούντα.

 

Θεσσαλονίκη 17/5/2010.

 

Ο Αντεισαγγελέας Εφετών

 

Ηλίας Σεφερίδης