Το αδίκημα της απάτης επί Δικαστηρίω υπό το νέο Ποινικό Κώδικα

22
Αρθρο Ποινικού Κώδικα (ενημέρωση 23/7/2022): 386
Απάτη

 

– Το παρόν άρθρο, που συγχωνεύτηκε στο εικοστό τρίτο κεφάλαιο του παρόντος Κώδικα, τέθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4619/2019 (Α’ 95/11.06.2019), με το οποίο κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας και, σύμφωνα με το άρθρο 460 του τελευταίου, ισχύει από 01.07.2019. – Τα αδικήματα του ΠΑΡΟΝΤΟΣ άρθρου, όταν αυτά στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή συνδέονται με την προσβολή αυτών των συμφερόντων, συνιστούν βασικά αδικήματα κατά την έννοια του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 4689/2020 (Α’ 103), το οποίο, όμως, ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 21 του Ν. 4816/2021 (Α’ 118/09.07.2021). – Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 τροποποιήθηκε με την προσθήκη της περίπτωσης ιδιαίτερα μεγάλης προξενηθείσας ζημίας και του πλαισίου ποινής και το παρόν άρθρο τίθεται όπως ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕ με το άρθρο 92 Ν. 4855/2021 (Α’ 215/12.11.2021).

Κείμενο Αρθρου
«1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση, και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη».

Ανάλυση
*Χρήστος Θ. Διαμάντης -Δικηγόρος Αθηνών
Η θέση σε ισχύ, την 01.07.2019, του νέου Ποινικού Κώδικα δημιούργησε νέα δεδομένα ως προς την εφαρμογή διαφόρων διατάξεων, μία εκ των οποίων είναι η του άρθρου 386 ΠΚ.
Το αδίκημα της απάτης κατέστη, πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 405 παρ. 1 του νέου ΠΚ, κατ’ έγκληση διωκόμενο, με την εξαίρεση της παρ. 2 του άρθρου 386 ΠΚ, δηλαδή της απάτης που πλήττει άμεσα το στενό δημόσιο τομέα, με ζημία ποσού άνω των 120.000 €. Η αναγκαστική εφαρμογή των κανόνων που διέπουν τα κατ’ έγκληση διωκόμενα αδικήματα, έχει ιδιαίτερες πρακτικές συνέπειες στην (νομολογιακής εμπνεύσεως) μορφή της απάτης επί δικαστηρίου.
Όπως γίνεται παγίως δεκτό, απάτη επί δικαστηρίου συγκροτείται όταν ο δράστης παραπλανά τον δικαστή δια της προβολής ψευδούς ισχυρισμού, που υποστηρίζεται με την συνειδητή προσαγωγή και επίκληση είτε ψευδών αποδεικτικών μέσων (πχ πλαστών ή νοθευμένων εγγράφων), είτε γνησίων μεν, αλλά ψευδών κατά περιεχόμενο (π.χ. ψευδής ένορκη βεβαίωση/κατάθεση), από τα οποία ο δικαστής, πλανηθείς, εξέδωσε οριστική απόφαση, με την οποία επήλθε περιουσιακή βλάβη στον ηττηθέντα διάδικο.
Σημειωτέον ότι υπό το καθεστώς της αυτεπαγγέλτου διώξεως της απάτης υπήρχε η δυνατότητα υποβολής μηνύσεως, ακόμα και μετά την έκδοση της σχετικής οριστικής αποφάσεως. Με το νέο ΠΚ τέτοια πρακτική δυνατότητα εξέλειπε. Δικαίωμα εγκλήσεως έχει ο αμέσως παθών από την άδικη πράξη εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών, που ξεκινά από την ημέρα που αυτός έλαβε γνώση της, σε βάρος του, πράξεως.
Ειδικότερα:
Στις ειδικές διαδικασίες ο αμέσως παθών διάδικος λαμβάνει γνώση των ψευδών αποδεικτικών στοιχείων με την κατάθεση των προτάσεων επί της έδρας. Χρόνος, λοιπόν, τελέσεως του αδικήματος είναι ο της συζητήσεως της υποθέσεως (βλ. ΑΠ 70/2017 σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Κατ’ αποτέλεσμα η σχετική προθεσμία εγκλήσεως ξεκινά από την αμέσως επομένη της ημέρας που ο εγκαλών έλαβε αντίγραφα των ψευδών στοιχείων.
Στη νέα τακτική διαδικασία, όπως προκύπτει από το άρθρο 237 ΚΠολΔ [που ορίζει ότι οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές μέσα σε 100 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής (ή μέσα σε 130 ημέρες αν ο εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής)], χρόνος τελέσεως του αδικήματος είναι ο της προσκομίσεως και επικλήσεως (δια των προτάσεων) των ψευδών αποδεικτικών μέσων, χωρίς να ενδιαφέρει ο χρόνος συζητήσεως της υποθέσεως. Η σχετική προθεσμία εγκλήσεως ξεκινά, πρακτικώς, από την 101η (ή την 131η, αντιστοίχως) ημέρα από την κατάθεση της αγωγής.
Αυτό σημαίνει ότι ο εκάστοτε εγκαλών θα υποβάλει (αμέσως!) έγκληση για απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου, η οποία, αναλόγως της μελλοντικής εκδόσεως οριστικής αποφάσεως από το πολιτικό Δικαστήριο, θα καταλήγει ως εξής: α) Εάν το Δικαστήριο πεισθεί στους ψευδείς ισχυρισμούς δια της προσαγωγής αναληθών αποδεικτικών στοιχείων και εκδώσει οριστική απόφαση υπέρ του δράστη, θα υφίσταται τετελεσμένη απάτη επί δικαστηρίουβ) Εάν, όμως, το Δικαστήριο δεν παραπλανηθεί από τα ψευδή στοιχεία και απορρίψει, ως αβάσιμη, τη σχετική αγωγή, θα υφίσταται απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου.
Ερωτάται, περαιτέρω: Τι συμβαίνει στην περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει την αγωγή ή αίτηση του δράστη ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως; Όταν, πχ, ο δράστης προβάλλει ισχυρισμό, που τον ενισχύει με πλαστό έγγραφο, αλλά το Δικαστήριο δεν τον αξιολογήσει, λόγω αοριστίας του εισαγωγικού δικογράφου;
Υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ γινόταν νομολογιακώς δεκτόν ότι υφίσταται περίπτωση απρόσφορης απόπειρας (άρθρο 43 ΠΚ) απάτης επί δικαστηρίου (ενδεικτικώς: ΣυμβΑΠ 2078/2005 ΠΧρ 2006/540 και ΑΠ 930/2001 ΠΛογ 2001/2218), διότι ο Δικαστής ουδέποτε έλαβε υπόψη του το επικαλούμενο ψευδές αποδεικτικό στοιχείο και ουδέποτε προχώρησε σε αποδεικτική αξιολόγησή του.
Εντούτοις, η νομοθετική κατάργηση της απρόσφορης απόπειρας αλλάζει, πλέον, το ζήτημα. Πραγματικά, όταν το δικαστήριο δεν δικαιούται να ελέγξει την ουσιαστική αλήθεια των ισχυρισμών του διαδίκου και την ουσιαστική βασιμότητα των εισφερθέντων από αυτόν αποδείξεων, δεν μπορεί να συγκροτηθεί απάτη, μιας και ο Δικαστής δεν πείθεται, δηλαδή δεν μορφώνει πεπλανημένη δικανική πεποίθηση εκ της συνολικής εκτιμήσεως των αποδείξεων, συνεπεία των ψευδών ισχυρισμών που προβάλλει ο δράστης.
Υπό τον νέο, συνεπώς, ΠΚ αντίστοιχες περιπτώσεις δεν είναι ποινικώς κολάσιμες, καθώς καθίστανται ανέγκλητες.