Πολλές μηνύσεις συζύγου για ενδοοικογενειακή βίας και απειλή. Διεξαγωγή της δίκης 10 χρόνια μετά την τέλεση της πράξης, με αποτέλεσμα την παραγραφή των αδικημάτων. Καταδίκη Ιταλίας για εξευτελιστική μεταχείριση

23

ΑΠΟΦΑΣΗ

M.S. κατά Ιταλίας της 07.07.2022 ( αριθ. προσφ. 32715/19)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας και απειλής. Υποχρέωση αρχών για τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Η προσφεύγουσα άσκησε πολλές μηνύσεις για άσκηση ενδοοικογενειακής βίας και απειλής κατ’ εξακολούθηση από τον σύζυγο της για μεγάλο χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως το 2012. Ασκήθηκαν διώξεις ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις ο πρώην σύζυγος απαλλάχθηκε λόγω παραγραφής των αδικημάτων γιατί η εκδίκαση τους ολοκληρώθηκε και στους 2 βαθμούς δικαιοδοσίας ακόμα και 10 χρόνια μετά την τέλεση της πράξης Σε όλο αυτό το διάστημα δεν ελήφθησαν προληπτικά μέτρα υπέρ της προσφεύγουσας, η οποία ένοιωθε μία διαρκή απειλή και παρακολουθούνταν συνεχώς από τον πρώην σύζυγο της. Παραπονέθηκε για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και διακριτική μεταχείριση.

Κατά το Στρασβούργο τα αδικήματα που συνδέονται με την ενδοοικογενειακή βία, παρόλο που διαπράττονται από ιδιώτες θα πρέπει να κατατάσσονται στα σοβαρότερα αδικήματα. Είναι ασυμβίβαστο με τις διαδικαστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 3 για έρευνες σε τέτοια αδικήματα, να παραγράφονται από την αδράνεια των αρχών.

Εν προκειμένω διαπίστωσε ότι κατά την πρώτη περίοδο, από τις 19 Ιανουαρίου 2007 έως τις 21 Οκτωβρίου 2008, οι αρχές δεν είχαν εκπληρώσει το καθήκον τους να προβούν σε άμεση και προληπτική αξιολόγηση του κινδύνου κατ’ εξακολούθηση ενδοοικογενειακής βίας κατά της προσφεύγουσας και να ληφθούν προληπτικά μέτρα για να μετριάσουν αυτόν τον κίνδυνο. Κατά συνέπεια διαπίστωσε παραβίαση της ουσιαστικής πτυχής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Αντιθέτως στην δεύτερη περίοδο από 21 Οκτωβρίου έως 5 Ιανουαρίου 2018, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι αρχές είχαν συμμορφωθεί με τους όρους και την θετική υποχρέωση βάσει του άρθρου 3 για την προστασία της προσφεύγουσας από την ενδοοικογενειακή βία και δεν υπήρξε παραβίαση της ουσιαστικής πτυχής του άρθρου 3. Ωστόσο διαπίστωσε ότι οι αρχές δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και οι υποθέσεις εκδικάστηκαν αφού είχαν υποπέσει σε παραγραφή. Έτσι έκρινε ότι παραβιάστηκε η διαδικαστική πλευρά του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Τέλος το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε κάποια διακριτική μεταχείριση εναντίον της προσφεύγουσας γιατί οι αρχές δεν απέτρεψαν την προσφεύγουσα από την υποβολή των μηνύσεων. Απέρριψε την καταγγελία αυτή ως απαράδεκτη.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στην προσφεύγουσα ποσό 10.000 για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3,

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα είναι Ιταλίδα υπήκοος που γεννήθηκε το 1962. Είναι δικηγόρος και ζει στο Τίτο (Ιταλία). Στις 18 Απριλίου 2004 υπέβαλε μήνυση ισχυριζόμενη ότι υπέπεσε θύμα κακομεταχείρισης από τον σύζυγο της D.P. Στις 19 Ιανουαρίου 2007 ο σύζυγος της πήγε στο γραφείο της για να συζητήσει τον χωρισμό τους. Η συζήτηση έγινε παρουσία της προσφεύγουσας, του κουνιάδου της L.S. και ενός συναδέλφου της. Κατά τη συζήτηση ο D.P. προσπάθησε να της επιτεθεί και τραυμάτισε τον L.S στο πόδι με μαχαίρι όταν ο τελευταίος προσπάθησε να την υπερασπιστεί. Το ίδιο βράδυ η M.S. υπέβαλε μήνυση στην αστυνομία. Στις 20 Ιανουαρίου 2007 η αστυνομία ενημέρωσε τον εισαγγελέα για τα ποινικά αδικήματα που ο D.P. διέπραξε στις 7 Φεβρουαρίου, 24 Μαρτίου και 27 Απριλίου 2007.

Στις 24 Οκτωβρίου 2007 ο εισαγγελέας ζήτησε από τον ανακριτή να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του D.P. για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 19 Ιανουαρίου 2007.

Επτά χρόνια μετά τα γεγονότα, στις 27 Ιουνίου 2014, το Επαρχιακό Δικαστήριο της Ποτέντσα έκρινε τον D.P. ένοχο για τα αδικήματα για τα οποία είχε παραπεμφθεί και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους για την σωματική βλάβη που προκάλεσε στον L.S. και ένα έτος φυλάκιση για την απόπειρα ενδοοικογενειακής βίας εναντίον της προσφεύγουσας . Η απόφαση καθαρογράφθηκε περίπου εννέα μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 2015. Ο D.P. άσκησε έφεση στις 23 Μαΐου 2015. Με απόφαση της 10 Ιουνίου 2016 το Εφετείο έκρινε ότι τα αδικήματα είχαν παραγραφεί.

Νωρίτερα στις 7 Φεβρουαρίου 2007, η M.S. είχε υποβάλει και άλλη μήνυση και είχε ζητήσει από τη δικαστική αρχή να παρέμβει προκειμένου να τεθεί τέλος στην παρενόχληση της από τον σύζυγο της.

Στις 27 Απριλίου 2007 η προσφεύγουσα υπέβαλε άλλη μήνυση, ισχυριζόμενη ότι είχε λάβει απειλές από άγνωστο άτομο παρουσία του συζύγου της καθώς και ανώνυμα τηλεφωνήματα, και ότι ένα από τα παιδιά της είχε παρακολουθηθεί από τον σύζυγο της. Ζήτησε από τον εισαγγελέα να εκδώσει εισαγγελική παραγγελία προς τον D.P. να σταματήσει να την παρενοχλεί και να την πλησιάζει.

Στις 16 Ιουνίου 2008 η M.S. υπέβαλε και άλλη μήνυση ισχυριζόμενη ότι συνέχιζε να δέχεται απειλές από τον D.P. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 υπέβαλε νέα μήνυση για ενδοοικογενειακή απειλή. Στις 7 Οκτωβρίου 2008 κλήθηκε η αστυνομία μετά από αναφορά για επίθεση έξω από ένα μπαρ. Ο D.P. είχε χτυπήσει την Μ.S. στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός της χρησιμοποιώντας ένα ραβδί. Της δόθηκε αναρρωτική άδεια 10 ημερών.

Ξεκίνησε νέα δέσμη ποινικών διαδικασιών.

Στις 21 Οκτωβρίου 2008 η αστυνομία ζήτησε από τον εισαγγελέα να διατάξει παρεπόμενη ποινή, τονίζοντας ότι ο D.P. είχε συμπεριφερθεί βίαια στην προσφεύγουσα. Στις 21 Νοεμβρίου 2008 ο ανακριτής εξέδωσε βούλευμα υποχρεωτικής διαμονής για τον D.P. Το πρωί της 20ης Φεβρουαρίου 2009 ο δικαστής διαπίστωσε ότι τα αδικήματα είχαν παραγραφεί. Ο εισαγγελέας, ζήτησε να αντικατασταθεί το βούλευμα υποχρεωτικής διαμονής από απαγόρευση διαμονής στο δήμο Ποτέντζας με υποχρεωτική εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα. Ο δικαστής που ερευνούσε την υπόθεση έκρινε το αίτημα αβάσιμο, γιατί δεν είχαν προκύψει νέα στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι συγκεκριμένοι λόγοι που δικαιολογούσαν το μέτρο (το οποίο είχε διαπιστωθεί ότι ήταν αναποτελεσματικό) είχαν αποδειχθεί πιο ισχυροί. Εξέδωσε απόφαση που απαγόρευε στον D.P. να διαμένει στον δήμο Ποτέντζας αλλά του επέτρεπε να παρίσταται στις ακροάσεις.

Στις 10 Απριλίου 2015, περίπου έξι χρόνια αργότερα, το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε τον D.P. ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 16 μηνών, με αναστολή. Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι η δίωξη του για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας είχαν παραγραφεί.

Μετά από έφεση του D.P. το Εφετείο έκρινε στις 10 Μαρτίου 2016 ότι τα αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας είχαν παραγραφεί. Καταδίκασε τον D.P. σε φυλάκιση ενός έτους για την σωματική βλάβη που προκάλεσε στην προσφεύγουσα με το ραβδί.

Στο μεταξύ, στις 26 Μαΐου 2010, η M.S. υπέβαλε και άλλη μήνυση , ισχυριζόμενη ότι απειλούνταν και παρενοχλούνταν συνεχώς. Μια άλλη μήνυση υποβλήθηκε στις 27 Μαΐου 2010, στην οποία η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι παρακολουθούνταν και απειλούνταν από τον D.P. Αυτή η μήνυση συμπληρώθηκε και από άλλα στοιχεία που κατατέθηκαν στις 2 Αυγούστου 2010. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2010 η M.S. υπέβαλε άλλη μια μήνυση, στην οποία ισχυρίστηκε ότι ένα φορτηγό την ακολουθούσε ενώ οδηγούσε. Ξεκίνησε έρευνα. Στις 7 Μαΐου 2012 η προσφεύγουσα εκ νέου υπέβαλε μήνυση ισχυριζόμενη ότι ο D.P. συνέχιζε να την απειλεί και να την ακολουθεί.

Στις 11 Ιουνίου 2012 ο D.P. δέχθηκε επίπληξη από την αστυνομία και έγινε υπόδειξη σε αυτόν να συμπεριφερθεί σύμφωνα με τον νόμο. Έγιναν συστάσεις ότι θα μπορούσε να παραπεμφθεί στις δικαστικές αρχές σε περίπτωση τέτοιας συμπεριφοράς .

Σε απόφαση που εκδόθηκε στις 5 Νοεμβρίου 2020, οκτώ χρόνια μετά την έναρξη της διαδικασίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο καταδίκασε τον D.P. σε 3 χρόνια φυλάκιση για παρενόχληση και τον αθώωσε για το αδίκημα της εκβίασης.

Στις 12 Ιουλίου 2013 η M.S. υπέβαλε μήνυση ισχυριζόμενη ότι είχε παρενοχληθεί από τον πρώην σύζυγό της τηλεφωνικά και την είχε ακολουθήσει ενώ οδηγούσε στο σπίτι. Η ίδια δήλωσε ότι, παρά το γεγονός ότι η αστυνομία είχε εκδώσει προειδοποίηση στον πρώην σύζυγό της στις 11 Ιουνίου 2012 να παύσει να την ακολουθεί με τη συμπεριφορά του, ένιωσε να κινδυνεύει.

Στις 16 Ιουλίου 2013, η προσφεύγουσα ζήτησε την εφαρμογή προστατευτικού μέτρου. Στις 17 Ιανουαρίου 2017 ο D.P.. παραπέμφθηκε σε δίκη με κατηγορίες παρενόχλησης σε σχέση με γεγονότα που είχαν συμβεί μεταξύ 4 και 20 Νοεμβρίου 2013. Η διαδικασία εκκρεμεί ακόμη.

Βασιζόμενη στα άρθρα 2 (δικαίωμα στη ζωή), 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης), 8 (σεβασμός της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) και 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας), η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ότι οι ιταλικές αρχές, παρά το γεγονός ότι ειδοποιήθηκαν πολλές φορές για τη βίαιη συμπεριφορά του συζύγου της δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα και κατάλληλα μέτρα για να την προστατεύσουν από έναν πραγματικό και γνωστό κίνδυνος και δεν είχαν αποτρέψει την περαιτέρω ενδοοικογενειακή βία.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο παρατήρησε εξαρχής ότι, από συνολική άποψη, το ιταλικό νομικό πλαίσιο ήταν επαρκές για να παρέχει προστασία από πράξεις βίας από ιδιώτες. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η αστυνομία είχε ανταποκριθεί χωρίς καθυστέρηση στις καταγγελίες που υπέβαλε η προσφεύγουσα από τον Ιανουάριο του 2007 και μετά και είχε παρέμβει κατά τη διάρκεια των βίαιων επεισοδίων.

Ωστόσο, το Δικαστήριο έκανε διάκριση μεταξύ δύο χωριστών περιόδων.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι κατά την πρώτη περίοδο, από τις 19 Ιανουαρίου 2007 ως τις 21 Οκτωβρίου 2008, οι αρχές δεν είχαν εκπληρώσει το καθήκον τους να προβούν σε άμεση και προληπτική αξιολόγηση του κινδύνου ενδοοικογενειακής βίας κατ’ εξακολούθηση κατά της προσφεύγουσας και να ληφθούν προληπτικά μέτρα για να μετριάσουν αυτόν τον κίνδυνο. Δεν είχαν ληφθεί μέτρα από τις αρχές για μια περίοδο περίπου δεκατριών μηνών. Ο D.P. δεν είχε συλληφθεί, ούτε είχαν ληφθεί προληπτικά μέτρα παρά την επίθεση με μαχαίρι και τις διάφορες καταγγελίες για κακομεταχείριση, παρενόχληση και απειλές. Δεν είχε γίνει εκτίμηση κινδύνου έως ότου ζητηθεί προληπτικό μέτρο, δεκατρείς μήνες μετά την πρώτη καταγγελία, αν και υπήρχαν ενδείξεις κλιμάκωσης της βίαιης συμπεριφοράς του D.P. Η παραπομπή του για δίκη έγινε δέκα μήνες μετά την επίθεση και η πρώτη ακρόαση δεκαεννέα μήνες αργότερα. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, σε όλο αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα, οι κίνδυνοι βίας κατ’ εξακολούθηση δεν είχαν αξιολογηθεί ή ληφθεί δεόντως υπόψη.

Όσον αφορά τη δεύτερη περίοδο, από 21 Οκτωβρίου 2008 έως την κατάθεση της παρούσας προσφυγής στο ΕΔΔΑ, το 2019, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές είχαν πραγματοποιήσει μια αυτόνομη, προληπτική διαδικασία και ολοκληρωμένη αξιολόγηση κινδύνου. Οι αστυνομικοί δεν είχαν βασιστεί απλώς στις καταγγελίες της προσφεύγουσας, αλλά είχαν βασίσει την αξιολόγησή τους σε αρκετούς άλλους παράγοντες και αποδεικτικά στοιχεία.

Είχαν συλλέξει στοιχεία από τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα, δηλαδή από την προσφεύγουσα και πρόσωπα που υπέδειξε η ίδια, τους γονείς της και μάρτυρες των βίαιων επεισοδίων, και είχαν συντάξει αναλυτικά αρχεία των καταθέσεων τους. Ειδικότερα, οι αστυνομικοί είχαν λάβει υπόψη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ήταν πολύ φοβισμένη και ότι της είχαν γίνει απειλές. Είχαν σημειώσει ρητά μια σειρά από άλλους σχετικούς παράγοντες κινδύνου, συγκεκριμένα τις βίαιες ενέργειες που αναφέρθηκαν προηγουμένως και την κλιμάκωση της βίαιης συμπεριφοράς, καθώς και τους παράγοντες άγχους που την επηρέαζαν. Είχαν κάνει αίτηση για προληπτικά μέτρα που είχε διαταχθεί από την ανακρίτρια. Οι κίνδυνοι επανάληψης της βίαιης συμπεριφοράς είχαν ληφθεί δεόντως υπόψη. Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι οι εισαγγελείς είχαν ασκήσει τρεις διώξεις εναντίον του D.P. σχετικά με τα αδικήματα για τα οποία φέρεται να είχε τελέσει. Όσον αφορά την πρώτη περίοδο, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές είχαν αποτύχει στη θετική τους υποχρέωση βάσει του άρθρου 3 να προστατεύσουν την αιτούσα από την ενδοοικογενειακή βία που διέπραξε ο D.P. και έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση της ουσιαστικής πτυχής του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Όσον αφορά τη δεύτερη περίοδο, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές είχαν συμμορφωθεί με τους όρους και την θετική υποχρέωση βάσει του άρθρου 3 για την προστασία της προσφεύγουσας από την ενδοοικογενειακή βία που διαπράχθηκε από τον D.P., και έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης ως προς αυτή την περίοδο.

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι, μεταξύ των παραγόντων που χαρακτηρίζουν μια αποτελεσματική έρευνα για τους σκοπούς του άρθρου 3 της Σύμβασης, το γεγονός ότι η δίωξη δεν υπόκειται σε νομοθετική ρύθμιση ήταν υψίστης σημασίας. Επιπλέον, είχε κρίνει στο παρελθόν ότι οι αμνηστίες και οι απονομές χάριτος δεν θα πρέπει να γίνονται σε περιπτώσεις βασανιστηρίων ή κακομεταχείρισης που επιβάλλονται από κρατικούς υπαλλήλους. Αυτή η αρχή είχε επίσης επεκταθεί σε πράξεις βίας που διαπράχθηκαν από ιδιώτες.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι αδικήματα που συνδέονται με την ενδοοικογενειακή βία, παρόλο που διαπράττονται από ιδιώτες θα πρέπει να κατατάσσονται στα σοβαρότερα αδικήματα. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ήταν ασυμβίβαστο με τις διαδικαστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 3 για έρευνες σε τέτοια αδικήματα να περατωθούν με παραγραφή που προκύπτει από την αδράνεια των αρχών.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι δικαστικές αρχές είχαν ξεκινήσει τέσσερις έρευνες στις μηνύσεις που κατέθεσε η προσφεύγουσα εναντίον του συζύγου της για σωματική βλάβη, παρενόχληση, ενδοοικογενειακή απειλή και κακομεταχείριση. Όσον αφορά την πρώτη έρευνα, σχετικά με την επίθεση του Ιανουαρίου 2007, η απόφαση είχε εκδοθεί τον Ιούνιο του 2014, επτά χρόνια μετά τα γεγονότα. Τον Ιούνιο του 2016 το Εφετείο είχε αποφανθεί τα αδικήματα είχαν παραγραφεί. Ως προς τη δεύτερη έρευνα, σχετικά με την μήνυση που κατατέθηκε μεταξύ Φεβρουαρίου 2007 και Οκτωβρίου 2008 για τον τραυματισμό που υπέστη στην επίθεση του Οκτωβρίου 2008, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η απόφαση είχε εκδοθεί τον Απρίλιο του 2015 και ότι ο D.P. είχε καταδικαστεί μόνο σε σχέση με τους τραυματισμούς που προκλήθηκαν στην προσφεύγουσα, καθώς τα αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας είχαν παραγραφεί. Τον Μάρτιο του 2016 το Εφετείο έκρινε ότι όλα τα αδικήματα πλην το αδίκημα της σωματικής βλάβης είχαν υποπέσει σε παραγραφή. Ως προς την τρίτη έρευνα, σχετικά με τις καταγγελίες που υποβλήθηκαν το 2010, το Δικαστήριο σημείωσε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε εκδώσει την απόφασή του στις 5 Νοεμβρίου 2020, δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα. Τέλος, όσον αφορά την τελική έρευνα που αφορούσε την παρενόχληση σε σχέση με την μήνυση που έγινε το 2013, η διαδικασία εκκρεμεί ακόμα.

Υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι οι ιταλικές ενήργησαν με επαρκή ταχύτητα ή εύλογη επιμέλεια. Ως αποτέλεσμα αυτής της αποτυχίας, ο D.P. είχε καταφέρει να λειτουργεί σχεδόν με απόλυτη ατιμωρησία.

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια κατάσταση στην οποία οι εθνικές αρχές, πρώτον – με βάση τους μηχανισμούς που διέπουν τις προθεσμίες παραγραφής στο εθνικό νομικό πλαίσιο – είχαν υποστηρίξει ένα σύστημα στο οποίο η παραγραφή ήταν στενά συνδεδεμένη με τη δικαστική πρακτική ακόμη και μετά την έναρξη της ποινικής δίωξης, και, δεύτερον, είχε ασκήσει δίωξη για την υπόθεση χωρίς την δέουσα επιμέλεια που θα ήταν συμβατή με την φύση των αδικημάτων, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση της διαδικαστικής πτυχής του άρθρου 3.

Άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 3.

Το Δικαστήριο σημείωσε το γεγονός ότι από το 2017 και την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση Talpis κατά Ιταλίας, η Ιταλία είχε λάβει μέτρα για την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, αποδεικνύοντας έτσι μια γνήσια πολιτική δέσμευση για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών. Από το 2008, μια σειρά από νόμους είχαν ψηφιστεί. Το Δικαστήριο τόνισε ότι ορισμένα από τα γεγονότα στην παρούσα υπόθεση είχαν συμβεί πριν από αυτές τις μεταρρυθμίσεις.

Το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι η προσφεύγουσα είχε προσκομίσει εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία ικανά να αποδείξουν την παθητικότητα εκ μέρους των δικαστικών αρχών όσον αφορά την παροχή αποτελεσματικής προστασίας σε γυναίκες που υπήρξαν θύματα ενδοοικογενειακής βίας ή αποδείξεις διακρίσεων στα μέτρα ή πρακτικές που υιοθετήθηκαν από τις αρχές στην περίπτωσή της. Ομοίως, η προσφεύγουσα δεν ισχυρίστηκε ότι οι ανακριτές προσπάθησαν να την αποτρέψουν από την άσκηση μήνυσης εναντίον του ή καταθέτοντας εναντίον του, ή ότι είχαν προσπαθήσει με οποιονδήποτε τρόπο να εμποδίσουν την υποβολή των μηνύσεων με τις οποίες ζήτησε προστασία από την εικαζόμενη βία.

Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι αρχές που ασχολήθηκαν με την υπόθεση της προσφεύγουσας ενέργησαν με πρόθεση διάκρισης απέναντι της. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι παραλείψεις που καταγγέλθηκαν στην παρούσα υπόθεση απέρρεαν από την παράλειψη των αρχών να ενεργήσουν, αλλά δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν από μόνες τους ότι αποδεικνύουν μια διακριτή στάση εκ μέρους των αρχών. Επομένως, η καταγγελία αυτή απορρίφθηκε ως προδήλως αβάσιμη.

Χρηματική ικανοποίηση (άρθρο 41):

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλία έπρεπε να καταβάλει 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη (επιμέλεια echrcaselaw.com).