Διπλή καταδίκη (επιβολή προστίμου και ποινική) για αυθαίρετη κατασκευή. Παραβίαση της αρχής ne bis in idem για το θέμα του προστίμου κατασκευής και μη παραβίαση για το πρόστιμο διατήρησης

26

ΑΠΟΦΑΣΗ

Γουλανδρής και Βαρδινογιάννη κατά Ελλάδος της 16.06.2022 (αρ. προσφ. 1735/13)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δικαίωμα του προσώπου να μην δικάζεται ή τιμωρείται δύο φορές.

Οι προσφεύγοντες Γεώργιος Γουλανδρής και Χριστιάννα Βαρδινογιάννη είναι παντρεμένο ζευγάρι, Έλληνες υπήκοοι που κατοικούν στο Λονδίνο.

Τους επιβλήθηκαν πρόστιμα επειδή έχτισαν δύο πέτρινους τοίχους στην ιδιοκτησία τους στην Αργολίδα χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια, και τη δίκη και εν τέλει καταδίκη τους από τα ποινικά δικαστήρια με ποινή φυλάκισης επτά μηνών.

Τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν ήταν δύο, ένα για την παράνομη κατασκευή σε βάρος του πρώτου προσφεύγοντος («πρόστιμο κατασκευής») και ένα ετήσιο πρόστιμο για κάθε χρόνο που ο τοίχος παρέμενε στη θέση του εναντίον και των δύο προσφευγόντων («πρόστιμο διατήρησης»).

Στη συνέχεια καταδικάστηκαν και από τα ποινικά δικαστήρια.

Οι προσφεύγοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, ισχυρίστηκαν ότι υπέστησαν παραβίαση του δικαιώματός τους να μην δικαστούν και τιμωρηθούν δύο φορές για το ίδιο αδίκημα (ne bis in idem).

Το ΕΔΔΑ για τις διαδικασίες που αφορούσαν  το επιβληθέν πρόστιμο διατήρησης έκρινε ότι τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η ποινική δίωξη και καταδίκη δεν ήταν τα ίδια με αυτά που οδήγησαν στην επιβολή του προστίμου διατήρησης στη διοικητική διαδικασία και δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου.

Όσον αφορά τις διαδικασίες που αφορούσαν  το επιβληθέν πρόστιμο κατασκευής το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι οι δύο σειρές διαδικασιών (διοικητική και ποινική) δεν είχαν επαρκώς συνδεθεί επί της ουσίας και χρονικά για να θεωρηθεί ότι είχαν ενταχθεί σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα κυρώσεων για την παράνομη κατασκευή σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Επισημάνθηκε ότι το κατηγορητήριο είχε εκδοθεί 1,5 χρόνο μετά από τότε που κατέστη αμετάκλητη  η διοικητική απόφαση επιβολής προστίμου και έτσι η ποινική διαδικασία δεν εκκρεμούσε ταυτόχρονα με τη διοικητική, αλλά είχε κινηθεί σημαντικό χρονικό διάστημα μεταγενέστερα.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση της αρχής ne bis in idem (άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου) σε βάρος του πρώτου προσφεύγοντος σχετικά με την ποινική καταδίκη του  μετά την επιβολή του προστίμου κατασκευής και επιδίκασε τα δικαστικά έξοδα.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, οι οποίοι είναι σύζυγοι, κατασκεύασαν δύο πέτρινους τοίχους στην ιδιοκτησία τους χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια. Μια έκθεση επιτόπιας επιθεώρησης κήρυξε τις κατασκευές αυθαίρετες και επέβαλε πρόστιμο για την παράνομη κατασκευή τους σε βάρος του πρώτου προσφεύγοντος («πρόστιμο κατασκευής») και ένα ετήσιο πρόστιμο για κάθε χρόνο που ο τοίχος διατηρήθηκε στη θέση του εναντίον και των δύο προσφευγόντων («πρόστιμο διατήρησης»). Δεν υποβλήθηκαν καταγγελίες για τα πρόστιμα αυτά.

Η έκθεση αυτοψίας στάλθηκε στην εισαγγελία και σχηματίστηκε δικογραφία εναντίον των δύο προσφευγόντων. Καταδικάστηκαν σε φυλάκιση επτά μηνών επειδή κατασκεύασαν από κοινού και εκ προθέσεως τους τοίχους κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και χωρίς αντίστοιχη οικοδομική άδεια. Η φυλάκιση μετατράπηκε σε χρηματική ποινή. Οι προσφεύγοντες άσκησαν όλα τα ένδικα μέσα ανεπιτυχώς, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι υπήρξαν θύματα διπλών διαδικασιών κατά παράβαση της αρχής ne bis in idem.

Οι επίμαχες κατασκευές των προσφευγόντων ρυθμίστηκαν στη συνέχεια με ένα σύστημα τακτοποίησης που προβλέπεται στο εσωτερικό δίκαιο.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου

α) Εάν η διαδικασία όσον αφορά τα διοικητικά πρόστιμα ήταν ποινικής φύσεως

Τα διοικητικά πρόστιμα είχαν επιβληθεί στους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες μαζί και ανεξάρτητα από την υποχρέωση κατεδάφισης των παράνομων κατασκευών. Το πρόστιμο κατασκευής ήταν καταβλητέο ακόμη και αν η κατασκευή είχε στη συνέχεια κατεδαφιστεί ή είχε νομιμοποιηθεί και, ως εκ τούτου, δεν εξαρτιόταν από την αποκατάσταση της νομιμότητας και του status quo ante. Επομένως, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως χρηματική αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε, αλλά ως μια μορφή τιμωρίας των παραβατών. Είχε αποτρεπτικό αλλά και τιμωρητικό χαρακτήρα. Το πρόστιμο διατήρησης, το οποίο υπολογίζεται από την ημερομηνία κατασκευής έως την ημερομηνία οποιασδήποτε μεταγενέστερης κατεδάφισης ή νομιμοποίησης, θα εξακολουθούσε να οφείλεται: οποιαδήποτε ενδεχόμενη νομιμοποίηση θα ισχύει μόνο για το μέλλον και όχι ex tunc. Το Δικαστήριο δεν μπορούσε να δεχθεί ότι αφορούσε μόνο έμμεση επιβολή ή ότι προοριζόταν αποκλειστικά ως χρηματική αποζημίωση: μέσω της ετήσιας επιβολής του και της σταδιακής αύξησής του κάθε χρόνο, είχε επίσης σκοπό να τιμωρήσει τους υπεύθυνους για την κατασκευή χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια και να αποτρέψει άλλους από το να κάνουν το ίδιο.

Τα πρόστιμα είχαν επιβληθεί σε όλους τους πολίτες με την ιδιότητά τους ως ιδιοκτήτες παράνομων κτιρίων ή κατασκευών. Επιπλέον, αν και τα πολεοδομικά πρόστιμα δεν είχαν χαρακτηριστεί ως «ποινικά» σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, θα μπορούσαν να είναι δυνητικά αυστηρά, δεν είχαν ανώτατο όριο και αναμφίβολα είχαν περιλάβει ένα τιμωρητικό στοιχείο, το οποίο ήταν αρκετό για να αποδείξει την ποινική  φύση της διαδικασίας σχετικά με την επιβολή των επίμαχων προστίμων.

β) Εάν τα διοικητικά πρόστιμα συνιστούσαν «αμετάκλητη καταδίκη»

Η προθεσμία των τριάντα ημερών για την υποβολή καταγγελίας είχε ξεκινήσει από την επομένη της παραλαβής της αναφοράς για τις παράνομες κατασκευές και είχε λήξει στις 4 Δεκεμβρίου 2004. Επειδή οι προσφεύγοντες δεν είχαν αμφισβητήσει τα πρόστιμα, η διοικητική απόφαση με την οποία τους επιβλήθηκαν μπορούσε πλέον να εφαρμοστεί, για τους σκοπούς του Πρωτοκόλλου  στις 5 Δεκεμβρίου 2004, και όχι όταν είχαν πληρωθεί τα πρόστιμα.

Ακολούθησε ότι η «καταδίκη» μέσω του προστίμου κατασκευής και η «καταδίκη» μέσω του προστίμου διατήρησης είχαν καταστεί «οριστικές» πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας τον Ιούλιο του 2006.

γ) Εάν τα αδικήματα ήταν ίδιας φύσης (idem)

Τα γεγονότα, που οδήγησαν στο διοικητικό πρόστιμο ανέγερσης και στην ποινική δίωξη και καταδίκη των προσφευγόντων, ήταν η κατασκευή δύο πέτρινων τοίχων που παραβίασαν τη σχετική οικοδομική άδεια. Τα γεγονότα των δύο αυτών αδικημάτων έπρεπε να θεωρηθούν ουσιαστικά τα ίδια. Το ποινικό αδίκημα περιλάμβανε τα στοιχεία του προστίμου οικοδομής στο σύνολό τους και αντιστρόφως, η επιβολή του προστίμου κατασκευής δεν βασίστηκε σε στοιχεία που δεν περιέχονται στο ποινικό αδίκημα, για τους σκοπούς του Πρωτοκόλλου.

Από την άλλη πλευρά, τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η ποινική δίωξη και καταδίκη δεν ήταν τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια με εκείνα που οδήγησαν στην επιβολή του προστίμου διατήρησης στη διοικητική διαδικασία. Το πρόστιμο διατήρησης είχε επιβληθεί για τη διατήρηση των παράνομων κατασκευών και τη συνέχιση της παράβασης της πολεοδομικής νομοθεσίας, σημαντικό πραγματικό στοιχείο της διοικητικής διαδικασίας που δεν είχε ενταχθεί στην καταδίκη των προσφευγόντων για παράνομη δόμηση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινική διαδικασία δεν αφορούσε τα ίδια αδικήματα και την ίδια χρονική περίοδο όσον αφορά την επιβολή του προστίμου διατήρησης. Διέφεραν αρκετά.  Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου πρωτοκόλλου ως προς αυτό.

Το Δικαστήριο στη συνέχεια εξέτασε εάν υπήρξε διπλή καταδίκη όσον αφορά τη διοικητική διαδικασία που αφορούσε το πρόστιμο κατασκευής και όσον αφορά τον πρώτο προσφεύγοντα:

δ) Εάν υπήρξε επικάλυψη των διαδικασιών (α)

Όσον αφορά την ουσιαστική σύνδεση μεταξύ του προστίμου κατασκευής και της ποινικής διαδικασίας, καθώς και των διαφορετικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν στον πρώτο προσφεύγοντα, οι στόχοι και των δύο κυρώσεων ήταν η αποτροπή και η τιμωρία. Το πολεοδομικό πρόστιμο κατασκευής που επιβλήθηκε στη διοικητική διαδικασία, ωστόσο, ήταν ειδικό για την εν λόγω συμπεριφορά και επομένως διέφερε από τον «σκληρό πυρήνα του ποινικού δικαίου», καθώς δεν είχε στιγματιστικά χαρακτηριστικά. Οι δύο σειρές διαδικασιών είχαν ως εκ τούτου συμπληρωματικούς σκοπούς για την αντιμετώπιση του ζητήματος της παράνομης δόμησης και της μη συμμόρφωσης με τις νομοθετικές πολεοδομικές απαιτήσεις.

Όσον αφορά την προβλεψιμότητα των συνεπειών της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η ποινική δίωξη και η επιβολή προστίμου ήταν δυνατή, ή ακόμη και πιθανή, βάσει των γεγονότων της υπόθεσης, καθώς αυτό αποτελούσε μέρος των κυρώσεων που επιβάλλονταν βάσει της ελληνικής νομοθεσίας για την μη τήρηση της πολεοδομικής νομοθεσίας.

Για τον τρόπο διεξαγωγής της διαδικασίας είχε πραγματοποιηθεί άλλη ακρόαση στο πρωτόδικο δικαστήριο και άλλη στο Εφετείο όπου είχε υποβάλει τις αντίστοιχες προτάσεις ο εισαγγελέας και είχε εξεταστεί μάρτυρας. Οι δύο διαδικασίες είχαν ακολουθήσει τη δική τους ξεχωριστή πορεία στην ελληνική έννομη τάξη και είχαν καταστεί αμετάκλητες ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Τα ποινικά δικαστήρια είχαν συγκεντρώσει και εκτιμήσει στοιχεία και είχαν εκδώσει ξεχωριστές αποφάσεις που προέβλεπαν διαφορετικές ποινικές κυρώσεις, ανεξάρτητα από την επιβολή του πολεοδομικού προστίμου.

Όσον αφορά την αναλογικότητα της συνολικής ποινής που επιβλήθηκε, η απόφαση του πρωτόδικου ποινικού δικαστηρίου δεν έκανε καμία αναφορά στο γεγονός ότι είχε ήδη επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο στον προσφεύγοντα. Το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τον καθορισμό της ποινής, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, την οικονομική κατάσταση των προσφευγόντων γενικά, δεν σήμαινε ότι τα προηγούμενα διοικητικά πρόστιμα είχαν ληφθεί υπόψη για το σκοπό αυτό και δεν αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρχε μηχανισμός στην ποινική διαδικασία για τη διασφάλιση της αναλογικότητας των συνολικών κυρώσεων.

Εκτιμώντας τη χρονική σχέση μεταξύ των διαδικασιών, η συνολική διάρκεια ήταν σχεδόν οκτώ χρόνια. Το κατηγορητήριο είχε εκδοθεί περισσότερο από ενάμιση χρόνο μετά το αμετάκλητο της απόφασης σχετικά με το διοικητικό πρόστιμο στην πρώτη δέσμη της διαδικασίας. Ο προσφεύγων είχε καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό μετά από τρία χρόνια και εννέα μήνες αφότου το διοικητικό πρόστιμο είχε καταστεί «αμετάκλητο» και η ποινική διαδικασία είχε ολοκληρωθεί οριστικά από τον Άρειο Πάγο περίπου επτά χρόνια και εννέα μήνες μετά την οριστική πρωτόδικη απόφαση της πρώτης διαδικασίας. Επομένως, η ποινική διαδικασία δεν εκκρεμούσε ταυτόχρονα με τη διοικητική σχετικά με το πρόστιμο κατασκευής, αλλά είχε κινηθεί σημαντικό χρονικό διάστημα μετά τη διοικητική «καταδίκη». Αυτή η πάροδος του χρόνου δεν μπορούσε να αποδοθεί στον προσφεύγοντα και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι η χρονική σύνδεση μεταξύ των δύο διαδικασιών ήταν επαρκής για να αποφευχθεί η επανάληψη της διαδικασίας.

Παρά τους συμπληρωματικούς σκοπούς τους και την προβλεψιμότητα των συνεπειών της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος, οι δύο σειρές διαδικασιών δεν είχαν επομένως επαρκώς συνδεθεί επί της ουσίας και χρονικά για να θεωρηθεί ότι είχαν ενταχθεί σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα κυρώσεων για την παράνομη κατασκευή σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Το κατηγορητήριο είχε εκδοθεί πάνω από ενάμιση χρόνο μετά το αμετάκλητο της απόφασης σχετικά με το διοικητικό πρόστιμο στην πρώτη δέσμη της διαδικασίας Αντιθέτως, έχοντας τιμωρηθεί δύο φορές για την ίδια συμπεριφορά, ο πρώτος προσφεύγων είχε υποστεί δυσανάλογη ζημία που προέκυψε από την επανάληψη των διαδικασιών και των κυρώσεων, που δεν είχαν αποτελέσει μέρος ενός συνεκτικού και αναλογικού συνόλου στην περίπτωσή του.

Κατόπιν αυτών, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι:

α) δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου όσον αφορά την ποινική καταδίκη των προσφευγόντων μετά την επιβολή του προστίμου διατήρησης, και

β) παραβίαση της αρχής ne bis in idem (άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου) σχετικά με την ποινική καταδίκη του πρώτου προσφεύγοντος  μετά την επιβολή του προστίμου κατασκευής.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο επιδίκασε στον πρώτο προσφεύγοντα 1.947,44 ευρώ για έξοδα (επιμέλεια: echrcaselaw.com).