ΠΠρΑθ 1902/2017 Αδικοπραξία – Ευθύνη παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες – Ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) – Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης -.

53

Ευθύνη τραπεζών οι οποίες υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, η παραβίαση των οποίων συνιστά, εκτός της αθέτησης της σύμβασης και αδικοπραξία. Ζητήματα ευθύνης της τράπεζας αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις τω προτεινόμενων για επένδυση τίτλων κ.λπ. Ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds). Η παράβαση της υποχρέωσης ενημέρωσης του επενδυτή συνιστά παράνομη συμπεριφορά της εκδότριας τράπεζας και ιδρύει ευθύνη της προς αποζημίωση. Σύναψη συμβάσεως αγοράς μετατρέψιμων χρεογράφων στην οποία οι ενάγοντες παρασύρθηκαν ύστερα από απατηλές δηλώσεις των προστηθέντων της τράπεζας ότι επρόκειτο για προϊόν όμοιο με προθεσμιακή κατάθεση, αποκρύπτοντας τους κινδύνους της εν λόγω επενδύσεως. Διεθνής δικαιοδοσία του ημεδαπού δικαστηρίου ως του τόπου κατοικίας δύο εκ των τριών εναγομένων. Εφαρμοστέο δίκαιο το ελληνικό. Συνεκδίκαση των σωρευόμενων αγωγών που στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία.

 

 

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Εμπορικό Τμήμα

Τακτική διαδικασία

 

Αριθμός απόφασης 1902/2017

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τους Δικαστές, Αικατερίνη Μυλωνά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Στέλλα Δραγατσίκη, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια, Αντώνιο – Ελευθέριο Βόμβα, Πρωτοδίκη και από τη γραμματέα Μαριάνθη Μισαηλίδου.

 

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 1 Φεβρουαρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

 

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ : 1. … 17. … οι οποίοι παραστάθηκαν οι έκτος, όγδοος και δωδέκατος μετά και όλοι οι υπόλοιποι διά των πληρεξουσίων δικηγόρων Μιχαήλ Μαρκουλάκου και Ευαγγελίας Καούρη.

 

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) Της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», νομίμως εκπροσωπούμενης, εδρεύουσας στην Αγ. Παρασκευή Λευκωσίας Κύπρου, επί της οδού Στασίνου αρ. 51 και νομίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα, επί της Λεωφόρου Αλεξάνδρας αρ. 192, η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Μαρίας Φερφέλη και Κωνσταντίνου Μεγαρίτη 2) … και 3) … ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Μαλάμη.

 

Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 26-05-2015 με γενικό αριθμό κατάθεσης 60581/2015 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 2025/2015 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 29-05-2015 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 03-02-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 25.10.2017. Εν συνεχεία οι ενάγοντες κατέθεσαν την από 16.05.2016 κλήση τους με γενικό αριθμό κατάθεσης 21565/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 393/2016 με την οποία προσδιορίσθηκε εκ νέου η συζήτηση της αγωγής κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και εγγράφηκε στο πινάκιο.

 

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του σχετικού πινακίου και κατά την συζήτηση της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν.

 

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Η πρόκληση βλάβης στην περιουσία ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως στους κανόνες των άρθρων 298, 330, 914 ΑΚ. Οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ανωτέρω μορφής ευθύνης αναλύονται ειδικότερα στην απαιτούμενη σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχομένων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και στην υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας, που παρέχει τις υπηρεσίες παραβιάζονται οι συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο   αυτών στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 ΑΚ (Μ. Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο έκδ. 2004 σελ. 798-803, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο Γενικό Μέρος έκδ. 1999 σελ. 599-600) και 25 Ν. 3606/2007. Ειδικότερη μορφή παραβιάσεως των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπληρώσεως των   υποχρεώσεων εκτιμήσεως των συμφερόντων του πελάτη, διαφωτίσεως, παροχής συμβουλευτικής καθοδηγήσεως και προειδοποιήσεως αυτού. Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις, που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθετήσεως των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού τράπεζα. Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 Ν. 2251/1994, που μεταξύ άλλων ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 4 Ν. 2251/1994, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει, με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιαδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθετήσεως του κεφαλαίου του (ΠολΠρΑΘ 1512/2012, ΝοΒ 2012, σ. 1412, ΠολΠρΑΘ 493/2012, ΝοΒ 2013, σ. 2136, ΠΠρΠατρ 244/2015, ΠΠρΛαρ35/2015, ΠΠρΗρ 159/2014, ΤΝΠ Νόμος). Συγκεκριμένα από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1, 2, 3, 4 του Ν 2251/1994, κατά τις οποίες: Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία περιουσιακή ή ηθική βλάβη που προκάλεσε υπαιτίως και παρανόμως κατά την παροχή των υπηρεσιών. Δεν είναι υπηρεσία, με την έννοια αυτού του άρθρου, παροχή η οποία έχει ως άμεσο και αποκλειστικό αντικείμενο την κατασκευή προϊόντων ή τη μεταβίβαση εμπραγμάτων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται, όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. Ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας. Για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης, που αφήνεται στο ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος. Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία «Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη», συνάγεται ότι προϋποθέσεις θεμελίωσης ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες, η οποία μπορεί να είναι ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική ανεξαρτήτως προϋφιστάμενης ενοχικής σχέσης μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος, είναι α) η παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης της, λαμβάνονται δε σχετικά υπόψη ως κριτήρια η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και ειδικότερα οι συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τις οποίες επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή της τέχνης του παρέχοντος τις υπηρεσίες και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) το παράνομο της συμπεριφοράς του παρέχοντος, τις υπηρεσίες, εφόσον δεν ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δ) η ζημία και ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας (βλ. ΑΠ 589/2001 ΕΕΝ 69,613, ΕφΠειρ 862/2005 ΔΕΕ 2005, 1996 ΠΠΠατρ. 244/2015- ΠΠΛαρ 35/2015- ΠΠρΗρ. 159/2014). Υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το φερόμενο ως ζημιογόνο γεγονός, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν πρόσφορο να επιφέρει και πράγματι επέφερε το επιζήμιο αποτέλεσμα (Βλ. ΑΠ 394/2002 ΕλλΔνη 2003, 419, ΑΠ 274/1999 ΕλλΔνη 1999, 1298). Στην έννοια των παρεχόντων υπηρεσίες κατά την προαναφερθείσα διάταξη εμπίπτουν και οι τράπεζες, οι οποίες συνεπώς υπέχουν έναντι του καταναλωτικού κοινού συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, η παραβίαση των οποίων συνιστά, εκτός της αθέτησης της σύμβασης, και αδικοπραξία (Βλ. ΑΠ 589/2001, ό.π., ΕφΑΘ 2556/2010 ΕλλΔνη 2011,251, ΕφΠειρ 826/2005 ό.π., Εφθεσ 147/2005 ΕπισκΕμπΔ 2005,168, ΕφΑΘ 2214/2001 ΔΕΕ 2001,620, ΠΠρΑθ 1512/2012, ΝοΒ 2012, σ. 1412). Εξάλλου με βάση τις διατάξεις του άρθρου 25 Ν 3606/2007, (με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ), κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, (ως τέτοια δε νοούμενης της παροχής προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του, είτε με πρωτοβουλία της ΑΕΠΕΥ σχετικά με μία ή με περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα, κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 έδ. ε ν. 3606/2007) και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες, οι ΑΕΠΕΥ, όπως και οι τράπεζες κατ’ άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 3606/2007 οφείλουν να ενεργούν με εντιμότητα, αμεροληψία και επαγγελματισμό, και να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους. Οι πληροφορίες που παρέχουν σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων και των διαφημιστικών ανακοινώσεων πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Περαιτέρω, πρέπει να τους παρέχουν κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης. Η πληροφόρηση αυτή περιλαμβάνει μεταξύ άλλων στοιχείων και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις. Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν, κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας). Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν, ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι’ αυτόν. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Ως εκ των ανωτέρω και σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως. Με βάση, λοιπόν, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων. Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 1738/2013 ΝΟΜΟΣ ΕφΑΘ 4841/2014 δημ. «ΝΟΜΟΣ»-ΠΠρΑΘ 493/2012, ΝοΒ 2013 σ.2136- ΠΠρΑΘ. 7169/2010, ΝοΒ 2011, σ.351-Ψυχομάνης, Η διάθεση «perpetual bonds» από τις ελληνικές τράπεζες, ΔΕΕ 2010, σ. 867-868). Τέλος, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα perpetual bonds, δηλαδή «ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας», άλλως, «διηνεκή» ή «αιώνια» ή «αόριστης διάρκειας», ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεώγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο συνάψεως ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρία ή ένα κράτος, παρέχονται στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαιώματα απολήψεως των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση – επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξία μετά την λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατ’ ελεύθερη αυτού βούληση. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Συνεπώς, είναι προφανές, ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρίες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημερώσεως του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι, η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθυγνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και την λειτουργία τους. Η παράβαση δε της υποχρέωσης ενημέρωσης του επενδυτή συνιστά παράνομη συμπεριφορά της εκδότριας των “perpetual bonds” τράπεζας και ιδρύει ευθύνη της τελευταίας σε αποζημίωση του, κατ’ άρθρα 281,288 και 914ΑΚ και 25 Ν.3606/2007 (ΕφΑΘ 4841/2014 δημ. ΝΟΜΟΣ και Χρ.Δ. τ. 1/2015, σ. 136-Ψυχομάνης, ο.π. ΔΕΕ 2010, σ. 863 και 866-867).

 

 

Με την υπό κρίση αγωγή τους εκθέτουν οι ενάγοντες, ότι οι μνημονευόμενοι στις αγωγές υπάλληλοι – προστηθέντες της νομίμως εγκατεστημένης στην Ελλάδα πρώτης εναγόμενης κυπριακής τραπεζικής εταιρίας, με την οποία συναλλάσσονταν στο πλαίσιο της συνάψεως συμβάσεων τραπεζικών καταθέσεων χρημάτων και δη προθεσμιακών καταθέσεων, έχοντας αναπτύξει πολυετή σχέση εμπιστοσύνης, τους συνέστησαν με πρωτοβουλία της πρώτης εναγομένης, παρέχοντας σ’ αυτούς προφορική, συνοπτική, αποσπασματική, μονομερή και μη αντικειμενική ενημέρωση, καθώς και σχετική επενδυτική συμβουλή, να τοποθετήσουν τα χρήματα τους σε ένα νέο τραπεζικό προϊόν, το οποίο τους παρέστησαν ως όμοιο με προθεσμιακή κατάθεση και το οποίο θα είχε πενταετή διάρκεια με σταθερό επιτόκιο 7,5% τον πρώτο χρόνο και κυμαινόμενο τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια με καταβολή των τόκων ανά εξάμηνο στο λογαριασμό ταμιευτηρίου. Ότι πεισθέντες από τις διαβεβαιώσεις των εν λόγω υπαλλήλων προέβησαν τον Ιούλιο του 2008 στην κατάρτιση με την εναγομένη συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συμβάσεως αγοράς Μετατρέψιμων Χρεογράφων 2013/2018 (MX) εκδόσεως της τελευταίας με την αναγραφόμενη στην αγωγή αξία για καθένα εκ των εναγόντων. Ότι το Μάιο του 2009 οι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης τους προέτρεπαν να προβούν στην ανανέωση της αρχικής τους επένδυσης ανταλλάσσοντας τα τραπεζικά προϊόντα, που είχαν ήδη λάβει με νέα, τα οποία θα είχαν συμφερότερους γι’ αυτούς όρους και δη σταθερό και όχι κυμαινόμενο επιτόκιο 5.5%, διάρκεια πέντε έτη, με περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη απόδοση του κεφαλαίου. Ότι πεισθέντες από τις διαβεβαιώσεις των εν λόγω υπαλλήλων, προέβησαν το Μάιο του 2009 στην κατάρτιση με την εναγομένη συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συμβάσεως αγοράς Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου (Μ.Α.Κ.) εκδόσεως της τελευταίας, με την αναγραφόμενη στην αγωγή αξία για καθένα εκ των εναγόντων. Ότι για το αμέσως προσεχές διάστημα ελάμβαναν τους αντιστοιχούντες στην επένδυση τους τόκους, και, για το λόγο αυτό δεν χρειάστηκε να αναρωτηθούν περί της καταλληλότητας του τραπεζικού προϊόντος, στο οποίο είχαν τοποθετήσει τα χρήματά τους. Ότι εν συνεχεία και με πρωτοβουλία πάλι των υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, τους προέτρεψαν κατά το Μάιο του 2011 και κατά τον παρατιθέμενο στο αγωγικό δικόγραφο τρόπο, να ανανεώσουν εκ νέου την επένδυση τους, ανταλλάσσοντας τα τραπεζικά προϊόντα, που είχαν ήδη λάβει με νέα, τα οποία θα είχαν συμφερότερους γι’ αυτούς όρους και υψηλότερο επιτόκιο, ήτοι 6,5%, διάρκεια πέντε ετών, με περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου. Ότι και σε αυτή την περίπτωση, πεισθέντες από τις διαβεβαιώσεις των εν λόγω υπαλλήλων, οι οποίοι μάλιστα τους παρουσίαζαν την εν λόγω επένδυση ως ιδιαίτερα δελεαστική και απόλυτα συμβατή με το δικό τους επενδυτικό προφίλ, προέβησαν το Μάιο του 2011 στην κατάρτιση με την εναγομένη συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συμβάσεως αγοράς Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ.) εκδόσεως της τελευταίας, αξίας 150.000 ευρώ ο πρώτος, 20.000 ευρώ ο δεύτερος, 183.526 ευρώ ο τρίτος εξ αυτών, 60.000 ευρώ ο τέταρτος, 110.000 ευρώ ο πέμπτος, 598.109 ευρώ ο έκτος, 303.600 ευρώ η έβδομη, 55.000 ευρώ ο όγδοος, 54.000 ευρώ ο ένατος, 52.500 ευρώ η δέκατη, 15.000 ευρώ ο ενδέκατος, 250.000 ευρώ ο δωδέκατος και δέκατος τρίτος εις ολόκληρον, 11.000 ευρώ ο δέκατος τέταρτος και 10.000 ευρώ οι δέκατη πέμπτη, δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος εκ των εναγόντων εις ολόκληρον. Ότι τα προειρημένα αξιόγραφα δε λειτουργούσαν σαν προθεσμιακή κατάθεση με ορισμένη διάρκεια, σταθερό επιτόκιο, περιοδική απόδοση τόκων και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου και δεν ανταποκρίνονταν στο συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ, αλλά στην πραγματικότητα χαρακτηρίζονταν από τους μνημονευόμενους στην αγωγή υψηλούς κινδύνους, τους οποίους οι ενάγοντες αγνοούσαν κατά τον ως άνω χρόνο αγοράς των επίμαχων ομολογιών, λόγω ελλείψεως κατάλληλης ενημέρωσης τους από τους προαναφερθέντες μη εξειδικευμένους υπαλλήλους της εναγομένης, οι οποίοι παράλληλα τους εξαπάτησαν, με απώτερο σκοπό την εκ μέρους της εναγομένης άντληση όσο το δυνατόν περισσότερων κεφαλαίων. Ότι περί τις αρχές Μαρτίου του έτους 2012 οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από τους προστηθέντες υπαλλήλους της τράπεζας περί της δυνατότητας μετατροπής του άνω κεφαλαίου τους σε μετοχές της πρώτης εναγομένης, στην οποία προέβησαν τελικώς οι τέταρτος, έκτος και δέκατος τέταρτος των εναγόντων. Ότι περί τα μέσα του μηνός Ιουνίου του έτους 2012 οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από την πρώτη εναγομένη ότι αυτή θα ακύρωνε και δε θα κατέβαλλε τον τόκο του πρώτου εξαμήνου του ιδίου έτους, επικαλούμενη προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας και περιορισμένης ρευστότητας. Ότι εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης της πρώτης εναγομένης μετατράπηκαν στη συνέχεια τα Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές της ως άνω τράπεζας, στερούμενες οποιασδήποτε αξίας, με συνέπεια οι ενάγοντες να απωλέσουν το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτών και να υποστούν εξ αυτού του λόγου την εκτιθέμενη στο αγωγικό δικόγραφο ηθική βλάβη. Ότι δια της ανωτέρω συμπεριφοράς της η εναγόμενη παραβίασε τις υποχρεώσεις της για ακριβή και πλήρη ενημέρωσή τους, ενώ παράλληλα τους δημιούργησε πεπλανημένη πεποίθηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αποσιώπηση της αλήθειας, κατευθύνοντας δόλια τη βούληση τους. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος σε εταιρίες του συγκροτήματος της πρώτης εναγομένης και μέλος σε διοικητικά συμβούλια αυτών, καθώς επίσης και Γενικός Διευθυντής, νόμιμος πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της πρώτης εναγομένης στην Ελλάδα, ενώ ο τρίτος εναγόμενος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΚΥΠΡΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Υπηρεσιών, θυγατρική εταιρία της πρώτης εναγομένης, καθώς και Διευθυντής Χρηματιστηριακών Υπηρεσιών Θεματοφυλακής και Επενδυτικής Τραπεζικής Ελλάδος. Ότι και οι δύο εκ των ως άνω εναγομένων ήταν αυτοί, που οργάνωσαν την εκστρατεία πώλησης των MX και εν συνεχεία ανταλλαγής τους με Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ., διαμορφώνοντας αρχικά την επιχειρηματολογία πώλησης τους και δημιουργώντας εν συνεχεία πίεση στο προσωπικό της πρώτης εναγομένης, προκειμένου να προωθηθούν τα εν λόγω προϊόντα και παρακολουθώντας τέλος την πορεία πώλησης των προϊόντων και αντιστοίχως επιδοκιμάζοντας ή δημιουργώντας συνθήκες πίεσης στο προσωπικό, ώστε να επιτευχθούν οι τεθέντες στόχοι για την σχεδιασμένη προώθηση των τραπεζικών προϊόντων. Ότι με αυτόν τον τρόπο και οι δεύτερος και τρίτος εκ των εναγομένων τους προκάλεσαν, από κοινού με την πρώτη εναγομένη την εκτενώς εκτιθέμενη στην αγωγή ζημία. Ότι στην πραγματικότητα δεν ανταποκρίνονταν στο συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ, ενώ χαρακτηρίζονταν από τους μνημονευομένους στην αγωγή υψηλούς κινδύνους, τους οποίους οι ενάγοντες αγνοούσαν κατά τον ως άνω χρόνο αγοράς των επίμαχων ομολογιών, λόγω έλλειψης κατάλληλης ενημέρωσης τους από τους προαναφερθέντες μη εξειδικευμένους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι παράλληλα τους εξαπάτησαν, με απώτερο σκοπό την εκ μέρους της πρώτης εναγομένης άντλησης όσο το δυνατόν περισσότερων κεφαλαίων. Με βάση τα περιστατικά αυτά και εκθέτοντας περαιτέρω ότι οι ίδιοι επέχουν θέση καταναλωτή στις ένδικες συμβάσεις, καθώς είναι οι τελικοί αποδέκτες των υπηρεσιών της εναγομένης, οι οποίες (υπηρεσίες) δεν σχετίζονται προς το αντικείμενο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, αιτούνται να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή να τους καταβάλουν εις ολόκληρον τα εξής ποσά: 1) στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 150.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 15.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης ένεκα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης ως περιγράφεται ανωτέρω, 2) στον δεύτερο των εναγόντων το ποσό των 20.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 6.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 3) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 183.526 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 15.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 4) στον τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 60.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 15.000 για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 5) στον πέμπτο των εναγόντων το ποσό των 110.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 15.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 6) στον έκτο το ποσό των 598.109 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 15.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 7) στην έβδομη εξ αυτών το ποσό των 303.600 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής της ζημίας και ποσό 15.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής της βλάβης, 8) στον όγδοο εκ των εναγόντων το ποσό των 55.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 15.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 9) στον ένατο εκ των εναγόντων το ποσό των 54.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 15.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 10) στη δέκατη εκ των εναγόντων το ποσό των 52.500 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 15.500 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 11) στον ενδέκατο εκ των εναγόντων το ποσό των 15.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 4.500 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 12) στους δωδέκατο και δέκατο τρίτο εκ των εναγόντων το ποσό των 250.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας εις ολόκληρον και ποσό 15.000 ευρώ στον καθένα για την ανόρθωση της ηθικής τους βλάβης, 13) στον δέκατο τέταρτο εκ των εναγόντων το ποσό των 11.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας και ποσό 3.300 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής του βλάβης, 14) στους δέκατη πέμπτη, δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο των εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ για την αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας εις ολόκληρον και ποσό 3.000 ευρώ για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης στον καθένα, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Τέλος ζητούν να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης τους. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή, που περιέχει συρροή νομίμων βάσεων των ένδικων αξιώσεων, καθώς οι ενάγοντες στηρίζουν την ένδικη αξίωση τους προς αποζημίωση τόσο στις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης ουσιαστικές διατάξεις με βάση τις επικαλούμενες συμβάσεις παροχής επενδυτικών συμβουλών και επενδυτικών υπηρεσιών, στις οποίες και συμβλήθηκαν με την ιδιότητα του καταναλωτή, όσο και σε αυτές περί αδικοπραξιών του Α.Κ., και φέρει στοιχεία αλλοδαπότητας, καθώς οι διάδικοι είναι κάτοικοι διαφόρων Κρατών – Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία, προκειμένου να τη δικάσει [άρθρο 8 παρ. 1, 5 παρ. 1, 7 παρ. 1 και 3, 17 παρ. 1 γ’ του Κανονισμού (EE) 1215/2012], ως το Δικαστήριο του τόπου κατοικίας δύο εκ των τριών εναγομένων και συγκεκριμένα του δεύτερου και τρίτου εξ αυτών, δεδομένου ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών, ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους. Επίσης, ως το δικαστήριο του Κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικούν οι ενάγοντες καταναλωτές και οι εναγόμενοι ασκούν την επαγγελματική στην οποία εμπίπτουν οι επίδικες συμβάσεις, αλλά και ως το δικαστήριο του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός. Το δικάζον Δικαστήριο τυγχάνει επιπροσθέτως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρο 7 παρ. 1 και 3, 8 παρ. 1, 17 παρ. 1γ’ και 18 του Κανονισμού (EE) 1215/2012, 7, 8, 9, 12-14, 18, 22, 25 παρ. 2, 31, 33, 35, 37, 41 και 74 ΚΠολΔ), προκειμένου να εκδικάσει με την αρμόζουσα τακτική διαδικασία την υπό κρίση διαφορά. Περαιτέρω, η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, ερειδόμενη στις προεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη της παρούσας αποφάσεως διατάξεις των άρθρων 281, 288, 297, 298, 330, 914, 919, 932 ΑΚ, 1 παρ. 4, 8, 9α, 9δ και 9ε Ν. 2251/1994 και 25 Ν. 3606/2007 καθώς και σ’ αυτές των άρθρων 299, 346, 922 ΑΚ, 386 ΠΚ, 3 § 2 Ν. 3606/2007, 218, 219, 907, 908 και 176 ΚΠολΔ. Σημειώνεται ότι επί της υπό κρίση διαφοράς με στοιχεία αλλοδαπότητας είναι εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο (lex causa) τόσο ως lex contractus, διότι, ελλείψει προγενέστερης της παρούσας δίκης συμφωνίας των συμβαλλόμενων διαδίκων περί επιλογής του εφαρμοστέου στις μεταξύ τους σχέσεις δικαίου, οι ενάγοντες θεμελιώνουν τα ένδικα δικαιώματα τους εκ συμβάσεως στο ημεδαπό δίκαιο, δίχως να προκύπτει σχετική αμφισβήτηση εκ μέρους της πρώτης εναγομένης (μετασυμβατική σιωπηρή   επιλογή εφαρμοστέου δικαίου, ΕφΠειρ 671/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 27/2001, ΕΝΔ 30, 19 ΠΠρΠατρ. 244/2015) [ά. 3 και 6 § 3, 4 στοιχ. δ του Κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 «Ρώμη I»], όσο και ως lex delicti, δοθέντος ότι οι υπό κρίση τελούσες σε συρροή νομίμων βάσεων αδικοπρακτικές αξιώσεις των εναγόντων συνδέονται επίσης στενά με τις συναφθείσες στην ημεδαπή ανάμεσα στους διαδίκους προσβαλλόμενες ένδικες συμβάσεις [ά. 2, 4, 14 § 1 στοιχ. α και 15 του Κανονισμού (ΕΚ) 864/2007 «Ρώμη II»] (ΠΠρΠατρ. 244/2015, ΠΠρΗρ 159/2014 και ΠΠρΛαρ. 35/2015). Εξάλλου εφαρμοστέο δίκαιο είναι εν προκειμένω το ελληνικό και ως το δίκαιο της χώρας, όπου οι ενάγοντες καταναλωτές έχουν τη συνήθη διαμονή τους, ακόμη κι αν συμφωνήθηκε επιλογή άλλου δικαίου από τα μέρη, κατ’ άρθρο 6 παρ. 1-2 Κανονισμού 593/2008 «Ρώμη I» (βλ. σχετ. Εφ.ΑΘ. 6401/2002, ΔΕΕ 2003, σ. 412- ΠΠρΗρ. 159/2014). Πρέπει συνεπώς η ένδικη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το αντικείμενο της προσκομίζεται το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα υπ’ αριθμ. 119918229957 0410 0079, 119895654957 0410 0004, 119918715957 0410 0019, 119948861957 0410 0079, 119918900957 0410 0046, 119949267957 0410 0091, 119919263957 0410 0096, 119919459957 0410 00622, 119937096957 0410 0072, 119895967957 0410 0043, 119896024957 0410 0076, 119896386957 0410 0069, 119937637957 0410 0081 δικαστικά ένσημα αγωγής).

 

 

Η πρώτη εναγομένη αρνείται την αγωγή και επιπλέον προβάλλει αίτημα χωρισμού κατ’ άρθρο 247 ΚΠολΔ των 13 σωρευμένων στο υπό κρίση δικόγραφο αγωγών, για το λόγο, ότι πρόκειται για 13 διαφορετικές αδικοπραξίες φερόμενες να έχουν τελεστεί από 17 διαφορετικούς πρώην υπαλλήλους της σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους (Μάιος 2008 – Μάιος 2011) και ως εκ τούτου θα πρέπει το Δικαστήριο να κρίνει χωριστά. Το αίτημα αυτό ωστόσο κρίνεται απορριπτέο, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τη συνεκδίκαση των σωρευόμενων αγωγών, οι οποίες μάλιστα στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ δεν ανακύπτουν ιδιαίτερες δυσχέρειες στη συγκέντρωση και εποπτεία του αποδεικτικού υλικού. Επικουρικά οι εναγόμενοι προβάλλουν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως των αγωγικών δικαιωμάτων, διότι οι ενάγοντες α) ενημερώθηκαν προφορικώς και εγγράφως από αυτή ως προς τους όρους εκδόσεως και τους επενδυτικούς κινδύνους των επίμαχων Μ.Χ., τα οποία εν συνεχεία μετατράπηκαν σε Μ.Α.Κ. και έπειτα σε Μ.Α.Ε.Κ. με τον αναφερόμενο στις προτάσεις τους τρόπο, β) ανέγνωσαν ή τουλάχιστον όφειλαν να αναγνώσουν τα εκεί μνημονευόμενα έγγραφα, που τους παραδόθηκαν και εξειδίκευαν τους συναφείς επενδυτικούς κινδύνους και γ) εγγράφως συνομολόγησαν ότι δεν τους δόθηκε επενδυτική συμβουλή ή σύσταση για αγορά Μ.Α.Κ. και εν συνεχεία Μ.Α.Ε.Κ., παρά ταύτα με την ένδικη αγωγή υποστηρίζουν πλέον τα αντίθετα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Περαιτέρω, προβάλλουν τον ισχυρισμό, ότι δε συντρέχει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης αιτιωδώς συνδεόμενη με τη ζημία και την ηθική βλάβη των εναγόντων, αφού αφενός τα Μ.Α.Ε.Κ. αυτών (στα οποία μετατράπηκαν τα Μ.Χ. και συνεχεία Μ.Α.Κ.Όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3756/2009, ενσωμάτωση της οδηγίας 2004/39/ΕΚ) μετατράπηκαν σε μετοχές της πρώτης εναγομένης ένεκα της υπαγωγής της σε καθεστώς εξυγιάνσεως και διασώσεως αυτής με ίδια μέσα (bail-in), δυνάμει αποφάσεως της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου κατόπιν της ελληνικής και κυπριακής χρηματοπιστωτικής κρίσης, που συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, και όχι κατ’ ενάσκηση συμβατικού δικαιώματος της εναγομένης ή παράβαση συμβατικών όρων και αφετέρου ότι παρείχαν σαφή και αναλυτική ενημέρωση σχετικά με το είδος και τους κινδύνους αυτών των νέων τραπεζικών προϊόντων. Ο ισχυρισμός αυτός ως προς το πρώτο του σκέλος τυγχάνει μη νόμιμος και τούτο διότι, σύμφωνα με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata) που κρατεί στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία, εάν και στην έκταση που συνδέεται προς τη ζημιογόνο συμπεριφορά του δράστη, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος συμπεριφορά) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος (contitio sine qua non) στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά τον χρόνο και υπό τους όροι αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία, ενώ η υποθετική επέλευση από άλλη μεταγενέστερη αιτία (υποθετική αιτιότητα) της ζημίας που προκάλεσε ο ζημιώσας με τη ζημιογόνο πράξη του δεν αναιρεί εκ των υστέρων την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ζημιογόνου πράξης και ζημίας και δεν αίρει την ευθύνη του τελευταίου για αποζημίωση του παθόντος, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, οφείλεται ήδη από τον χρόνο πραγμάτωσης της ζημίας με τη συνδρομή και των λοιπών όρων της αδικοπραξίας (βλ. ΕφΠειρ 664/2002, ΕλλΔνη 2003, σελ. 203, ΠΠρΛαρ 35/2015, ΝΟΜΟΣ). Έτσι η ελληνική χρηματοπιστωτική κρίση και ο κίνδυνος πτώχευσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, που οδήγησε στη θεσμοθέτηση της μετατροπής των MX σε ΜΑΕΚ ακόμη και αν μπορούσε ως εξέλιξη να θεωρηθεί βέβαιη, αλλά και άσχετα από τη βεβαιότητα, δεν αναιρεί την ύπαρξη πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου ζημίας και ζημιογόνου πράξης ούτε επηρεάζει την αδικοπρακτική συμπεριφορά. Ως προς το δεύτερο του δε σκέλος ο ως άνω ισχυρισμός έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου είναι νόμιμος ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 8 §§ 1, 4 Ν. 2251/1994 και 330 ΑΚ και πρέπει να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Εν συνεχεία οι εναγόμενοι προβάλλουν την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων αφενός σε σχέση με την πρόκληση της ζημίας, που επικαλούνται, διότι αυτοί ενημερώθηκαν προφορικώς και εγγράφως από την πρώτη εναγομένη για τους όρους εκδόσεως και τους επενδυτικούς κινδύνους των Μ.Χ., Μ.Α.Κ. και των Μ.Α.Ε.Κ. με το μνημονευόμενο στις προτάσεις τους τρόπο και ανέγνωσαν ή τουλάχιστον όφειλαν να αναγνώσουν τα εκεί εκτιθέμενα έγγραφα, που τους παραδόθηκαν, με αποτέλεσμα να προβούν παρόλα αυτά στην αγορά των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων και αφετέρου ως προς την έκταση της ζημίας τους, δεδομένου ότι σε μεταγενέστερο της φερόμενης παραπλανήσεως αυτών χρόνο ενημερώθηκαν πολλαπλώς, προφορικώς και εγγράφως μέσω ενημερωτικών επιστολών συνοπτικής παρουσιάσεως θέσεως (statements με αποτίμηση χαρτοφυλακίου), από την πρώτη εναγομένη κατά τις μνημονευόμενες στις προτάσεις τους χρονικές στιγμές για τη μείωση του κεφαλαίου τους και επομένως για τον κίνδυνο ζημίας τους εκ της επένδυσης τους στα Μ.Χ., Μ.Α.Κ. (και εν συνεχεία στα ΜΑΕΚ) και παραταύτα ουδέν έπραξαν, προκειμένου να περιορίσουν τη ζημία τους. Απεναντίας, αν οι ενάγοντες είχαν πωλήσει αυτά στο Χρηματιστήριο, στην τιμή αποτίμησης, που πληροφορήθηκαν, θα είχαν περιορίσει τη ζημία τους ο πρώτος στο ποσό των 7.000 ευρώ, ο δεύτερος στο ποσό των 1.680 ευρώ, ο τρίτος στο ποσό των 14.000 ευρώ, ο τέταρτος στο ποσό 7.000 ευρώ, ο πέμπτος στο ποσό των 7.000 ευρώ, ο έκτος στο ποσό των 35.000 ευρώ, η έβδομη στο ποσό των 34.355,38 ευρώ, ο όγδοος στο ποσό των 4.460,40 ευρώ, ο ένατος στο ποσό των 7.560 ευρώ, η δέκατη στο ποσό των 7.350 ευρώ, ο ενδέκατος στο ποσό των 700 ευρώ, ο δωδέκατος και δέκατο τρίτος στο ποσό των 28.000 ευρώ, ο δέκατος τέταρτος στο ποσό των 1.540 ευρώ και οι δέκατη πέμπτη, δέκατος έκτο και δέκατος έβδομος των εναγόντων στο ποσό των 1.400 ευρώ και επομένως οι εναγόμενοι αιτούνται να περιορισθεί η υποχρέωση αποζημίωσης τους κατά το ποσό, που ωφελήθηκαν αυτοί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 300 παρ. 1 και 330 ΑΚ και πρέπει να εξετασθεί ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

 

 

Τέλος, οι εναγόμενοι προβάλλουν την ένσταση συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας των εναγόντων ως προς το ποσό των τόκων, που έλαβαν κατά την περίοδο από 01-01-2008 έως τις 30-12-2011 και δη ως προς το ποσό των 14.734,54 ευρώ για τον πρώτο των εναγόντων, ως προς το ποσό των 3.323,99 ευρώ για τον δεύτερο των εναγόντων, ως προς το ποσό των 33.508,66 ευρώ για την τρίτο εξ αυτών, ως προς το ποσό των 10.795,56 ευρώ για τον τέταρτο εξ αυτών, ως προς το ποσό των 13.117,55 ευρώ για τον πέμπτο, ως προς το ποσό των 71.554,82 ευρώ για τον έκτο των εναγόντων, ως προς το ποσό των 12.272,93 ευρώ για την έβδομη των εναγόντων, ως προς το ποσό των 8.548,89 ευρώ για τον όγδοο των εναγόντων, ως προς το ποσό 11.434,40 ευρώ για τον ένατο των εναγόντων, ως προς το ποσό των 10.663,89 ευρώ για την δέκατη, ως προς το ποσό των 1.473,45 ευρώ για τον ενδέκατο, ως προς το ποσό 44.789,49 ευρώ για τους δωδέκατο και δέκατο τρίτο των εναγόντων, ως προς το ποσό των 2.352,26 ευρώ για τον δέκατο τέταρτο και ως προς το ποσό των 2.138,43 ευρώ για τους δέκατη πέμπτη, δέκατη έκτη, δέκατη έβδομο των εναγόντων. Ακόμη ισχυρίζονται, ότι από την υποτιθέμενη ζημία των τελευταίων θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό, που αντιστοιχεί στην αξία των μετοχών, που συνομολογούν ότι κατέχουν και διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αξιών και επιπλέον για τους τέταρτο, έκτο και δέκατο τέταρτο των εναγόντων και οι χαριστικές μετοχές, που τους παραχωρήθηκαν κατά την οικειοθελή μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές της πρώτης εναγομένης και δη ως προς το ποσό των 5.000 ευρώ για τον τέταρτο, που αντιστοιχεί στην αξία των 5.000 χαριστικών μετοχών, που του παραχωρήθηκαν κατά τη μετατροπή των 15.000 Μ.Α.Ε.Κ. σε 15.000 μετοχές της τράπεζας, ως προς το ποσό των 100.000 ευρώ για τον έκτο ενάγοντα, που αντιστοιχεί στην αξία των 100.000 χαριστικών μετοχών, που του παραχωρήθηκαν κατά τη μετατροπή των 300.000 Μ.Α.Ε.Κ. σε 300.000 μετοχές της τράπεζας, ως προς το ποσό των 3.666 ευρώ για τον δέκατο τέταρτο ενάγοντα, που αντιστοιχεί στην αξία των 3.666 χαριστικών μετοχών, που του παραχωρήθηκαν κατά τη μετατροπή των 11.000 Μ.Α.Ε.Κ. σε 11.000 μετοχές της τράπεζας. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη ερειδόμενη στα άρθρα 297 επ. και 300 Α.Κ. και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία της.

 

 

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων …, που εξετάσθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, την υπ’ αριθμ. …/16-11-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα … ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, την υπ’ αριθμ. …/16-11-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα … ενώπιον της συμβολαιογράφου Ορεστιάδος …, την υπ’ αριθμ. …/15-03-2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος … ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …, την υπ’ αριθμ. 17.598/15-03-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα … ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, την υπ’ αριθμ. …/09-01-2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος … ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας …, τη με αριθμό …/18.12.2005 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα … ενώπιον της συμβολαιογράφου Φλώρινας … και την με αριθμ. …16.11.2015 ένορκη εξέταση της μάρτυρος …. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμάτας …, που νομίμως προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι ενάγοντες, με πρωτοβουλία των   οποίων πραγματοποιήθηκαν ύστερα   από νομότυπη και εμπρόθεσμη, ήτοι πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση της αντιδίκου τους (270 § 2 εδ. γ ΚΠολΔ, βλ. αντιστοίχως τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως υπ’ αριθμούς 7806, 7792, 7795, 7807, 7793, 7794/02-11-2015, 7882, 7880, 7881/09-03-2016 καθώς και 7495/28.01.2015, 7846, 7847, 7848/07.12.2015, 7805, 7791 και 7796/02.11.2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …), τη με αριθμ. 4343/09.03.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα … ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …, τη με αριθμ. …/09.03.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …, την με αριθμ. 8013/10.03.2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα … ενώπιον της συμβολαιογράφου Πρέβεζας …, την με αριθμό 3/10.03.2016 του … ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νιγρίτας Σερρών και την υπ’ αριθμ. 9829/10.03.2016 ένορκη βεβαίωση του … ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, που επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει η πρώτη εναγομένη, με πρωτοβουλία της οποίας ελήφθησαν αυτές, ύστερα από προηγούμενη εμπρόθεσμη (πριν από 2 τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ) κλήτευση των αντιδίκων της (βλ. σχετικά τη με αριθμ. 513Δ/04-03-2016, 518Δ704.03.2016 και 517 Δ704.03.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …), τη με αριθμ.   3.432/16-11-2015 ένορκη βεβαίωση   της μάρτυρος …, τη με αριθμ. 3.563/16-11-2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …, αμφότερες ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …, τη με αριθμ. 9.162/11-03-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αμαλιάδας …, καθώς και τη με αριθμ. 129/11.03.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα … ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, τη με αριθμ. 25454/13.07.2016 ένορκη βεβαίωση του … ενώπιον της συμβολαιογράφου Κατερίνης …, την υπ’ αριθμ. 8251/15.03.2016 ένορκη βεβαίωση του … ενώπιον του συμβολαιογράφου Καστοριάς, που επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει ο δεύτερος εναγόμενος, με πρωτοβουλία του οποίου ελήφθησαν αυτές, ύστερα από προηγούμενη εμπρόθεσμη (πριν από 2 τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ) κλήτευση των αντιδίκων του (βλ. σχετικά τις με αριθμ. 2.810Η/11-11-2015, 3049Η704.03.2016, 3051Η704.03.2016, καθώς και 3050Η704.03.2016), τη με αριθμ. 12.941/10-03-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …, τη με αριθμ. 12.942/10-03-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …, τη 12943/10.03.2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …, τη 12946/11.03.2016 ένορκη βεβαίωση του …, όλες ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών …, καθώς και τη με αριθμ. 9.828/10-03-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα …, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …, που επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει ο τρίτος εναγόμενος, με πρωτοβουλία του οποίου ελήφθησαν αυτές, ύστερα από προηγούμενη εμπρόθεσμη (πριν από 2 τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ) κλήτευση των αντιδίκων του (βλ. σχετικά τις με αριθμ. 2.730Β/04-03-2016, 2.731 Β/04-03-2016 και 2.734Β/04-03-2016 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …), καθώς και από όλα γενικά και χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικώς κατωτέρω, δίχως να παραλείπεται κάποιο κατά την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, όπως επίσης και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη αποτελεί τραπεζική εταιρία, η οποία εδρεύει στην Κύπρο και ήταν εγκατεστημένη στην Ελλάδα, όπου διατηρούσε υποκαταστήματα έως το έτος 2013. Ο δεύτερος εναγόμενος ήταν Γενικός Διευθυντής του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης στην Ελλάδα από το Μάρτιο του 2008 μέχρι το Μάρτιο του 2013, ενώ είχε ταυτόχρονα διοριστεί νόμιμος πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και αντίκλητος της πρώτης εναγομένης στην Ελλάδα. Σε αυτόν αναφέρονταν ο Διευθυντής Δικτύου Καταστημάτων Ιδιωτών και Επιχειρηματικών Κέντρων, ο Διευθυντής Μεγάλων Επιχειρήσεων, οι Διευθυντές των θυγατρικών εταιριών Leasing και Factoring, η υπηρεσία Εγκρίσεων – Χρηματοδοτήσεων, ο Διευθυντής ανάπτυξης καταθετικών και χορηγητικών προϊόντων, οι Οικονομικές υπηρεσίες, η Νομική υπηρεσία και το Κέντρο Κάρτας. Ο τρίτος εναγόμενος εργάστηκε στην πρώτη εναγομένη από το 2006 έως το 2013 σε διάφορες διευθυντικές θέσεις, ενώ κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (ήτοι από το Μάιο του 2009) διατέλεσε αναπληρωτής Διευθυντής   Διεύθυνσης Χρηματιστηριακών Υπηρεσιών, Θεματοφυλακής και Επενδύσεων. Ο πρώτος των εναγόντων είναι 34 ετών, άγαμος και απόφοιτος λυκείου. Η οικογένειά του είχε αναπτύξει συνεργασία με την πρώτη εναγομένη ήδη από το 2001, όταν άνοιξαν σε υποκατάστημα αυτής στα Μελίσσια, προθεσμιακές καταθέσεις, όπου μετέφερε τις αποταμιεύσεις. Έκτοτε τοποθετούσαν αυτός και η οικογένεια του τις οικονομίες τους στην Τράπεζα με τη μορφή προθεσμιακών καταθέσεων ετήσιας συνήθως διάρκειας. Ο δεύτερος των εναγόντων είναι 48 ετών, πατέρας τεσσάρων ανήλικων τέκνων και διατηρεί δικό του γυμναστήριο στην Καλαμπάκα από το 1998. Η συνεργασία του με την πρώτη εναγομένη ξεκίνησε από την 20.09.2006, όταν άνοιξε σε υποκατάστημα αυτής στα Τρίκαλα έναν καταθετικό λογαριασμό με συνδικαιούχους τη σύζυγό του και τα τέσσερα τέκνα τους, όπου μετέφεραν χρήματα από αποταμιεύσεις. Ο τρίτος των εναγόντων είναι 63 ετών, παντρεμένος, έχει τελειώσει τη σχολή εργοδηγών, ενώ από το 1982 είχε φύγει μετανάστης στην Αμερική, όπου δούλεψε ως εργοδηγός για δώδεκα ολόκληρα χρόνια και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1994. Η συνεργασία του με την πρώτη εναγομένη ξεκίνησε το έτος 2001, όταν άνοιξε μαζί με τη σύζυγο του σε υποκατάστημα αυτής στο Ρέθυμνο καταθετικό λογαριασμό, ενώ έκτοτε τοποθετούσε τα χρήματά του σε προθεσμιακές καταθέσεις. Ο τέταρτος των εναγόντων είναι 41 ετών, έγγαμος, πατέρας ενός ανήλικου τέκνου και μηχανολόγος μηχανικός, εργαζόμενος σε εταιρία τηλεπικοινωνιών. Η συνεργασία του με την πρώτη εναγομένη ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2008. Ο πέμπτος των εναγόντων είναι 70 ετών, έγγαμος, πατέρας τριών τέκνων, ενώ εργάστηκε για σαράντα περίπου χρόνια ως βιοτέχνης μπρούτζινων φωτιστικών, πλέον συνταξιούχος από το 2004. Η συνεργασία του με την πρώτη εναγομένη ξεκίνησε από το Σεπτέμβριο του 2002, όταν αυτός άνοιξε σε υποκατάστημα αυτής στη Ραφήνα, κοινούς λογαριασμούς ταμιευτηρίου, ενώ εν συνεχεία τοποθετούσε τα χρήματα του σε προθεσμιακές καταθέσεις. Ο έκτος ενάγων είναι 56 ετών, πρώην ιδιωτικός υπάλληλος σε κατασκευαστική εταιρία, έγγαμος με την έβδομη των εναγόντων, που είναι 54 ετών, ελεύθερος επαγγελματίας, έχουν δε δύο τέκνα. Η συνεργασία τους με την εναγομένη ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 2003, όταν αυτοί άνοιξαν σε υποκατάστημα της εναγομένης στο Ηράκλειο Κρήτης καταθετικούς λογαριασμούς διατηρώντας έκτοτε προθεσμιακές καταθέσεις, τις οποίες συνεχώς ανανέωναν. Ο όγδοος ενάγων είναι 80 ετών, συνταξιούχος, δημόσιος υπάλληλος και πατέρας δύο τέκνων. Η συνεργασία του με την πρώτη εναγομένη ξεκίνησε το έτος 2003, όταν στις 03.06.2003 αποφάσισε να μεταφέρει το λογαριασμό μισθοδοσίας του στο υποκατάστημα της στα Βριλήσσια διατηρώντας έκτοτε προθεσμιακές καταθέσεις. Ο ένατος των εναγόντων είναι 49 ετών, πατέρας δύο τέκνων, πλέον άνεργος, πρώην ιδιωτικός υπάλληλος σε ανώνυμη εταιρία. Η συνεργασία του με την εναγομένη ξεκίνησε την 11.08.2006, όταν και άνοιξε σε κατάστημα στην Παλλήνη καταθετικό λογαριασμό με τη σύζυγό του, ενώ έκτοτε διατηρεί προθεσμιακές καταθέσεις. Η δέκατη ενάγουσα είναι 38 ετών, παντρεμένη και εργάζεται παρέχοντας γραμματειακή υποστήριξη στο αρχιτεκτονικό γραφείο του συζύγου της, ενώ το 2002 είχε την τύχη να κερδίσει το σημαντικό ποσό του 1.708.000 ευρώ στο τζόκερ. Η συνεργασία της με την εναγομένη ξεκίνησε λίγο αργότερα, όταν και ξεκίνησε να διατηρεί προθεσμιακές καταθέσεις σε υποκατάστημα της στα Ιωάννινα. Ο ενδέκατος ενάγων είναι 35 ετών, έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου τέκνου και διδάσκει ως επίκουρος καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο τα τελευταία 10 έτη. Η συνεργασία του με την εναγομένη ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2006, όποτε και άνοιξε σε κατάστημα της στον Πειραιά καταθετικούς λογαριασμούς διατηρώντας έκτοτε προθεσμιακές καταθέσεις. Οι δωδέκατος και δέκατος τρίτος των εναγόντων είναι 75 και 37 ετών αντίστοιχα. Ο πρώτος, πατέρας του δεύτερου είναι συνταξιούχος, πρώην ιδιωτικός υπάλληλος γραφικών τεχνών, ενώ ο υιός του είναι έγγαμος, πατέρας ενός ανήλικου τέκνου και εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας. Η συνεργασία τους με την εναγομένη ξεκίνησε το έτος 2005, οπότε και ο πρώτος μετέφερε σε αυτή το λογαριασμό συνταξιοδότησης του με το άνοιγμα ενός λογαριασμού ταμιευτηρίου, ενώ έκτοτε διατηρούσαν προθεσμιακές καταθέσεις σε αυτή. Ο δέκατος τέταρτος των εναγόντων είναι 46 ετών, στρατιωτικός, έγγαμος και πατέρας ενός τέκνου. Με την εναγομένη ξεκίνησε να συνεργάζεται τον Δεκέμβρη του 2006, όπου και ξεκίνησε να διατηρεί προθεσμιακές καταθέσεις. Η δέκατη πέμπτη ενάγουσα είναι 78 ετών, διαζευγμένη και λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, λαμβάνει πλέον αναπηρική σύνταξη. Έχει δύο θυγατέρες και εγγόνια, τον δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο των εναγόντων. Ξεκίνησε να συνεργάζεται το 2007 με την τράπεζα, όπου και άνοιξε απλό λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τα ως άνω εγγόνια της. Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι όλοι οι ενάγοντες επεδίωκαν ανέκαθεν την ασφαλή τοποθέτηση των χρημάτων τους, τα οποία και αποτελούσαν προϊόν αποταμίευσης. Περαιτέρω, τον Ιούλιο του έτους 2008 η πρώτη εναγομένη εξέδωσε ένα νέο επενδυτικό προϊόν «Μετατρέψιμα Χρεόγραφα 2013/2018 (ΚΥΠΡΟ 1)», τα οποία ήταν ομόλογα, με επιτόκιο 7,5 % για τον πρώτο χρόνο και ακολούθως με κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor-6 μηνών πλέον 1% και στη συνέχεια κυμαινόμενο επιτόκιο Euribor-6% μηνών πλέον 2%. Εν συνεχεία τον Μάρτιο του 2009 η πρώτη εναγομένη εξέδωσε ακόμη ένα νέο επενδυτικό προϊόν υπό την ονομασία «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου (Μ.Α.Κ.)» και δη προέβη σε δημόσια προσφορά και εισαγωγή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, 645.327,822 «Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου (Μ.Α.Κ.)», ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ έκαστου. Τα Μ.Α.Κ. έφεραν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,5 % για τα πρώτα πέντε έτη έως την 30η-06-2014, το οποίο έπειτα μετατρεπόταν σε κυμαινόμενο, ίσο με το εκάστοτε Euribor-6 μηνών, που θα ίσχυε στην αρχή κάθε περιόδου τόκου, πλέον 3,00 %, τα οποία μπορούσαν κατ’ επιλογή της τράπεζας να εξαγοραστούν στο σύνολο τους, στην ονομαστική τους αξία, μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30 Ιουνίου 2014 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου έπεται, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Ο πρώτος των εναγόντων αγόρασε 50.000 Μ.Χ. αντίστοιχης ονομαστικής αξίας, ήτοι συνολικής αξίας 50.000 ευρώ, ο δεύτερος αγόρασε 12.000 Μ.Χ. αντίστοιχης ονομαστικής αξίας, ήτοι συνολικής αξίας 12.000 ευρώ, ο τρίτος των εναγόντων αγόρασε 100.000 Μ.Χ. αντίστοιχης ονομαστικής αξίας, ήτοι συνολικής αξίας 100.000 ευρώ, ο τέταρτος αγόρασε 50.000 Μ.Χ. αντίστοιχης ονομαστικής αξίας, ήτοι συνολικής αξίας 50.000 ευρώ, ο πέμπτος αγόρασε 50.000 Μ.Χ. αντίστοιχης ονομαστικής αξίας, ήτοι συνολικής αξίας 50.000 ευρώ, ο έκτος αγόρασε 250.000 Μ.Χ. ονομαστικής αξίας 250.000 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 250.000 ευρώ, ο όγδοος αγόρασε 31.860 Μ.Χ. ονομαστικής αξίας 31.860 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 31.860 ευρώ, ο ένατος αγόρασε 54.000 Μ.Χ. ονομαστικής αξίας 54.000 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 54.000 ευρώ, ο δέκατη αγόρασε 52.500 Μ.Χ. ονομαστικής αξίας 52.500 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 52.500 ευρώ, ο ενδέκατος αγόρασε 5.000 Μ.Χ. ονομαστικής αξίας 5.000 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 5.000 ευρώ, οι δωδέκατος και δέκατος τρίτος αγόρασαν 200.000 Μ.Χ. ονομαστικής αξίας 200.000 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 200.000 ευρώ, ο δέκατος τέταρτος αγόρασε 11.000 Μ.Χ. ονομαστικής αξίας 11.000 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 11.000 ευρώ, οι δέκατη πέμπτη, δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος αγόρασαν 10.000 MX. ονομαστικής αξίας 10.000 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 10.000 ευρώ. Απαντες οι ενάγοντες αγόρασαν τα ως άνω Μ.Χ. κατόπιν συμβουλών, παροτρύνσεων και επιμονής των υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης. Εν συνεχεία οι ενάγοντες προέβησαν σε ανταλλαγή των Μ.Χ. με άλλο επενδυτικό προϊόν της εναγομένης ίσης ονομαστικής αξίας με τίτλο Μετοχικά Αξιόγραφα Κεφαλαίου (Μ.Α.Κ.). Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγόντων αντάλλαξε 50.000 Μ.Χ. με 50.000 Μ.Α.Κ. συνολικής αξίας 50.000 ευρώ, ο δεύτερος των εναγόντων αντάλλαξε 12.000 Μ.Χ. με 12.000 Μ.Α.Κ και επένδυσε και άλλες 4.000 ευρώ αγοράζοντας άλλα 4.000 Μ.Α.Κ., συνολικής αξίας 16.000 ευρώ, ο τρίτος αντάλλαξε 100.000 Μ.Χ. με 100.000 Μ.Α.Κ. και επένδυσε και άλλα 50.000 ευρώ αγοράζοντας επιπλέον 50.000 Μ.Α.Κ., ήτοι συνολικής αξίας 150.000 ευρώ, ο τέταρτος αντάλλαξε 50.000 Μ.Χ. με 50.000 Μ.Α.Κ. ήτοι συνολικής αξίας 50.000 ευρώ, ο πέμπτος αντάλλαξε 50.000 Μ.Χ. με 50.000 Μ.Α.Κ. συνολικής αξίας 50.000 ευρώ, ο έκτος αντάλλαξε 250.000 Μ.Χ. με 250.000 Μ.Α.Κ. και αγόρασε επιπλέον 50.000 Μ.Α.Κ., ήτοι συνολικής αξίας 300.000 ευρώ, ο ένατος αντάλλαξε τα 31.860 Μ.Χ. με 31.860 Μ.Α.Κ. συνολικής αξίας 31.860 ευρώ και αγόρασε και άλλα 3.140 Μ.Α.Κ., ήτοι συνολικής αξίας 40.000 ευρώ, η δέκατη αντάλλαξε τα 52.500 Μ.Χ. με 52.500 Μ.Α.Κ. συνολικής αξίας 52.500 ευρώ, ο ενδέκατος αντάλλαξε 5.000 Μ.Χ. με 5.000 Μ.Α.Κ. συνολικής αξίας 5.000 ευρώ, οι δωδέκατος και δέκατος τρίτος αντάλλαξαν τα 200.000 Μ.Χ. με 200.000 Μ.Α.Κ. συνολικής αξίας 200.000 ευρώ, ο δέκατος τέταρτος αντάλλαξε τα 11.000 Μ.Χ. με 11.000 Μ.Α.Κ. συνολικής αξίας 11.000 ευρώ και οι δέκατη πέμπτη, δέκατος έκτος, δέκατη έβδομος αντάλλαξαν τα 10.000 Μ.Χ. με 10.000 Μ.Α.Κ. συνολικής αξίας 10.000 ευρώ. Οι ενάγοντες δε στο σύνολο τους αποδέχονταν και υπέγραφαν τις αιτήσεις εγγραφής των ανωτέρω Μετατρέψιμων Αξιόγραφων Κεφαλαίου με ανταλλαγή Μετατρέψιμων Χρεογράφων κατόπιν σχετικής παρότρυνσης και επιμονής των κατωτέρω αναφερομένων υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, οι οποίοι πίστευαν ότι πάντα ενεργούσαν με γνώμονα την εκπεφρασμένη βούληση τους να διατηρήσουν το κεφάλαιο τους απόλυτα διασφαλισμένο. Έτι περαιτέρω, το Μάιο του έτους 2011, η πρώτη εναγομένη εξέδωσε ένα ακόμη νέο επενδυτικό προϊόν, υπό την ονομασία «Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (Μ.Α.Ε.Κ.)». Τα εκδοθέντα Μ.Α.Ε.Κ. αποτελούσαν άυλες ομολογίες της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας στο άρτιο διαπραγματεύσιμες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ έκαστου, είχαν σταθερό επιτόκιο 6,5 % ετησίως για τις πρώτες 10 περιόδους τόκων και δη μέχρι τις 30-6-2016, το οποίο για τον επέκεινα χρόνο μετατρεπόταν σε κυμαινόμενο, ίσο με το εκάστοτε Euribor-6 μηνών που θα ίσχυε στην αρχή κάθε περιόδου τόκου, πλέον 3,00 %. Επιπροσθέτως το εν λόγω προϊόν, σύμφωνα με τους περιληπτικούς όρους έκδοσης του, ως διαλαμβάνονται στο από 5-4-2011 Ενημερωτικό Δελτίο, που εξέδωσε η εναγομένη, αφορούσε σε αξίες αόριστης διάρκειας και δη χωρίς ημερομηνία λήξης, ελάσσονος προτεραιότητας προς τις αξιώσεις πιστωτών της τράπεζας μεταξύ των οποίων και των καταθετών και ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις των κατόχων μετατρέψιμων αξιόγραφων κεφαλαίου και αξιόγραφων κεφαλαίου, δυνάμενες κατ’ επιλογή του κατόχου τους να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές της Τράπεζας κατά τις περιόδους μετατροπής στην καθορισθείσα τιμή μετατροπής, ενώ μπορούσαν κατ’ επιλογή της τράπεζας να εξαγοραστούν στο σύνολο τους στην ονομαστική τους αξία μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους στις 30-6-2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου, που έπεται. Προέβλεπαν, επιπλέον, την προαιρετική κατά την κρίση της Τράπεζας επιλογή ακύρωσης πληρωμής τόκων, λαμβάνοντας υπόψη τη φερεγγυότητα και την οικονομική της κατάσταση και την υποχρεωτική ακύρωση πληρωμής τόκων σε περίπτωση, που η τράπεζα δεν πληρούσε τις ελάχιστες απαιτήσεις φερεγγυότητας ως ορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ακόμη προέβλεπαν όρους υποχρεωτικής μετατροπής του προϊόντος σε συνήθεις μετοχές, σε περίπτωση «γεγονότος έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου» ή «γεγονότος βιωσιμότητας». Γεγονός έκτακτης ανάγκης κεφαλαίου θεωρείτο ότι επισυμβαίνει, όταν η τράπεζα δώσει σχετική ειδοποίηση είτε (ι) ότι πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III, ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ύψος των Βασικών Πρωτοβάθμιων Κεφαλαίων της είναι χαμηλότερο του 5%, ή κατά ή μετά την ημερομηνία εφαρμογής της Βασιλείας III, ως αυτή θα υιοθετηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ύψος των κοινών πρωτοβαθμίων κεφαλαίων είναι χαμηλότερο από το ελάχιστο ποσοστό, που θα καθοριστεί ή (ιι) όταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου καθορίσει, ότι η τράπεζα βρίσκεται σε μη συμμόρφωση με τα απαιτούμενα κανονιστικά όρια του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας, ως καθορίζονται στους Σχετικούς Εφαρμοστέους Τραπεζικούς Κανονισμούς, ενώ γεγονός βιωσιμότητας ορίζεται (ι) οποτεδήποτε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει, ότι η υποχρεωτική μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. και άλλων αξιών, που με βάση τους όρους του δυνατόν να μετατραπούν σε συνήθεις μετοχές σε γεγονός βιωσιμότητας, είναι αναγκαία για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Τράπεζας και θα συμβάλει στη διατήρηση της φερεγγυότητας της ή (ιι) η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κρίνει ότι η τράπεζα θα χρειαστεί έκτακτη κρατική βοήθεια για τη διατήρηση της φερεγγυότητάς της, ή την αποφυγή ενδεχομένου πτώχευσής της ή δεν είναι σε θέση να αποπληρώσει σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων της ή σε άλλες παρόμοιες καταστάσεις. Επομένως, επί προαιρετικής ή υποχρεωτικής ακύρωσης της πληρωμής τόκων, η πρώτη εναγόμενη τραπεζική εταιρία δεν θα προέβαινε στην καταβολή μερίσματος ή σε οποιαδήποτε έτερη πληρωμή σχετικά με τις συνήθεις μετοχές ή άλλες αξίες της, που θα λογίζονταν ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο. Τα ως άνω προϊόντα, τα οποία ονομάστηκαν ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds), έχρηζαν ιδιαίτερης προσοχής ως προς τον τρόπο, με τον οποίο θα προωθούνταν από την πρώτη εναγομένη, ώστε να εξασφαλίζονταν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Για το λόγο αυτό ξεκίνησε «εκστρατεία» πώλησης με στόχο την καλύτερη, αποδοτικότερη και γρήγορη προώθηση των προϊόντων, ήτοι στοχοθέτηση του Δικτύου για τα καταστήματα Ιδιωτών, όπως μετά λόγου γνώσεως καταθέτουν οι ενόρκως βεβαιούντες …, ο οποίος εργαζόταν ως διευθυντής του καταστήματος Ορεστιάδας και η …, η οποία εργαζόταν ως υπάλληλος στο κατάστημα Καλαμάτας της πρώτης εναγομένης κατά το έτος 2011. Συγκεκριμένα, η Διοίκηση συνέστησε στους αρμοδίους για την προώθηση των εν λόγω προϊόντων υπαλλήλων της να απευθυνθούν σε πελάτες των καταστημάτων, μετόχους της εναγομένης τράπεζας ή μη αλλά και στους προθεσμιακούς καταθέτες. Ακολούθησε η αποστολή στα κατά τόπους καταστήματα κάποιων απαραίτητων ενημερωτικών εγγράφων με συχνές ερωτήσεις και απαντήσεις σε σχέση με την έκδοση του μετατρέψιμου ομολόγου καθώς και με τα επιχειρήματα πώλησης αυτού, ενώ ταυτόχρονα προγραμματίστηκαν συναντήσεις και ενημερώσεις με τηλεδιάσκεψη μέσω της εφαρμογής Centra, που επιτρέπει τη σύγχρονη διάδραση των συμμετεχόντων με ήχο και βίντεο. Στις ενημερώσεις αυτές δινόταν έμφαση στα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου προϊόντος για τους πελάτες, καθώς και στο προφίλ των πελατών, που θα έπρεπε να προσεγγίσουν, όπως επενδυτές και καταθέτες, μεσαίου και υψηλού οικονομικού επιπέδου με μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επενδυτικό ορίζοντα, που θα δέχονταν να δεσμεύσουν τα χρήματα τους για κάποια χρόνια, προκειμένου να έχουν μεγαλύτερες αποδόσεις, από τις συνήθεις καταθέσεις, όπως για παράδειγμα επιτόκιο 6,5%. Επιπλέον αναφέρθηκε στους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης ότι αυτοί θα έπρεπε να τονίζουν στους υποψήφιους αγοραστές εκείνα τα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα του προϊόντος, που θα τους οδηγούσαν στην αγορά του, όπως λ.χ. το γεγονός ότι αυτοί θα απολάμβαναν την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης, με υψηλό επιτόκιο και την εξάμηνη απόληψη των τόκων. Ακόμη τους είχαν δώσει σαφείς οδηγίες να σπάνε τις προθεσμιακές καταθέσεις χωρίς ποινή για όσους ήθελαν να συμμετάσχουν και δεν είχε λήξει η προθεσμιακή τους κατάθεση. Στα πλαίσια της ανωτέρω, ακολουθούμενης πολιτικής, το Μάιο του 2011 όλοι οι ενάγοντες προσεγγίστηκαν εκ νέου από τους αρμοδίους υπαλλήλους της εναγομένης, με τους οποίους έκαστος εξ αυτών συναλλασσόταν μέχρι τότε, προκειμένου να ανταλλάξουν τα Μ.Α.Κ., που είχαν ήδη αγοράσει, με το ως άνω νεότερο προϊόν, για την προώθηση του οποίου υποδεικνυόταν η πλεονεκτικότερη σε σχέση με την κατάθεση θέση του, αλλά και το υψηλότερο συγκριτικά με τα Μ.Α.Κ. επιτόκιο. Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγόντων στα μέσα Ιουλίου 2008 πείστηκε από τον διευθυντή του υποκαταστήματος Μελισσιών της εναγομένης, …, προκειμένου να τοποθετήσει οποιοδήποτε μέρος της προδιαληφθείσας προθεσμιακής καταθέσεως του σε Μ.Χ., ενώ κατευθύνθηκε περί τα τέλη Μαίου του 2009 από τον ίδιο ως άνω υπάλληλο κατά την επίσκεψη του στο κατάστημα Βριλησσίων, στο οποίο ο τελευταίος είχε μετατεθεί, να ανταλλάξει το ως άνω επενδυτικό προϊόν με νέο και δη με Μ.Α.Κ.. Περί τις αρχές Μαΐου του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά εκ νέου από τον ίδιο υπάλληλο, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ., που είχε ήδη αγοράσει σε Μ.Α.Ε.Κ. επιμένοντας μάλιστα στην επένδυση και άλλων χρημάτων από τις προθεσμιακές του καταθέσεις. Ο δεύτερος των εναγόντων προσεγγίστηκε από τον …, υπάλληλο του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης στα Τρίκαλα από τον Ιούλιο του 2008, προκειμένου να του παρουσιάσει το νέο επενδυτικό προϊόν και να τον πείσει για τα πλεονεκτήματά του, ώστε να τοποθετήσει οποιοδήποτε μέρος από τις προδιαληφθείσες αποταμιεύσεις όλης της οικογένειας του σε κοινό καταθετικό λογαριασμό σε Μ.Χ.. Πράγματι δε αυτός (ο δεύτερος ενάγων) αποδέχτηκε τη συμβουλή του και κατέστη κάτοχος των MX. Κατά το Μαίο του 2009 ειδοποιήθηκε εκ νέου τηλεφωνικά από τον ως άνω υπάλληλο του υποκαταστήματος, προκειμένου να ανταλλάξει τα Μ.Χ., που είχε ήδη αγοράσει με Μ.Α.Κ. και περί τις αρχές Μαΐου του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον ίδιο ως άνω υπάλληλο, που εντωμεταξύ έγινε διευθυντής στο εν λόγω κατάστημα, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ. που είχε ήδη αγοράσει σε Μ.Α.Ε.Κ.. Ο τρίτος των εναγόντων το 2008 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την προϊστάμενη του τμήματος εξυπηρέτησης πελατών, …, προκειμένου να του παρουσιάσει τις καλύτερες λύσεις, οπότε και τον έπεισε να τοποθετήσει χρήματα από τις προδιαληφθείσες προθεσμιακές του καταθέσεις σε ένα νέο επενδυτικό προϊόν. Πράγματι ο τρίτος ακολουθώντας τις παραινέσεις και συμβουλές της ως άνω υπαλλήλου κατόπιν μερικής ανάληψης της προθεσμιακής του κατάθεσης και μάλιστα χωρίς ποινή τοποθέτησε την 05.08.2008 το μεγαλύτερο τμήμα του ως άνω ποσού σε Μ.Χ., ενώ περί τις αρχές Ιουνίου του 2009 ενημερώθηκε από την ίδια υπάλληλο, προκειμένου να ανταλλάξει το ως άνω επενδυτικό προϊόν των Μ.Χ. με ένα βελτιωμένο και δη τα Μ.Α.Κ., κίνηση στην οποία εν τέλει προέβη. Περί το Μάιο του 2011 ειδοποιήθηκε εκ νέου τηλεφωνικά από τον …, που στο μεταξύ είχε αντικαταστήσει την ως άνω υπάλληλο του εν λόγω υποκαταστήματος, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ. που είχε ήδη αγοράσει σε Μ.Α.Ε.Κ. Ο τέταρτος των εναγόντων το καλοκαίρι του 2008 κατόπιν παρότρυνσης από την κουμπάρα του, …, υπάλληλο υποκαταστήματος στην Αθήνα επί των οδών … και … πείστηκε, προκειμένου να τοποθετήσει οποιαδήποτε αποταμίευση είχε στο νέο αυτό τραπεζικό προϊόν και δη σε Μ.Χ., εν συνεχεία δε περί τα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε εκ νέου τηλεφωνικά από την ως άνω υπάλληλο, προκειμένου να περάσει από την τράπεζα, για να ανανεώσει τα MX. με το επόμενο εφάμιλλο, αλλά βελτιωμένο τραπεζικό προϊόν, τα Μ.Α.Κ.. Τον Μάιο δε του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την υπάλληλο …, που είχε αντικαταστήσει την κουμπάρα του το 2010, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ., που είχε ήδη αγοράσει σε Μ.Α.Ε.Κ. προσθέτοντας μάλιστα νέο κεφάλαιο. Ο πέμπτος των εναγόντων ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον διευθυντή του υποκαταστήματος στη Ραφήνα, …, προκειμένου να τοποθετήσει οποιοδήποτε μέρος των προδιαληφθεισών προθεσμιακών καταθέσεων του σε Μ.Χ.. Στη συνέχεια περί τα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε εκ νέου τηλεφωνικά από τον ίδιο υπάλληλο, προκειμένου να ανανεώσει διά ανταλλαγής τα Μ.Χ. με Μ.Α.Κ. και περί τις αρχές Μαΐου του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον νέο διευθυντή …, ο οποίος αντικατέστησε τον προηγούμενο, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ., που ήδη κατείχε σε ΜΑΕΚ. προσθέτοντας μάλιστα νέο κεφάλαιο. Οι έκτος και έβδομη των εναγόντων ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά περί τα μέσα Ιουλίου του 2008 από τη   υπάλληλο, … του υποκαταστήματος της εναγομένης στο Ηράκλειο Κρήτης, προκειμένου να τοποθετήσουν οποιοδήποτε μέρος των προθεσμιακών τους καταθέσεων σε Μ.Χ., γεγονός, που έπραξε ο έκτος, ενώ περί τα τέλη Μαΐου του 2008 δέχτηκαν εκ νέου τηλεφώνημα, προκειμένου να ανταλλάξει ο έκτος τα Μ.Χ. με Μ.Α.Κ.. Περί τις αρχές Μαΐου του 2011 ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά από τον ίδιο ως άνω υπάλληλο του εν λόγω υποκαταστήματος, προκειμένου αφενός ο έκτος να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ. που ήδη κατείχε σε Μ.Α.Ε.Κ. προσθέτοντας και άλλο κεφάλαιο αφετέρου η έβδομη πρόεβη σε ολική ανάληψη κεφαλαίου προθεσμιακής κατάθεσης, την οποία μάλιστα διέκοψε χωρίς ποινή και αγόρασε Μ.Α.Ε.Κ. Στον όγδοο των εναγόντων συνεστήθη από την υπάλληλο του υποκαταστήματος Βριλησσίων …, όταν στα τέλη Ιουλίου του 2008 επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα, για να ενημερωθεί για τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων, να τοποθετήσει οποιοδήποτε μέρος των αποταμιεύσεών του, αλλά και των προδιαληφθεισών προθεσμιακών καταθέσεων του σε Μ.Χ., ενώ περί τα τέλη Μαΐου 2009 δέχτηκε εκ νέου τηλεφώνημα, προκειμένου να ανταλλάξει τα Μ.Χ. με Μ.Α.Κ.. Το Μάιο του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά εκ νέου από την υπάλληλο του εν λόγω υποκαταστήματος, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ., που ήδη κατείχε σε Μ.Α.Ε.Κ. προσθέτοντας μάλιστα νέο κεφάλαιο.     Στον ένατο των εναγόντων συνεστήθη από την υπάλληλο του υποκαταστήματος της εναγομένης στην Παλλήνη …, όταν στο τέλος Ιουλίου 2008 επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα, να τοποθετήσει οποιοδήποτε μέρος των αποταμιεύσεων του και των προθεσμιακών του καταθέσεων σε Μ.Χ., στα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε δε τηλεφωνικά από την ως άνω υπάλληλο του εν λόγω υποκαταστήματος, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Χ. σε Μ.Α.Κ., ενώ περί το Μάιο του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από την ίδια υπάλληλο, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ., που ήδη κατείχε σε Μ.Α.Ε.Κ.. Η δέκατη ενάγουσα ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της εναγομένης στα Ιωάννινα, … και όταν τον Ιούλιο του 2008 επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα, της προτάθηκε να τοποθετήσει οποιοδήποτε μέρος των αποταμιεύσεων της και των προθεσμιακών της καταθέσεων σε Μ.Χ., ενώ στα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον ως άνω υπάλληλο του εν λόγω υποκαταστήματος να μετατρέψει τα Μ.Χ. σε Μ.Α.Κ.. Περί το Μάιο του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον ίδιο υπάλληλο, προκειμένου να μετατρέψει πλέον τα Μ.Α.Κ., που ήδη κατείχε σε Μ.Α.Ε.Κ.. Ο ενδέκατος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον υπάλληλο του υποκαταστήματος της εναγομένης στον Πειραιά, τον … και όταν τον Ιούλιο του 2008 επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα, του προτάθηκε ως η καλύτερη πρόταση να τοποθετήσει οποιοδήποτε μέρος των αποταμιεύσεων του και των προθεσμιακών του καταθέσεων σε Μ.Χ., ενώ τα τέλη Μαΐου του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον ως άνω υπάλληλο του εν λόγω υποκαταστήματος, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Χ. σε Μ.Α.Κ.. Το Μάιο του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον ίδια υπάλληλο, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ., που ήδη κατείχε σε Μ.Α.Ε.Κ.. Στους δωδέκατο και δέκατο τρίτο των εναγόντων προτάθηκε από την υπάλληλο του υποκαταστήματος της εναγομένης στο Ολυμπιακό Στάδιο στην Αθήνα …, όταν το καλοκαίρι του 2008 το επισκέφθηκαν, να τοποθετήσουν οποιοδήποτε μέρος των αποταμιεύσεων τους και των προθεσμιακών τους καταθέσεων σε Μ.Χ., ενώ τον Ιούλιο του 2009 ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά από την ως άνω υπάλληλο του εν λόγω υποκαταστήματος, προκειμένου να μετατρέψουν τα Μ.Χ. σε Μ.Α.Κ. Το Μάιο του 2011 ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά από την ίδια υπάλληλο και επιπλέον από την …, άλλη υπάλληλο του ιδίου υποκαταστήματος, προκειμένου να μετατρέψουν τα Μ.Α.Κ., που ήδη κατείχαν σε Μ.Α.Ε.Κ.. Ο δέκατος τέταρτος ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά τον Ιούλιο του 2008 από τον υπάλληλο του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη, τον … και όταν αρχές Ιουνίου επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα, του προτάθηκε πλέον και από υπάλληλο …, λόγω μετάθεσης του ως άνω υπαλλήλου, που τον εξυπηρετούσε, ως η καλύτερη πρόταση να τοποθετήσει οποιοδήποτε μέρος των αποταμιεύσεων του και των προθεσμιακών του καταθέσεων σε Μ.Χ.. Τον Ιούνιο δε του 2009 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον ως άνω υπάλληλο του εν λόγω υποκαταστήματος, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Χ. σε Μ.Α.Κ., ενώ το Μάιο του 2011 ειδοποιήθηκε τηλεφωνικά από τον ίδιο υπάλληλο, προκειμένου να μετατρέψει τα Μ.Α.Κ., που ήδη κατείχε σε Μ.Α.Ε.Κ.. Τέλος, οι δέκατη πέμπτη, δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος των εναγόντων ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά τον Ιούλιο του 2008 από τον υπάλληλο του υποκαταστήματος της εναγομένης στον Πειραιά, … και όταν αρχές Ιουλίου 2008 επισκέφθηκε το εν λόγω κατάστημα, τους προτάθηκε ως η καλύτερη πρόταση να τοποθετήσουν οποιοδήποτε μέρος των αποταμιεύσεων τους σε Μ.Χ.. Τον Ιούνιο του 2009 ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά από την ως άνω υπάλληλο του εν λόγω υποκαταστήματος, προκειμένου να μετατρέψουν τα Μ.Χ. σε Μ.Α.Κ.. Το Μάιο του 2011 ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά από την ίδια υπάλληλο, προκειμένου να μετατρέψουν τα Μ.Α.Κ., που ήδη κατείχαν σε Μ.Α.Ε.Κ.. Αξίζει να σημειωθεί, ότι έκαστος των εναγόντων είχε αναπτύξει σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης με τον αντίστοιχο εκ των προαναφερομένων υπαλλήλων της εναγομένης, με τον οποίο και συναλλασσόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παρουσίασαν στους ενάγοντες τα Μ.Α.Ε.Κ. ως ένα ιδιαίτερα επωφελές γι’ αυτούς προϊόν, ενημερώνοντας τους συνοπτικά, ότι επρόκειτο για προϊόν με υψηλότερη απόδοση σε σχέση με τα Μ.Α.Κ. 2009, που ήδη κατείχαν, καθώς είχε επιτόκιο ύψους 6,5% και δη τους εξασφάλιζε τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση, αλλά και εξασφαλισμένη επιστροφή κεφαλαίου και ότι συνακόλουθα επρόκειτο για την επωφελέστερη γι’ αυτούς επιλογή, ενώ τους επισημάνθηκε εκ νέου, όπως και πρωτίστως κατά την αγορά των Μ.Χ. και Μ.Α.Κ., ότι τα προαναφερθέντα νέα τραπεζικά προϊόντα τυγχάνουν όμοια με προθεσμιακή κατάθεση, έχοντας πενταετή διάρκεια και σταθερό επιτόκιο 7,5% τον πρώτο χρόνο και κυμαινόμενα τα επόμενα τέσσερα χρόνια, τα δε Μ.Α.Κ. σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,5%, με περιοδική δε απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του κεφαλαίου, όπερ είχε ως συνέπεια να υπονοείται, ότι ανταποκρίνεται στο προειρημένο και γνωστό στην εναγομένη συντηρητικό επενδυτικό προφίλ των εναγόντων. Οι ενάγοντες, οι οποίοι είχαν ήδη μετά την αγορά των Μ.Χ. και την ανανέωσή τους με Μ.Α.Κ. λάβει τους προβλεπόμενους τόκους εξ αυτών και θεωρούσαν, ότι δεν έχουν κανένα λόγο να αμφισβητήσουν τα λεγόμενα των ανωτέρω υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης, πείσθηκαν από τις προηγηθείσες ρητές διαβεβαιώσεις περί του ασφαλούς και του επικερδούς σε σχέση με τις τραπεζικές καταθέσεις χαρακτήρα του προαναφερθέντος νέου τραπεζικού προϊόντος και χωρίς να έχουν κατανοήσει τους κινδύνους, οι οποίοι εμπεριέχονταν σε αυτό, θεώρησαν ότι το εν λόγω προϊόν αποτελεί ένα νέο είδος προθεσμιακής κατάθεσης, το οποίο και ανταποκρίνεται στο συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ και ως εκ τούτου αποφάσισαν να επενδύσουν τα χρήματα τους σε Μ.Χ. και εν συνεχεία να τα ανταλλάξουν με τα Μ.Α.Κ.. Εν τέλει αντάλλαξαν τα Μ.Α.Κ. με το νεότερο και ακόμη πιο βελτιωμένο, όπως τους προτάθηκε τραπεζικό προϊόν, τα Μ.Α.Ε.Κ.. Για το λόγο αυτό κατήρτισαν στις 09-05-2011 ο πρώτος των εναγόντων, στις 18-05-2011 ο δεύτερος, ο τρίτος στις 05.05.2011, ο τέταρτος στις 03.06.2011, ο πέμπτος στις 09-05-2011, ο έκτος και η έβδομη ο μεν πρώτος στις 12.05.2011 και η δε δεύτερη στις 03.05.2011, ο όγδοος στις 09.05.2011, ο ένατος στις 13.05.2011, η δέκατη στις 10.05.2011, ο ενδέκατος στις 12.05.2011, ο δωδέκατος και δέκατος τρίτος στις 10.05.2011, ο δέκατος τέταρτος στις 12.05.2011 και η δέκατη πέμπτη, δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος στις 11.05.2011 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δραστηριοτήτων και παρεπόμενων υπηρεσιών από την πρώτη εναγόμενη τραπεζική εταιρία υπογράφοντας έντυπο προσυμβατικής πληροφόρησης («ενημερωτικό πακέτο») για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς και αίτηση δημιουργίας μερίδας, λογαριασμού αξιών στο Σύστημα Αυλών Τίτλων (Σ.AT.) και εξουσιοδότηση χρήσης τους. Τα εν λόγω έγγραφα έχουν επ’ ονόματι και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης υπογραφεί από τον αρμόδιο υπάλληλο ή και το Διευθυντή έκαστου υποκαταστήματος κατά περίπτωση, προκειμένου να επακολουθήσει η σύναψη της συμβάσεως αγοράς Μ.Α.Ε.Κ. από τους ενάγοντες. Κατά τις ίδιες ως άνω ημερομηνίες όλοι οι ενάγοντες, κατήρτισαν παράλληλα συμβάσεις συμμετοχής τους στην έκδοση από την εναγομένη των προδιαληφθέντων Μ.Α.Ε.Κ., με τον τίτλο «ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΧΑΚ/ΧΑ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΑΔΙΑΘΕΤΩΝ ΜΕΤΑΤΡΕΨΙΜΩΝ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», μέσω των οποίων αυτοί αγόρασαν από την εναγομένη Μ.Α.Ε.Κ. συνολικής αξίας 150.000 ευρώ ο πρώτος, 20.000 ευρώ ο δεύτερος, 183.526 ευρώ η τρίτη, 60.000 ευρώ ο τέταρτος, 110.000 ευρώ ο πέμπτος, 598.109 ευρώ ο έκτος, 303.600 η έβδομη, 55.000 ευρώ ο όγδοος, 54.000 ευρώ ο ένατος, 68.000 ευρώ η δέκατη, 19.500 ευρώ ο ενδέκατος, 250.000 οι δωδέκατος και δέκατος τρίτος, 11.000 ο δέκατος τέταρτος και 10.000 ευρώ οι δέκατη πέμπτη, δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος. Σημειωτέον ότι το αιτούμενο κεφάλαιο καλύφθηκε για όλους τους ενάγοντες εξ ολοκλήρου από τη ρευστοποίηση των Μ.Α.Κ., που ήδη διέθεταν, πλην των πρώτου, δευτέρου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομης, όγδοου, ενδέκατου, δωδέκατου και δέκατου τρίτου, για τους οποίους το αιτούμενο κεφάλαιο καλύφθηκε από τη ρευστοποίηση των Μ.Α.Κ., που ήδη διέθεταν και κατά το λοιπό ποσό από προϊόν κλειστού προθεσμιακού λογαριασμού, ο οποίος άνοιξε χωρίς οικονομική επιβάρυνση τους. Προς πιστοποίηση της σύναψης των προεκτεθεισών συμβάσεων αγοράς Μ.Α.Ε.Κ. εκ μέρους των εναγόντων εκδόθηκαν από την πρώτη εναγομένη τα αντίστοιχα αποδεικτικά συμμετοχής τους στην έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ., στα οποία διαλαμβανόταν το επενδυθέν εκεί από έκαστο ενάγοντα κεφάλαιο. Εξάλλου, σε προδιατυπωμένο εκ μέρους της πρώτης εναγομένης όρο των συμβάσεων αυτών, όπου όμως, δεν μνημονεύεται οποιοδήποτε ακριβές χαρακτηριστικό της φύσεως των Μ.Α.Ε.Κ., ώστε να δύνανται οι αντισυμβαλλόμενοι ενάγοντες να την αντιληφθούν, αναφέρεται εντούτοις, ότι αυτοί βεβαιώνουν πως διαθέτουν τη γνώση και τις ικανότητες να προβούν στην αξιολόγηση της επενδύσεως τους στα Μ.Α.Ε.Κ. και δηλώνουν, ότι αφενός αποδέχονται τους όρους εκδόσεως και τους παράγοντες κινδύνου, που περιέχονται στο από 5-4-2011 σχετικό ενημερωτικό δελτίο της εναγομένης και αφετέρου ότι δεν τους έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την εναγομένη, οποιοδήποτε υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικά με τα Μ.Α.Ε.Κ. και την απόφαση των εναγόντων να υποβάλουν αίτηση εγγραφής σ’ αυτά. Ωστόσο, στην πραγματικότητα ουδέποτε παραδόθηκε στους ενάγοντες το ως άνω ενημερωτικό φυλλάδιο, όπως ενόρκως κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και ο μάρτυρας των εναγόμενων Γρηγόριος Τζανέτος, ο οποίος μάλιστα δήλωσε, ότι η υποχρέωση της εναγομένης τράπεζας εξαντλείτο, εφόσον το εν λόγω ενημερωτικό δελτίο βρισκόταν σε περίοπτη θέση στα υποκαταστήματα της, πέραν όμως τούτων, ακόμη κι αν οι ενάγοντες το είχαν αναγνώσει (το ενημερωτικό δελτίο) προσεκτικά, δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσουν τη λειτουργία του επίμαχου επενδυτικού προϊόντος. Και τούτο διότι τα επίδικα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν ήταν απλά στην σύλληψη και στην λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, να αποδίδει μια ψευδή, πλασματική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθυγνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και την λειτουργία τους, στον οποίο σαφώς και δεν περιλαμβάνονταν οι ενάγοντες (ακόμη και όσοι εξ αυτών είχαν στο παρελθόν αγοράσει μετοχές της πρώτης εναγομένης ή μετοχές άλλων εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιριών, αφού πρόκειται για διαφορετικής φύσεως επενδυτικά προϊόντα, σε σχέση με τα Μ.Α.Ε.Κ.). Επομένως, η εναγόμενη τραπεζική εταιρία ως προμηθεύτρια επενδυτικών υπηρεσιών εντός του κύκλου της εμπορικής της δραστηριότητας παρείχε μέσω των ανωτέρω προστηθέντων (υπαλλήλων των υποκαταστημάτων) αυτής επενδυτική συμβουλή και σύσταση στους ενάγοντες, οι οποίοι διέθεταν εν προκειμένω και την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικοί αποδέκτες της προαναφερθείσας επενδυτικής υπηρεσίας της εναγομένης, που δεν υπερέβαιναν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δοθέντος ότι αφενός τα επενδυθέντα απ’ αυτούς επίμαχα ποσά δεν ήταν τόσο υψηλά και αφετέρου δεν υπήρχε συστηματική ενασχόληση των εναγόντων με πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές. Τα ανωτέρω δέχτηκε και η Ελληνική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στην υπ’ αριθμ. 9/700/10.12.2014 απόφαση της, δυνάμει της οποίας επέβαλε στην πρώτη εναγομένη πρόστιμο 5.000 ευρώ για παράβαση εκ μέρους της της παρ. 1 του άρθρου 16 της απόφασης 1/452/01.11.2007, καθώς και πρόστιμο 5.000 ευρώ για παράβαση της παρ. 4 του άρθρου 25 το Ν. 3606/2007. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω κίνδυνοι των Μ.Α.Ε.Κ. πραγματώθηκαν, δοθέντος ότι, ενώ η εναγομένη είχε έως την 31-12-2011 καταβάλει στους ενάγοντες τόκους ύψους 7110,23 ευρώ (στον πρώτο), 1143,38 ευρώ (στον δεύτερο), 11.260,28 ευρώ (στον τρίτο), 5493,24 ευρώ (στον πέμπτο), 30342,59 ευρώ (στον έκτο) και 12272,93 (στην έβδομη), 2976,86 ευρώ (στον όγδοο), 2880,14 ευρώ (στον ένατο), 3221,14 ευρώ (στον δέκατο), 104,65 ευρώ (στον ενδέκατο), 10.106,16 ευρώ (στους δωδέκατο και δέκατο τρίτο), 674,91 ευρώ (στον δέκατο τέταρτο), 647,92 ευρώ (στους δέκατη πέμπτη, δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο) γι’ αυτά, εντούτοις στη συνέχεια προέβη, εξαιτίας ακριβώς της οφειλόμενης στην ήδη υπάρχουσα πριν από το έτος 2011 στην Ελλάδα και την Κύπρο προϊούσα οικονομική κρίση ελλείψεως κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας της, στην υποχρεωτική ακύρωση της πληρωμής τόκων ως προς τα εν λόγω αξιόγραφα για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2012, πράγμα το οποίο οι ενάγοντες αντελήφθησαν τον Ιούνιο του έτους 2012, όταν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης τους ενημέρωσαν ότι δεν θα καταβάλλονταν οι τόκοι του τελευταίου εξαμήνου, μετά από εντολή, που δόθηκε από τα κεντρικά της γραφεία. Την 29-3-2013, η εναγόμενη τραπεζική εταιρία τέθηκε, δυνάμει του εκδοθέντος, σύμφωνα με τον από το έτος 2013 Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας περί εξυγιάνσεως πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων, υπ’ αριθμόν 103/2013 Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως προς τη διάσωση της εναγομένης με ίδια μέσα, σε καθεστώς εξυγιάνσεως ένεκα της δεινής οικονομικής της καταστάσεως, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια. Δυνάμει των με αριθμούς 103/29-3-2013 και 278/30-7-2013 Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, τα Μ.Α.Ε.Κ. μετατράπηκαν σε μετοχές Δ’ Τάξης με τιμή μετατροπής 1 ευρώ (ήτοι στην ονομαστική τους αξία) και με ονομαστική αξία κάθε μετοχής στο 1 ευρώ για κάθε ένα ευρώ των παραπάνω χρεών της Τράπεζας. Εν συνεχεία επήλθε μείωση της ονομαστικής αξίας των μετοχών Δ’ τάξης από 1 ευρώ σε 0,01 ευρώ εκάστη, για την διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της εναγόμενης Τράπεζας. Κάθε μία μετοχή Δ’ τάξης μετατράπηκε σε συνήθη μετοχή ονοματικής αξίας 0,01 ευρώ. Εν συνεχεία κάθε 100 μετατραπείσες σε συνήθεις μετοχές αξίας 0,01 ευρώ εκάστη, που ήταν εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο ενώθηκαν σε μία συνήθη μετοχή ονομαστικής αξίας 1,00 ευρώ εκάστη. Οι μη ενοποιημένες μετοχές (πχ αριθμός μετοχών μικρότερος των 100 που υπολείπονταν ανά μέτοχο) ακυρώθηκαν και το ποσό της ονομαστικής αξίας των ακυρωθεισών μετοχών χρησιμοποιήθηκε για την διαγραφή των συσσωρευμένων ζημιών της Τράπεζας. Πλέον όλες οι μετοχές αποτελούν μια ενιαία τάξη παρέχουσες δικαίωμα ψήφου και απόληψης μερισμάτων στους μετόχους. Οι προδιαληφθείσες συνθήκες, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης, με βάση την οποία οι ενάγοντες προέβησαν στην αγορά των επίμαχων ομολόγων, προκάλεσαν την προαναφερόμενη μονομερή, ελλιπή,   ασαφή και παραπλανητική πληροφόρηση των εναγόντων άπειρων αντισυμβαλλομένων αυτής από τους ελλιπώς ενημερωμένους και μη εξειδικευμένους στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών συγκεκριμένους προειρημένους υπαλλήλους της σχετικά με τα αγορασθέντα εν συνεχεία απ’ αυτούς Μ.Α.Ε.Κ. Ειδικότερα, κατέστη φανερό ότι οι ενάγοντες δεν ενημερώθηκαν προσυμβατικά με πλήρη ανάλυση των όρων και χαρακτηριστικών των επίμαχων σύνθετων ομολόγων, καθώς και των τυχόν επενδυτικών κινδύνων εξ αυτών. Παρότι η πρώτη εναγομένη είχε την υποχρέωση να τους παρουσιάσει αναλυτικά τους κινδύνους, που ενείχε η επένδυση στο εν λόγω επενδυτικό προϊόν, στην οποία τους πρότεινε να προβούν, κατά παράβαση της υποχρέωσης αυτής, ουδέποτε τους ενημέρωσε για τον κίνδυνο να μη λάβουν καθόλου τόκους από την ανωτέρω επένδυση ενόψει της δυνατότητας της να μην καταβάλει αυτούς, περαιτέρω, παρόλο που το επενδυτικό αυτό προϊόν ενέπιπτε στην έννοια του πολύπλοκου τραπεζικού προϊόντος. Επομένως, κατά παράβαση των οριζομένων υποχρεώσεων της, η πρώτη εναγομένη ουδεμία ειδική πληροφόρηση παρέσχε στους ενάγοντες, προκειμένου να αντιληφθούν τους πραγματικούς κινδύνους, που ενείχε η επένδυση αυτή και ουδεμία περιγραφή έκανε ως προς τους παράγοντες, που προσδιόριζαν την απόδοση των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων. Με τον τρόπο, που ενήργησε η πρώτη εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, ως το περιεχόμενο τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Η παράλειψη αυτή της πρώτης εναγόμενης ανάγεται στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής, ήτοι στην παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του άρθρου 25 Ν. 3606/2007 υποχρεώσεων της, η δε επιδειχθείσα εν προκειμένω αμελής συμπεριφορά συνιστά το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ. Επιπλέον η πρώτη εναγομένη υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη έναντι των εναγόντων και για τον λόγο ότι, δια της προπεριγραφείσας απατηλής συμπεριφοράς των προαναφερομένων οργάνων της, προκάλεσε με δόλο στους ενάγοντες, οι οποίοι τύγχαναν συντηρητικοί πελάτες αυτής, την απόφαση επένδυσης στα Μ.Χ. και εν συνεχεία της ανταλλαγής τους με τα επίμαχα Μ.Α.Κ και Μ.Α.Ε.Κ., παριστώντας εν γνώσει της ψευδή γεγονότα ως αληθή, ήτοι ότι τα εν λόγω προϊόντα αποτελούσαν ασφαλή τοποθέτηση όμοια με προθεσμιακή κατάθεση, σταθερό επιτόκιο ύψους 5,5% για τα Μ.Α.Κ. και 6,5% για τα Μ.Α.Ε.Κ., περιοδική απόδοση τόκων ανά εξάμηνο και εγγυημένη επιστροφή του επενδυόμενου κεφαλαίου, αποσιωπώντας τους προδιαληφθέντες κινδύνους αυτών, προκαλώντας στους ενάγοντες την ως άνω μείωση της περιουσίας τους, καθώς επεδίωκε την εξισορρόπηση της κλονισμένης κεφαλαιακής της επάρκειας, μέσω της αντλήσεως κεφαλαίων από τη διάθεση των εν λόγω αξιόγραφων. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων κατηύθυναν τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης στην προώθηση των επίμαχων επενδυτικών προϊόντων, τονίζοντας μόνο τα πλεονεκτήματα των συγκεκριμένων προϊόντων, ενώ γνώριζαν ότι ήταν ακατάλληλα προς διάθεση στο ευρύ επενδυτικό κοινό. Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος, …, από το Μάρτιο του έτους 2008 έως και το Μάρτιο του έτους 2013 ήταν γενικός διευθυντής του υποκαταστήματος της τράπεζας Κύπρου (πρώτης εναγομένης) στην Ελλάδα και είχε την ευθύνη των κλασικών τραπεζικών εργασιών (χορηγήσεις, καταθέσεις, κάρτες, leasing, factoring κα). Αντίθετα, οι επενδυτικές υπηρεσίες, η θεματοφυλακή, η διαχείριση κινδύνων το Private Banking, η Κύπρου ΑΕΔΑΚ και η Κύπρου Χρηματιστηριακή, το Treasury (υπηρεσία διαχείρισης διαθεσίμων), η Διεύθυνση προσωπικού, η Διεύθυνση Οργάνωσης και Μεθόδων και η Διεύθυνση Πληροφορικής αναφέρονταν για θέματα εργασιών, πολιτικής, στρατηγικής και ανάπτυξης των εργασιών τους στους αρμόδιους Γενικούς Διευθυντές της Τράπεζας Κύπρου στην Κύπρο, όπου αυτοί έδρευαν. Ο ίδιος δε αναφερόταν κατά τα χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του έτους 2008 μέχρι το Μάιο του έτους 2010 στο Διευθύνοντα Σύμβουλο της Τράπεζας …, μέλος του Δ. Σ. της πρώτης εναγομένης και από την 1-5-2010 μέχρι και το Μάρτιο του έτους 2013 στον …, Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο και επίσης μέλος του Δ. Σ. της πρώτης εναγομένης. Επομένως, ο δεύτερος εναγόμενος δεν είχε καμία συμμετοχή στη λήψη οιασδήποτε απόφασης για την έκδοση των επίμαχων Μ.Α.Ε.Κ. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη διαδικασία, προώθησης των Μ.Α.Ε.Κ. επόπτευε και ήλεγχε παντοιοτρόπως την εξέλιξη και πορεία των πωλήσεων, προτρέποντας τους υπαλλήλους της πρώτης εναγομένης να ενεργοποιηθούν για την κάλυψη των στόχων και ασκώντας πίεση σε αυτούς με την αποστολή είτε ηλεκτρονικών μηνυμάτων είτε σχετικών σημειωμάτων, ούτε ότι είχε δώσει εντολές και οδηγίες να μην τηρούνται οι νόμιμες διαδικασίες κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών. Ο ανωτέρω ισχυρισμός των εναγόντων δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, καθώς στις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων …. και …, πέραν των γενικών αναφορών περί άσκησης πίεσης εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης για την επίτευξη του στόχου της προώθησης των Μ.Α.Ε.Κ. ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά γίνεται στο πρόσωπο του δευτέρου εναγομένου και στις επιμέρους ενέργειες στις οποίες προέβη, ενώ, επιπλέον, ουδέν σχετικό με τα επίδικα Μ.Χ. Μ.Α.Κ. ή Μ.Α.Ε.Κ: εσωτερικό έγγραφο, υπογεγραμμένο από το δεύτερο εναγόμενο, προσκομίζεται, το οποίο να αποδεικνύει τον ως άνω ισχυρισμό. Περαιτέρω, ο τρίτος εναγόμενος, …, κατά το χρονικό διάστημα από 20-5-2010 έως 5-6-2011 εργαζόταν ως Διευθυντής στη Διεύθυνση Χρηματιστηριακών Υπηρεσιών, Θεματοφυλακής και Επενδύσεων στο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης στην Ελλάδα και ιεραρχικά υπαγόταν στον αντίστοιχο Διευθυντή της ως άνω Διεύθυνσης στην Κύπρο, …. Εξάλλου, ο τομέας στον οποίο υπηρέτησε ο τρίτος εναγόμενος βρισκόταν εκτός του δικτύου καταστημάτων της πρώτης εναγομένης, λειτουργούσε ανεξάρτητα (οργανικά και ιεραρχικά) από αυτά και παρείχε μόνο, μαζί με άλλα συναρμόδια στελέχη της Τράπεζας, συμπληρωματική ενημέρωση και συμβουλευτικές υπηρεσίες στους Περιφερειακούς Διευθυντές, τους Διευθυντές και τα αρμόδια   στελέχη των υποκαταστημάτων της πρώτης εναγομένης, καθώς και σε όσους πελάτες απευθύνονταν απευθείας στον τμήμα των Επενδυτικών Κόμβων (επικεφαλής του οποίου, ως εκ της άνω θέσης του, ήταν ο τρίτος εναγόμενος), χωρίς να έχει καμία αρμοδιότητα άσκησης εποπτείας και ελέγχου των υπαλλήλων, οι οποίοι έρχονταν σε επαφή με το συναλλακτικό κοινό. Στο πλαίσιο των άνω αρμοδιοτήτων του και αμέσως μετά την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της Τράπεζας Κύπρου (23-3-2011) για την έκδοση και διάθεση του επίδικου προϊόντος (Μ.Α.Ε.Κ.) ο τομέας στον οποίο προίστατο ο τρίτος εναγόμενος ανέλαβε το έργο της σύνταξης της σχετικής παρουσίασης του εν λόγω προϊόντος στους   Διευθυντές των υποκαταστημάτων της πρώτης εναγομένης στην Ελλάδα, στις επιμέρους περιφερειακές συναντήσεις, που πραγματοποιήθηκαν. Πράγματι, ο τρίτος εναγόμενος συνέταξε την προσκομιζόμενη από Απριλίου 2011 παρουσίαση, στην οποία γινόταν σαφής και λεπτομερής αναφορά στους ειδικούς κινδύνους και τους νέους αυστηρότερους όρους του επίδικου προϊόντος (ακύρωση τόκου   και υποχρεωτική μετατροπή σε μετοχές), ενώ, επιπλέον, γινόταν σύγκριση με τα αντίστοιχα προγενέστερα προϊόντα έκδοσης της πρώτης εναγομένης [ΚΥΠΡΟ 1 -Μετατρέψιμα Χρεόγραφα (Μ.Χ.) και ΚΥΠΡΟ 2 – Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Κεφαλαίου (Μ.Α.Κ.)]. Ακολούθως δε, στις περιφερειακές συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν, ο τρίτος εναγόμενος, αφού ενημέρωνε τους Διευθυντές των καταστημάτων για τους λόγους για τους οποίους το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας εισηγήθηκε στη Γενική Συνέλευση την έκδοση των Μ.Α.Ε.Κ., που ήταν η ανάγκη για διατήρηση και περαιτέρω ενίσχυση των πρωτοβάθμιων κεφαλαίων της Τράπεζας (σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 3-3-2011 παρουσίαση που είχε πραγματοποιηθεί από την Κεντρική Διοίκηση της Τράπεζας Κύπρου), στη συνέχεια τους παρουσίαζε αναλυτικά τους όρους έκδοσης, τις ιδιότητες και τους κινδύνους των νέων επενδυτικών προϊόντων (Μ.Α.Ε.Κ.), ακολουθώντας την άνω παρουσίαση, που ο ίδιος είχε συντάξει, ενώ, παράλληλα, τους επεσήμανε, ότι για τυχόν εξειδικευμένες πληροφορίες θα έπρεπε να παραπέμπουν τους πελάτες τους στους επενδυτικούς κόμβους. Επομένως, δεν αποδείχτηκε, ότι η ενημέρωση, που παρείχε ο τρίτος εναγόμενος ήταν ελλιπής και παραπλανητική, δίνοντας έμφαση μόνο   στα πλεονεκτήματα του εν λόγω προϊόντος και υποβαθμίζοντας του κινδύνους αυτού. Τα ανωτέρω προκύπτουν, μεταξύ άλλων, και από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων …, στις προσκομιζόμενες από τον τρίτο εναγόμενο ένορκες βεβαιώσεις τους, καθώς και από τις ένορκη κατάθεση του μάρτυρα … , στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ενώ δεν αντικρούονται από όσα διαλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων …, στις οποίες, άλλωστε, ουδεμία συγκεκριμένη αναφορά γίνεται στο πρόσωπο και στις ενέργειες του τρίτου εναγομένου. Ομοίως, απορριπτέος ως αναπόδεικτος και αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι ο τρίτος εναγόμενος είχε δώσει οδηγίες να μην τηρούνται οι νόμιμες διαδικασίες κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, για τον πρόσθετο λόγο, ότι ο τρίτος εναγόμενος ουδεμία αρμοδιότητα διοίκησης ή εποπτείας των υπαλλήλων των καταστημάτων είχε. Επομένως, αποδείχθηκε ότι δε γεννάται στο πρόσωπο του δευτέρου και του τρίτου των εναγομένων ευθύνη από αδικοπραξία. Συντρέχουν, όμως, όπως προεκτέθηκε, οι προϋποθέσεις αποζημίωσης των εναγόντων για την καταβολή της οποίας ευθύνεται η πρώτη εναγομένη, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων και την απατηλή συμπεριφορά των υπαλλήλων – προστηθέντων της, η οποία και οδήγησε αιτιωδώς στην άνω ζημία τους, απορριπτόμενων κατ’ ουσίαν των προβληθεισών εκ μέρους της πρώτης εναγομένης προειρημένων ενστάσεων περί καταχρηστικής ασκήσεως των αγωγικών δικαιωμάτων καθώς και συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων εξαιτίας πλήρους γνώσεως εκ μέρους αυτών, κατά την κατάρτιση των προαναφερομένων συμβάσεων, της φύσεως και των κινδύνων των Μ.Χ., των Μ.Α.Κ και εν συνεχεία των Μ.Α.Ε.Κ. ή της συνδρομής τουλάχιστον δυνατότητας τους να λάβουν τότε τέτοια γνώση, καθόσον, ως προελέχθη, επρόκειτο για ένα σύνθετο τραπεζικό προϊόν, για τη φύση του οποίου ουδέποτε τους δόθηκαν οι απαιτούμενες διασαφήσεις. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων ως προς την έκταση της ζημίας τους, την οποία και θα περιόριζαν, αν είχαν πουλήσει τα Μ.Α.Ε.Κ. την 01-01-2010 στο Χρηματιστήριο, όταν, δηλαδή, για πρώτη φορά ενημερώθηκαν με την από 31-12-2009 έγγραφη ενημέρωση της τράπεζας (statement) για την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους και συνειδητοποίησαν, ότι αφενός μεν είχαν επενδύσει σε χρηματιστηριακό προϊόν, αφετέρου δε ότι επήλθε αύξηση και επομένως θα μπορούσε να επέλθει και μείωση της αξίας του κεφαλαίου τους και ως εκ τούτου κίνδυνος εκ της επένδυσης τους στα Μ.Χ., στα Μ.Α.Κ. και εν συνεχεία στα Μ.Α.Ε.Κ., θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα ως άνω εκτεθέντα, οι ενάγοντες δεν είχαν ιδιαίτερη εμπειρία και γνώση περί της διενέργειας συναλλαγών στις εν λόγω αγορές, ώστε να δύνανται να διαβλέψουν την επερχόμενη ζημία τους σε ένα τόσο πρώιμο χρονικό στάδιο. Ακόμη όμως και όταν κατά τον Ιούλιο του έτους 2012 οι περισσότεροι εξ αυτών συνειδητοποίησαν, ότι δεν τους καταβλήθηκαν οι αναλογούντες τόκοι εκ των υφισταμένων Μ.Α.Ε.Κ. που κατείχαν, απευθύνθηκαν στον αρμόδιο υπάλληλο του υποκαταστήματος της πρώτης εναγομένης, με τον οποίο συναλλάσονταν, προκειμένου να λάβουν τις απαραίτητες πληροφορίες, εκδηλώνοντας παράλληλα και την ανησυχία τους για όσα συνέβαιναν. Όλοι, όμως, οι προαναφερθέντες υπάλληλοι καθησύχασαν τους ενάγοντες, διαβεβαιώνοντας τους πως επρόκειτο απλώς για τυπικά έγγραφα, με τα οποία και δεν έπρεπε να ασχοληθούν, οι δε ενάγοντες πείσθηκαν στις ανεπιφύλακτες αυτές διαβεβαιώσεις, επιδεικνύοντας για μία ακόμη φορά εμπιστοσύνη στους υπαλλήλους της εναγομένης. Εξ αυτού του λόγου και δεν ασχολήθηκαν περαιτέρω με το εν λόγω ζήτημα, έχοντας την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να υποστούν καμία ζημία και χωρίς να εξετάσουν το ενδεχόμενο πώλησης των επίμαχων Μ.Α.Ε.Κ., καθώς εξακολουθούσαν να αγνοούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία των προϊόντων αυτών. Σε κάθε περίπτωση, η πώληση από τους ενάγοντες των Μ.Α.Ε.Κ. αυτών στη δευτερογενή αγορά δεν ανταποκρινόταν στο προπεριγραφέν συντηρητικό επενδυτικό τους προφίλ, ενώ, ακόμη κι αν είχαν υποβάλει προς την εναγομένη αίτημα εξαγοράς των εν λόγω Μ.Α.Ε.Κ., αυτή δεν ήταν κατά τους ανωτέρω όρους εκδόσεως τους υποχρεωμένη να τα εξαγοράσει ή τουλάχιστον να τα ανακαλέσει. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης. Περαιτέρω, η θετική ζημία των εναγόντων συνίσταται στο ποσό (ονομαστική αξία), που έκαστος εξ αυτών κατέβαλε για την αγορά των ως άνω επενδυτικών προϊόντων, και συγκεκριμένα στο ποσό των 150.000 ευρώ για τον πρώτο, στο ποσό των 20.000 ευρώ για τον δεύτερο, στο ποσό των 183.526 ευρώ για τον τρίτο, στο ποσό των 60.000 ευρώ για τον τέταρτο, στο ποσό των 110.000 ευρώ για τον πέμπτο, στο ποσό των 598.109 ευρώ για τον έκτο, στο ποσό των 303.600 ευρώ για την έβδομη, στο ποσό των 55.000 ευρώ για τον όγδοο, στο ποσό των 54.000 ευρώ για τον ένατο, στο ποσό των 52.500 ευρώ για τον δέκατο, στο ποσό των 19.500 ευρώ για τον ενδέκατο, στο ποσό 250.000 ευρώ για τον δωδέκατο και τον δέκατο τρίτο, στο ποσό των 11.000 ευρώ για τον δέκατο τέταρτο, στο ποσό των 10.000 ευρώ για τους δέκατη πέμπτη, δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο στο ποσό των 150.000 ευρώ για τον πρώτο, στο ποσό των 20.000 ευρώ για τον δεύτερο, στο ποσό των 45.000 ευρώ για την τρίτη, στο ποσό των 44.000 ευρώ για τον τέταρτο, στο ποσό των 100.000 ευρώ για τους πέμπτη και έκτο, στο ποσό των 50.000 ευρώ για την έβδομη, στο ποσό των 12.000 ευρώ για τον όγδοο, στο ποσό των 20.000 ευρώ για την ένατη, χωρίς όμως να αφαιρεθεί η ονομαστική αξία των μετοχών της πρώτης εναγόμενης τράπεζας, που διαθέτουν σήμερα οι ενάγοντες. Και τούτο, διότι η πραγματική σημερινή αξία των εν λόγω μετοχών, λόγω της προπεριγραφόμενης καθοδικής πορείας των Μ.Α.Ε.Κ., είναι μηδενική, εφόσον δεν υπάρχει πλέον το ανάλογο αγοραστικό ενδιαφέρον προς απόκτησή τους. Επιπλέον τα ως άνω ποσά των τόκων, που έλαβαν οι ενάγοντες κατά την περίοδο από 01-01-2008 έως 31-12-2011, δεν είναι κέρδος των εναγόντων από τη ζημία τους αλλά απότοκος των συναφθείσων μεταξύ αυτών και της εναγομένης συμβάσεων με συγκεκριμένες απολήψεις. Πράγματι, οι τόκοι που έλαβαν οι ενάγοντες ως απόδοση των χρεωγράφων είναι μεν κέρδος τους από την κυριότητα των τίτλων αυτών, πλην όμως το κέρδος αυτό προέρχεται όχι από την ζημία, που υπέστησαν εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με όποιο πρόσφορο τρόπο μπορούσε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους ενάγοντες. Έτσι οι τελευταίοι δικαιούνται να κρατήσουν το σύνολο των εισπραχθέντων τόκων. Αλλωστε η απόδοση αυτών με τη μορφή συνυπολογισμού τους στη ζημία των εναγόντων, θα αντέκειτο στις αρχές της καλής πίστεως, αφού οι τελευταίοι τους έχουν ήδη εισπράξει και με τον συνυπολογισμό τους θα μειωνόταν κατά πολύ η επιδικασθησομένη αποζημίωση από την απώλεια του κεφαλαίου τους, απορριπτόμενης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης της ένστασης της πρώτης εναγομένης περί συνυπολογισμού στην αποζημίωση των εναγόντων του ποσού των τόκων που αυτοί έλαβαν, καθώς και του ποσού, που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία των μετοχών, που οι ενάγοντες κατέχουν σήμερα. Επιπροσθέτως, όσον αφορά την ένσταση της εναγομένης περί ελλείψεως ως προς αυτήν παρανομίας, υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας αναφορικά με την ως άνω ζημία των εναγόντων λόγω της παροχής πλήρους και σαφούς ενημέρωσης θα πρέπει να απορριφθεί, αφού η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας εις βάρος των εναγόντων αντισυμβαλλόμενων πελατών αυτής και καταναλωτών στο πλαίσιο της χορηγήσεως σ’ αυτούς επενδυτικής συμβουλής και συστάσεως για την αγορά των επίμαχων Μ.Χ., Μ.Α.Κ. και Μ.Α.Ε.Κ. αντί του προαναφερθέντος τιμήματος συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία των εναγόντων, δεδομένου ότι η επένδυση επιχειρήθηκε χωρίς να παρασχεθεί στους ενάγοντες η αναγκαία ενημέρωση, ώστε να κατανοήσουν τη μορφή και το περιεχόμενο της επένδυσης και να αποφασίσουν εάν θα προβούν σε αυτήν, με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, απορριπτόμενης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης της σχετικής ένστασης της. Συνεπεία της προπεριγραφείσας παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας, οι ενάγοντες υπέστησαν ένεκα της στενοχώριας και της ψυχικής ταλαιπωρίας, που δοκίμασαν ηθική βλάβη για την χρηματική ικανοποίηση της οποίας ενόψει της έκτασης της ζημίας τους, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της αντιδίκου τους, και της κοινωνικοοικονομικής θέσης και κατάστασης εκάστου των μερών, πρέπει να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο ποσό των 5.000 ευρώ για τον πρώτο, το ποσό των 2.000 ευρώ για τον δεύτερο, το ποσό των 5.000 ευρώ για τον τρίτο, το ποσό των 3.000 ευρώ για τον τέταρτο, στο ποσό των 3.000 ευρώ για τον πέμπτο, το ποσό των 6.000 ευρώ για τον έκτο, στο ποσό των 6.000 ευρώ για την έβδομη, στο ποσό των 2.000 ευρώ για τον όγδοο, στο ποσό των 2.000 ευρώ για τον ένατο, το ποσό των 2.000 ευρώ για τη δέκατη, το ποσό των 2.000 ευρώ για τον ενδέκατο, στο ποσό 5.000 ευρώ για τον δωδέκατο και 5.000 τον δέκατο τρίτο, στο ποσό των 2.000 ευρώ για τον δέκατο τέταρτο, στο ποσό των 2.000 ευρώ για τους δέκατη πέμπτη, δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο εξ αυτών. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως προς το δεύτερο και τον τρίτο των εναγομένων, ενώ πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την πρώτη εναγομένη και να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει: 1) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εκατόν πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (155.000) ευρώ, ήτοι 150.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 5000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 2) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων (22.000) ευρώ, ήτοι 20.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 3) στην τρίτο ενάγοντα το ποσό των εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι έξι (188.526) ευρώ, ήτοι 183.526 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής της ζημίας και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 4) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των εξήντα τριών χιλιάδων (63.000) ευρώ, ήτοι 60.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 5) στον πέμπτο το ποσό εκατόν δέκα τριών χιλιάδων (113.000 ευρώ), ήτοι 110.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 6) στον έκτο το ποσό εξακοσίων τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εννέα ευρώ (604.109) ευρώ, ήτοι 598.109 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 7) στην έβδομη το ποσό των τριακοσίων εννέα χιλιάδων και εξακοσίων ευρώ (309.600 ευρώ), ήτοι 303.600 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 8) στον όγδοο το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων (57.000) ευρώ, ήτοι 55.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 9) στον ένατο το ποσό εκατόν πενήντα έξι χιλιάδων (56.000 ευρώ), ήτοι 54.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 10) στη δέκατη το ποσό πενήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (54.500 ευρώ), ήτοι 52.500 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 11) στον ενδέκατο το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων (17.000 ευρώ), ήτοι 15.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 12) στους δωδέκατο και δέκατο τρίτο το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (250.000 ευρώ) για την αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον καθένα, 13) στον δέκατο τέταρτο ποσό δώδεκα χιλιάδων (12.000 ευρώ), ήτοι 11.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας και 1.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 14) στους δέκατη πέμπτη, δέκατο έκτο, δέκατο έβδομο το ποσό έντεκα χιλιάδων (11.000 ευρώ), ήτοι 10.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας και 1.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση. Επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, αφού δεν αποδεικνύεται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στους ενάγοντες, καθόσον επρόκειτο για χρήματα, που σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν στο μέλλον προς εξασφάλιση της διαβίωσης των ιδίων σε προχωρημένη ηλικία και των τέκνων τους (κατά περίπτωση), όπως εκθέτουν οι ίδιοι, ενώ δεν προκύπτει παράλληλα ότι κινδυνεύει η διατροφή των ιδίων και της οικογένειας τους και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημά τους αυτό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

 

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς το δεύτερο και τον τρίτο των εναγομένων.

 

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εναγομένη να καταβάλει: 1) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εκατόν πενήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (155.000) ευρώ, ήτοι 150.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 5000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 2) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων (22.000) ευρώ, ήτοι 20.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 3) στην τρίτο ενάγοντα το ποσό των εκατόν ογδόντα οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι έξι (188.526) ευρώ, ήτοι 183.526 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής της ζημίας και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 4) στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των εξήντα τριών χιλιάδων (63.000) ευρώ, ήτοι 60.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 5) στον πέμπτο το ποσό εκατόν δέκα τριών χιλιάδων (113.000 ευρώ), ήτοι 110.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 6) στον έκτο το ποσό εξακοσίων τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εννέα ευρώ (604.109) ευρώ, ήτοι 598.109 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 7) στην έβδομη το ποσό των τριακοσίων εννέα χιλιάδων και εξακοσίων ευρώ (309.600 ευρώ), ήτοι 303.600 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 8) στον όγδοο το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων (57.000) ευρώ, ήτοι 55.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 9) στον ένατο το ποσό εκατόν πενήντα έξι χιλιάδων (56.000 ευρώ), ήτοι 54.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 10) στη δέκατη το ποσό πενήντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (54.500 ευρώ), ήτοι 52.500 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 11) στον ενδέκατο το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων (17.000 ευρώ), ήτοι 15.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας και 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 12) στους δωδέκατο και δέκατο τρίτο το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (250.000 ευρώ) για την αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας και 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον καθένα, 13) στον δέκατο τέταρτο ποσό δώδεκα χιλιάδων (12.000 ευρώ), ήτοι 11.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας και 1.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 14) στους δέκατη πέμπτη, δέκατο έκτο, δέκατο έβδομο το ποσό έντεκα χιλιάδων (11.000 ευρώ), ήτοι 10.000 ευρώ για την αποκατάσταση της θετικής τους ζημίας και 1.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση.

 

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ όλων των διαδίκων.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26.04.2017.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/mprath%201902.htm