ΑΠ 114/2022 Αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία – Επένδυση χωρίς εντολή σε τραπεζικό ομόλογο – Αμέλεια προστηθέντων τράπεζας – Μη ριζική μεταβολή της έννοιας της αμέλειας – Ένσταση περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας -.

62

Αν με το δικόγραφο της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, η οποία είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί να μη μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σε αυτήν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής. Επένδυση από προστηθέντες τράπεζας ποσών σε τραπεζικό ομόλογο χωρίς εντολή και γνώση των πελατών της τράπεζας. Πλημμελής άσκηση της νόμιμης υποχρέωσης των προστηθέντων της τράπεζας για ενημέρωση των επενδυτών. Απόρριψη ένστασης περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας αναφορικά με το ποσό των τόκων που οι ενάγοντες έλαβαν ως απόδοση του επίδικου ομολόγου. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Αριθμός 114/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα – Χριστοδουλέα -Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα – Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ., 2) ., κατοίκων Ρόδου, οι οποίο ιεκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 381/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6194/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/12/2020 αίτηση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 14-12-2020 (./14-12-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 6194/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ’ άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα) ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της (Ολ.Α.Π. 13/1995), όπως και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που απαράδεκτα (άρθρ. 224 του Κ.Πολ.Δ.) εισάγουν νέα ή μεταβάλλουν υπάρχουσα αγωγική βάση. Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του περιστατικά, διαφορετικά μεν, αλλά συναφή με τα περιστατικά της αγωγής, που προέκυψαν από τις αποδείξεις (Α.Π. Α.Π. 609/2012) ή, γενικότερα, περιστατικά που δεν περιέχονται μεν στην αγωγή, αλλά δεν συνιστούν ουσιώδη μεταβολή του αντικειμένου της ούτε αναιρούν την ταυτότητα του βιοτικού συμβάντος, όπως, επί αγωγής από αδικοπραξία, περιστατικά υπαιτιότητας, που προκύπτουν από τις αποδείξεις και δεν προσδίδουν στην απόφαση εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (Α.Π. 83/2021, Α.Π. 180/2011). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, αν με το δικόγραφο της αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι μια αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής, με βάση τα ειδικότερα (διευκρινιστικά) περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σΛ αυτήν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (Α.Π. 832/2011, Α.Π. 1854/2011, Α.Π. 180/2011, Α.Π. 1653/2010, Α.Π. 1404/2008, Α.Π. 1781/2006, Α.Π. 220/2003, Α.Π. 1065-1066/2003, Α.Π. 483/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προσάπτουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, υποστηρίζει ότι, ενώ στην αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν δόλια παραπλάνηση τους από τους προστηθέντες υπαλλήλους τους, με τη χωρίς εντολή και γνώση τους, επένδυση των χρημάτων τους σε τραπεζικό ομόλογο, επικουρικά δε αμελή συμπεριφορά τούτων, εν τούτοις, το Εφετείο, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι αυτοί (ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες) ζήτησαν να τοποθετήσουν τα χρήματα τους σε μια επένδυση με υψηλότερη απόδοση από εκείνη της προθεσμιακής κατάθεσης, λόγω της πλημμελούς εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της άσκησης της νόμιμης υποχρέωσης τους για ενημέρωση των επενδυτών, πίστευαν πεπλανημένα ότι η επένδυση τους ήταν εξασφαλισμένη…», δηλαδή, ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 5-6-2013 (./6-6-2013) αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες εκθέτουν τα εξής: «Είμαστε σύζυγοι και από το 2005 συνταξιούχοι… εισπράξαμε σαν εφάπαξ αποζημίωση το συνολικό ποσό των 200.000 ευρώ… Ο διευθυντής του υποκαταστήματος της εναγομένης στη Ρόδο… μας πρότεινε να αξιοποιήσουμε κάποιο από τα προγράμματα προθεσμιακής κατάθεσης της εναγομένης, προκειμένου να έχουμε ένα επιπλέον εισόδημα… Εμπιστευόμενοι λοιπόν το… Διευθυντή του Υποκαταστήματος της εναγομένης στη Ρόδο, υπογράψαμε ένα έγγραφο για την μεταφορά των χρημάτων στην προθεσμιακή κατάθεση, με την πεποίθηση που είχε δημιουργήσει ο ως άνω Διευθυντής, ότι δηλαδή τα χρήματα μας θα τοποθετούνταν σε προθεσμιακή κατάθεση δεκαετούς διάρκειας που όμως με μία προειδοποίηση ενός μήνα θα μπορούσαμε να τα εισπράξουμε… χωρίς να υφίσταται παρόμοια εντολή μας και χωρίς βεβαίως τη γνώση ή πολύ περισσότερο τη συναίνεση μας, την 1η Αυγούστου 2005, αγοράστηκαν στο όνομα και για λογαριασμό μας με την υπογραφή του κ. …, υπαλλήλου της εναγομένης, δύο ομολογιακοί τίτλοι με συνολική χρέωση του λογαριασμού μας, ύψους 152.152,69€… στα δριμύτατα παράπονα μας, λάβαμε τις άκρως καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις του κ. … ότι δηλαδή οι επίμαχες αγορές εκτελέστηκαν άνευ εντολής μας για να προλάβουμε να επωφεληθούμε από την έκδοση και διάθεση των εν λόγω τίτλων στο κοινό καθώς, τάχα, επρόκειτο για ομολογιακούς τίτλους που είχαν αξιολογηθεί ως μηδενικού επενδυτικού κινδύνου και συνιστούσαν επένδυση άκρως ασφαλή… Τον Αύγουστο του 2008… για πρώτη φορά πληροφορηθήκαμε ότι δεν είχαμε κάποια προθεσμιακή κατάθεση στην εναγομένη, αλλά ομόλογα… μπροστά στην άρνηση μας να διατηρήσουμε να ομόλογα αυτά και μπροστά στις επανειλημμένες πιέσεις μας να ρευστοποιηθούν τα ομόλογα αυτά και να μας αποδοθούν τα χρήματα μας αναγκάσθηκε να μας αποκαλύψει ότι ο λόγος που έπρεπε να περιμένουμε ήταν ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή τα ομόλογα αυτά δεν εμφάνιζαν τιμή στην αγορά, δεν διαπραγματεύονταν και συνεπώς δεν μπορούσαμε να τα πωλήσουμε και να εισπράξουμε τα χρήματα μας… Η εναγομένη, μέσω των προστηθέντων υπαλλήλων της, παράνομα, υπαίτια και δόλια μας κατέπεισε ότι τα χρήματα μας θα τοποθετηθούν σε προθεσμιακή κατάθεση, ενώ αυτοβούλως και ασφαλώς δίχως αντίστοιχη εντολή μας τοποθέτηση το συνολικό ποσό των 86.276,00€ στο ομόλογο Aspis Finance … δίχως να λάβει υπόψη τον συντηρητικό μας χαρακτήρα, τις επιδιώξεις μας και πολύ περισσότερο δίχως να μας γνωρίσει τα προϊόντα αυτά, ώστε να είμαστε σε θέση να λάβουμε μόνοι μας την όποια επενδυτική απόφαση… συνεπεία της προεκτεθείσας συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστημεν περιουσιακή ζημία την οποία πρέπει να μας αποκαταστήσει η εναγομένη και η οποία αποτιμάται… κατά το ποσό των 152.152,69€… τα εν λόγω ομόλογα ουδέποτε βεβαίως θα είχαμε αγοράσει εάν γνωρίζαμε τα αληθή χαρακτηριστικά τους που μας απέκρυψε δολίως η εναγόμενη εταιρεία… Επειδή όλως επικουρικά η πλημμελής εκπλήρωση της συναφθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από μέρους της εναγομένης τράπεζας, λόγω μη παροχής με αντικειμενικό τρόπο των απαραίτητων εξηγήσεων και συμβουλών…». Περαιτέρω, από την επιτρεπτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: «Οι ενάγοντες είναι σύζυγοι… το έτος 2005, που συνταξιοδοτήθηκαν, λαμβάνοντας ως αποζημίωση το ποσό των 200.000 ευρώ. Θέλοντας να επενδύσουν τα χρήματα τους αυτά, απευθύνθηκαν στο υποκατάστημα της εναγομένης στη Ρόδο, όπου ήταν η κατοικία τους… Επιθυμούσαν οι ενάγοντες να τοποθετήσουν τα χρήματα τους σε μια επένδυση με υψηλότερη απόδοση από εκείνη της προθεσμιακής κατάθεσης, στην οποία είχαν αρχικά τοποθετήσει το ποσό αυτά, αλλά εξίσου ασφαλή. Ο τότε διευθυντής του καταστήματος τους πρότεινε να επενδύσουν το ποσό αυτά σε τρία ομόλογα, των οποίων εγγυήτριες για την πληρωμή τους στο χρόνο λήξης τους ήταν οι τραπεζικές εταιρείες ΕΓΝΑΤΙΑ, ΑΣΠΙΣ και ΑΤΤΙΚΑ, αντιστοίχως. Έτσι, οι ενάγοντες διέθεσαν το άνω ποσό για την αγορά των ομολόγων και συγκεκριμένα ενός ομολόγου της ΕΓΝΑΤΙΑ Τράπεζας, ονομαστικής αξίας 50.000 ευρώ, τριετούς διάρκειας, το οποίο πληρώθηκε κανονικά κατά τη λήξη του, ενός ομολόγου με την ονομασία Attica Funds, έκδοσης της θυγατρικής εταιρείας της ΑΤΤΙΚΑ τράπεζας Attica Funds Pls, στο οποίο τοποθέτησαν το ποσό των 65.876,69 ευρώ, δεκαετούς διάρκειας, λήξης την 24-3-2015, το οποίο, όμως οι ενάγοντες αποδεχόμενοι πρόταση της ΑΤΤΙΚΑ τράπεζας το εξαγόρασαν στο 60% της αξίας του, την 30-9-2013, ενώ σ’ αυτούς (επενδυτές), που το κατείχαν κατά τη λήξη του (24-3-2015) η εν λόγω τράπεζα κατέβαλε το 100% της ονομαστικής του αξίας και τέλος το επίδικο ομόλογο …, με την ονομασία Aspis Funds Pls, έκδοσης της θυγατρικής εταιρείας της ΑSPIS ΒΑΝΚ, ΑSPIS ΡΙΝΑΝCΕ ΡΙC, την 10-2-2015, στο οποίο τοποθέτησαν το ποσό των 86.276 ευρώ… Οι ενάγοντες σχετικώς με το τελευταίο επίδικο ομόλογο ελάμβαναν έως την 10-11-2011 τους συμφωνημένους τόκους και συγκεκριμένα έλαβαν 22.018,64 ευρώ… τον Δεκέμβριο του έτους 2011… ανακλήθηκε η άδεια λειτουργία της εγγυήτριας του ομολόγου ΑSΡΙS ΒΑΝΚ, λόγω ανεπάρκειας των κεφαλαίων της… Οι ενάγοντες γνώριζαν πολύ καλά ότι αγοράζουν τρία ομόλογα συγκεκριμένης διάρκειας και λήξης, καθόσον επιθυμούσαν να επενδύσουν τα χρήματα τους, προσδοκώντας μεγαλύτερη απόδοση από εκείνη της προθεσμιακής, στην οποία τα είχαν αρχικά τοποθετήσει… Το επίδικο ομόλογο ήταν προϊόν μειωμένης διασφάλισης, κατά την έκδοση του… αυξημένου επενδυτικού κινδύνου… και μειωμένης διασφάλισης… Περαιτέρω, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης, κατά την παροχή των επενδυτικών τους συμβουλών προς τους ενάγοντες, τον Αύγουστο του 2005, παρότι είχαν ενημέρωση για το ως άνω επενδυτικό προϊόν, δεδομένου ότι είχαν γνώση ως εκ της αρμοδιότητας των, του ως άνω ενημερωτικού δελτίου της εκδότριας του άνω ομολόγου που κυκλοφόρησε στις 28-2-2005, δηλαδή, πριν την επίδικη επένδυση και γνώριζαν ότι επρόκειτο για επενδυτικό προϊόν μειωμένης διασφάλισης καθώς και την πιθανότητα απώλειας των κεφαλαίων των επενδυτών, δεν αποδείχθηκε ότι ενημέρωσαν τους ενάγοντες εγγράφως αλλά ούτε και προφορικώς για τα προαναφερόμενα ειδικότερα χαρακτηριστικά της προτεινόμενης από τους ίδιους επένδυσης και για τους κινδύνους που διέτρεχαν, ενόψει και της προαναφερόμενης πιστοληπτικής διαβάθμισης του επίδικου ομολόγου αλλά και της εγγυήτριας τράπεζας. Ούτε βεβαίως αποδείχθηκε ότι ήλεγξαν την καταλληλότητα του για τους ενάγοντες, με βάση την επενδυτική τους εμπειρία καθώς και την προθυμία τους για διακινδύνευση, καθόσον αυτοί επιθυμούσαν… τοποθέτηση των χρημάτων τους σε μια ασφαλή επένδυση, αποδοτικότερη από εκείνη της προθεσμιακής κατάθεσης και όχι μειωμένης διασφάλισης, όπως το επίδικο ομόλογο… Λόγω των ως άνω παραλείψεων των εναγομένων, οι ενάγοντες πίστευαν πεπλανημένα ότι η επένδυση τους ήταν εξασφαλισμένη, τουλάχιστον, ως προς το κεφάλαιο, ενώ ο κίνδυνος που αναλάμβαναν ήταν, μόνον ως προς την απόδοση της επένδυσης. Οι ενάγοντες δεν ήταν γνώστες των χρηματοοικονομικών επενδύσεων… υπάγονται στην έννοια του καταναλωτή και πρέπει να τύχουν προστασίας του ν. 2251/1994, διότι δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή… και δεν μπορεί να θεωρηθούν κατ’ αντικειμενική κρίση ως επαγγελματίες στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συναλλαγής…, οι δε προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης παρέλειψαν, υπαιτίως, επιδεικνύοντας αμέλεια, την υποχρέωση τους να τους ενημερώσουν και να τους διαφωτίσουν σχετικά με τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικά της επένδυσης, την οποία τους υπέδειξαν να επιχειρήσουν, με συνέπεια οι συγκεκριμένοι διάδικοι να μην έχουν κατανοήσει, τουλάχιστον, τους κινδύνους να υποστούν απώλεια του κεφαλαίου…». Από τις ανωτέρω παραδοχές καταδεικνύεται ότι δεν μεταβάλλεται, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, η επικουρική ιστορική βάση της αγωγής, αλλά συγκεκριμενοποιείται, με βάση τα περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και, συνεπώς, δεν μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας ούτε προσδίδεται σ’ αυτήν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής.

Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον, υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς, αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη, πορεία των πραγμάτων (άρθρο 298 του Α.Κ.), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται, μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται (εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση), για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη. Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει το ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στο ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (Α.Π. 1082/2021, Α.Π. 1350/2018, Α.Π. 244/2016).

Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ. απέρριψε την ένσταση της περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, ώστε να αφαιρεθεί από την τυχόν επιδικασθείσα σε κάθε ενάγοντα θετική ζημία η ωφέλεια που αποκόμισε από τους τόκους, τους οποίους εισέπραξε, για το χρονικό διάστημα που κατείχε το επίδικο ομόλογο. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, απέρριψε την ως άνω ένσταση με την εξής αιτιολογία: «Η εναγομένη προέβαλε επικουρικά τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ότι, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, από το ποσό που τυχόν επιδικαστεί στους ενάγοντες ως αποζημίωση πρέπει να αφαιρεθεί το εισπραχθέν από τους τελευταίους κέρδος τους από τα τοκομερίδια που έλαβαν ως απόδοση του ομολόγου, για όσο χρονικό διάστημα το είχαν στην κατοχή τους, ανερχόμενα τα (τοκομερίδια) στο ποσό των 22.018,64 ευρώ. Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος επιχειρείται να στηριχθεί στις διατάξεις των άρθρων 298 εδαφ.α’, 914 και 288 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, καθόσον ναι μεν το ως άνω ποσό αποτελεί κέρδος των εναγόντων από τον ένδικο τίτλο, πλην όμως το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από το ζημιογόνο γεγονός της απώλειας του κεφαλαίου του, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, αλλά από την παραχώρηση αυτού στην εκδότρια εταιρεία του ομολόγου, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με τον προσφορότερο γι’ αυτήν τρόπο, αποδίδοντας σε αυτούς τους συμφωνημένους καρπούς και κατά συνέπεια δεν μπορεί να υπολογιστεί στη ζημία τους. Άλλωστε ο προτεινόμενος συμψηφισμός αντίκειται στην καλή πίστη, η οποία δεν ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος…». Με το να απορρίψει το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση, αναφορικά με το ποσό των τόκων, που οι ενάγοντες έλαβαν ως απόδοση του επίδικου ομολόγου, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, διότι δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία σωστά εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πράγματι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Τούτο διότι, ναι μεν τα ως άνω ποσά αποτελούν κέρδος των αναιρεσιβλήτων από τον τίτλο που κατείχαν, πλην όμως, το κέρδος αυτό (όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται), δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτοί υπέστησαν, εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου τους, αλλά από την παραχώρηση του κεφαλαίου αυτού στην τράπεζα, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στους αναιρεσίβλητους και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημιά των τελευταίων. Άλλωστε, ο προτεινόμενος (από την αναιρεσείουσα) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος, (από το ζημιογόνο γεγονός), να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επίσης, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος τους (άρθρ. 176, 183, και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-12-2020 (./14-12-2020) αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» για αναίρεση της 6194/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα; στις 31 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/AP%20114.2022.htm