Διαφωνία των γονέων για την επιλογή ονόματος των παιδιών τους – Κρίση του δικαστηρίου με βάση το συμφέρον του τέκνου (ΑΠ)

40

Άρειος Πάγος αρ.754/2020 (πολ): Περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση δε που αυτοί διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο.

“Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1510-1512 ΑΚ σαφώς προκύπτει α) ότι η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο (γονική μέριμνα) αποτελεί καθήκον και δικαίωμα των γονέων του και ότι κάθε απόφαση αυτών σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου και β) ότι περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση δε που αυτοί διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο (ΑΠ 945/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 με την αιτίαση ότι κατέληξε στην κρίση για τα δοτέα ονόματα των ανηλίκων διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιολογίες.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος της δέχθηκε τα ακόλουθα : “Οι διάδικοι απέκτησαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους δύο δίδυμα τέκνα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, που γεννήθηκαν στις 4-7-2013. Λόγω της πρόωρης, κατά την 29η εβδομάδα της κύησης, γέννησής τους, με σωματικό βάρος 1490 γρ. το αγόρι και 874 γρ. το κορίτσι, απαιτήθηκε πολυήμερη παραμονή τους στη θερμοκοιτίδα του νοσοκομείου και στην συνέχεια ιατρική αντιμετώπιση των απότοκων προβλημάτων, που όσον αφορά το αγόρι αποκαταστάθηκαν πλήρως, ενώ το κορίτσι- που η κατάστασή του ήταν πιο σοβαρή, λόγω εγκεφαλικού αιματώματος και εγκεφαλικής παράλυσης – παρά την σημαντική βελτίωση, εξακολουθεί να χρειάζεται ειδική αγωγή αποκατάστασης, με λογοθεραπείες, εργοθεραπείες και φυσικοθεραπείες. Η συμβίωση των γονέων διακόπηκε τον Αύγουστο 2014. Κατόπιν έκδοσης δικαστικών αποφάσεων, επί εκατέρωθεν ασκηθέντων ένδικων βοηθημάτων για τη ρύθμιση των ζητημάτων που προκάλεσε η διακοπή της συμβίωσης των συζύγων, η επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων ασκείται από την μητέρα τους και ο πατέρας επικοινωνεί μαζί τους κατά τους καθορισθέντες όρους. Στα πλαίσια της γενικότερης αντιδικίας των πρώην συζύγων και καθώς τα ανήλικα δεν έχουν βαπτισθεί, προκλήθηκαν έριδες και σε σχέση με την ονοματοδοσία τους, καθώς η εναγομένη επιμένει στον καθορισμό διπλού ονόματος των ανηλίκων, αποτελούμενου από τα ονόματα “Ε. – Θ.” για το αγόρι και “Δ. – Β.” για το κορίτσι, επικαλούμενη σχετικό θρησκευτικό τάμα και αεροβάπτισμα, ενώ ο πατέρας, αντιδρώντας σε αυτή την συμπεριφορά, αξίωσε να δοθούν στα παιδιά τα ονόματα των γονέων του δηλαδή “Α.” και “Κ.”, τα οποία υιοθέτησε και το οικογενειακό του περιβάλλον. Αποδείχθηκε ότι τα παιδιά ήδη από της γεννήσεώς τους προσφωνούνταν με τα ονόματα Μ. (Ε.) το αγόρι και Δ. το κορίτσι, δηλαδή τα ονόματα του Ιησού Χριστού και της Παναγίας αντίστοιχα, κατ’ επιλογή της μητέρας τους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Θεό, χωρίς διαφωνία των συζύγων μεταξύ τους. Μολονότι ο ενάγων – εφεσίβλητος – εκκαλών υποστηρίζει ότι αυτό αποτέλεσε μονομερή απόφαση της εναγομένης – εκκαλούσας – εφεσίβλητης, η οποία “επέβαλε” τα ονόματα αυτά αργότερα και πάντως χωρίς την συναίνεσή του, αποδεικνύεται ότι ήδη από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους, οπότε παρέμεναν νοσηλευόμενα, οι γονείς, τα μέλη της μητρικής και της πατρικής οικογένειας, αλλά και το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό αναφέρονταν στα βρέφη με τα παραπάνω ονόματα. Ενισχυτικά γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο προσκομιζόμενο αντίγραφο των – εν είδει ημερολογίου – σημειώσεων της μητέρας του διαστήματος 24-7.2013 -15-8.2013, αλλά και στην από 5-1-2015 επιστολή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της ίδιας προς τον ενάγοντα, με θέμα “πρόγραμμα παιδιών” και συνημμένο αρχείο με τίτλο “ύπνος, γεύματα Μ….”, πέντε περίπου μήνες μετά από την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, χωρίς αντίδραση του παραλήπτη. Εξάλλου, ακόμα και εάν γινόταν δεκτό ότι, όχι οι γονείς από κοινού, αλλά η μητέρα μονομερώς επέλεξε και επέβαλε τα ανωτέρω ονόματα, κρίσιμο παραμένει το γεγονός ότι τα παιδιά από πολύ νωρίς ανταποκρίνονται στα ονόματα αυτά, τα οποία θεωρούν στοιχείο της ταυτότητάς τους. Αν και η μητέρα επεδίωξε την καθιέρωση των προαναφερόμενων διπλών ονομάτων της επιλογής της, π.χ. αναγράφοντάς τα ανελλιπώς στις τούρτες γενεθλίων των παιδιών, ουδείς αποκαλεί τα παιδιά είτε με αυτόν τον συνδυασμό, είτε με μόνα τα ονόματα “Θ.” και “Β.”, είναι δε αδιάφορο αν αυτά δόθηκαν και με αεροβάπτισμα, αφού όπως ήδη ειπώθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η ονοματοδοσία του ανηλίκου δεν είναι συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος. Από την άλλη πλευρά, ο πατέρας επιδιώκοντας επίσης την καθιέρωση των ονομάτων της επιλογής του, που αποτελούν τα ονόματα των γονέων του, άρχισε να αποκαλεί τα παιδιά “Α.” και “Κ.”, με αποτέλεσμα σήμερα τα ανήλικα να προσφωνούνται με διαφορετικό όνομα στις σχέσεις τους με την μητέρα, την μητρική οικογένεια, το σχολικό και κοινωνικό τους περιβάλλον, και με άλλο στους τομείς που σχετίζονται με την άσκηση της επικοινωνίας του πατέρα, δηλαδή την πατρική οικογένεια και τον σχετικό περίγυρο, την γειτονιά κλπ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, προφανώς για να αμβλύνει τις τεταμένες σχέσεις των διαδίκων, κατέληξε ότι το συμφέρον των τέκνων επιβάλλει να αρθεί η διαφωνία με καθορισμό συνδυασμού των ανωτέρω ονομάτων (“Ε. – Α.” και “Δ. – Κ.” αντίστοιχα), θεωρώντας ότι έτσι εξασφαλίζεται για τα παιδιά η εύνοια και το ενδιαφέρον τόσο της μητρικής οικογένειας όσο και της πατρικής και ότι “έχουν συμφέρον να εξασφαλίσουν το ενδιαφέρον και των δύο οικογενειών των γονέων τους, πράγμα που θα επιτευχθεί αν δοθούν σε αυτά τα ως άνω σύνθετα ονόματα, που δεν απάδουν στις ελληνοχριστιανικές παραδόσεις του λαού μας”. Ωστόσο, και τα δύο παιδιά αντιδρούν αρνητικά στην χρήση οποιοσδήποτε άλλου ονόματος πλην των “Μ.” και “Δ.”, δεν τα αποδέχονται ως προσδιοριστικά της ταυτότητάς τους, αισθάνονται αμήχανα κατά την χρήση τους και δεν αντιλαμβάνονται τον λόγο του διπλού ονόματος (βλ. σχετικά την από 15.10.2018 γνωμοδότηση του παιδοψυχιάτρου Δ. Τ., που συντάχθηκε κατόπιν προσωπικής επικοινωνίας του με τα ανήλικα, στις 12.10.2018, καθώς και αυτή της Μ. Κ., ψυχολόγου του παιδικού σταθμού όπου φοιτούν), με αποτέλεσμα να εισέρχονται, άθελά τους και προφανώς ενάντια στο συμφέρον τους, στο ευρύτερο πλαίσιο αντιπαράθεσης των διαδίκων και των οικογενειών τους, καλούμενα τα ίδια κατ’ αρχάς να προσαρμόζονται στις διαφορετικές αξιώσεις και επιλογές των γονέων και παππούδων εκατέρωθεν, κυρίως όμως να υπερασπισθούν το ένα ή το άλλο όνομα αντίστοιχα, παρ’ ότι δεν δύνανται να κατανοήσουν, δικαιολογήσουν και αποδεχθούν την δημιουργούμενη διάσταση. Εξάλλου, ακριβώς λόγω της υφιστάμενης αντιδικίας των μερών, που όπως προκύπτει και από την άσκηση των αντίθετων εφέσεων και από τις προτάσεις των διαδίκων σε αυτό το Δικαστήριο, ουδόλως εξομαλύνθηκε, καθώς καθένας εξακολουθεί να επιμένει σε ονοματοδοσία με διαφορετικό περιεχόμενο, κατά τις επιθυμίες του, ο καθορισμός διπλού ονόματος ούτε εγγυάται την ομαλότητα στις σχέσεις των διαδίκων, κυρίως όμως δεν διασφαλίζει την ομαλή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη των ανηλίκων, αντίθετα μάλιστα ενέχει τον κίνδυνο αρνητικής επίδρασης στον χαρακτήρα και την προσωπικότητά τους, καθώς παρίσταται βέβαιο από τις θέσεις των αντιδίκων ότι δεν θα αποδεχτούν την διπλή ονομασία, αλλά κάθε διάδικος και το αντίστοιχο περιβάλλον του, θα συνεχίσει να αποκαλεί τα τέκνα με το ένα από τα δύο ονόματα της δικής του προτίμησης, όπως ήδη γίνεται, προκαλώντας σύγχυση και αναστάτωση στα ανήλικα. Τα παιδιά από την αρχή της ζωής τους προσφωνούνται με τα ονόματα “Μ.” και “Δ.”, στα οποία με προθυμία ανταποκρίνοντας αφού με αυτά έχουν καθιερωθεί στις προσωπικές και κοινωνικές τους σχέσεις και γίνονται αποδεκτά κατά τον κρίσιμο χρόνο ως δηλωτικά της ταυτότητάς τους, ενώ η αντικατάσταση αυτών των ονομάτων με άλλα, όπως τα καθορισθέντα διπλά ονόματα ή μόνο τα ονόματα “Α.” και “Κ.” αντίστοιχα, θα αποβεί σε βάρος της ψυχικής τους υγείας, καθώς εγκυμονεί κίνδυνο διάσπασης της προσωπικότητας των παιδιών ή τουλάχιστον μη ομαλής ψυχοσυναισθηματικής εξέλιξής τους.
Συνεπώς, κρίνεται ότι το συμφέρον των παιδιών – αποκλειστικός γνώμονας κρίσης του δικαστηρίου, το οποίο όπως ήδη ειπώθηκε δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα των διαδίκων- εξυπηρετείται από τον καθορισμό των ονομάτων ” Ε.” για το αγόρι και “Δ.” για το κορίτσι, που θα τους εξασφαλίζει ομαλή ανάπτυξη και σταθερή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονα θα θέσει τέρμα στην επιβλαβή για τα παιδιά υφιστάμενη κατάσταση, να αποκαλούνται με διαφορετικά ονόματα στο περιβάλλον της κάθε διάδικης πλευράς”.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενό της, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του προς το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων καθορισμού των κυρίων ονομάτων αυτών, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1510 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1512 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με αντιφατικές αιτιολογίες, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα, αιτιολογημένα έκρινε ότι το συμφέρον των παιδιών επιβάλλει να τους δοθούν τα ονόματα “Ε.” για το αγόρι και “Δ.” για το κορίτσι, αφού δέχθηκε ότι από την αρχή της ζωής τους προσφωνούνται με τα ονόματα “Μ.” και “Δ.” και με αυτά έχουν καθιερωθεί στις προσωπικές και κοινωνικές τους σχέσεις και στα οποία με προθυμία ανταποκρίνονται. Δεν υπάρχει αντίφαση στην παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι από την πλευρά της πατρικής οικογένειας τα παιδιά προσφωνούνται με τα ονόματα της επιλογής του αναιρεσείοντος “Α.” και “Κ.”, αφού αυτό είναι και το ζήτημα στο οποίο έγκειται η διαφωνία των διαδίκων. Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος”.(areiospagos.gr)

 

http://www.legalnews24.gr/2022/01/blog-post_45.html