Το Στρασβούργο επιδίκασε ποσό 370.000 ευρώ σε γυναίκα θύμα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας! Ξυλοδαρμοί, απαγωγές και κόψιμο χεριού από συζύγους!

59

ΑΠΟΦΑΣΗ

Tunikova κ.α. κατά Ρωσίας της 14.12.2021 (αρ. προσφ. 55974/16, 53118/17, 27484/18 και 28011/19)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ενδοοικογενειακή βία. Έμφυλη βία. Ανάγκη νομοθετικών μεταρρυθμίσεων για την καταστολή τέτοιων περιστατικών.

Οι προσφεύγουσες γυναίκες υπέστησαν διάφορες μορφές απειλών και βίας από πρώην συντρόφους/συζύγους τους, μεταξύ των οποίων, ενδοοικογενειακή βία, σωματικές βλάβες ακόμη και σοβαρό ακρωτηριασμό.

Η πρώτη προσφεύγουσα μαχαίρωσε τον σύντροφό της, καθώς εκείνος την έσπρωχνε από το μπαλκόνι. Της ασκήθηκε ποινική δίωξη και καταδικάστηκε για πρόκληση σωματικής βλάβης ενώ δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του συζύγου της.

Η δεύτερη κατήγγειλε ότι ο πρώην σύζυγός της την γρονθοκόπησε και την έριξε από τις σκάλες και το εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι προφανώς είχε αυτοτραυματιστεί.

Η τρίτη δέχτηκε επίθεση περίπου 20 φορές μέσα σε οκτώ χρόνια από τον πρώην σύζυγό της. Οι αρχές αρνήθηκαν να ασκήσουν ποινική δίωξη.

Η τέταρτη παντρεύτηκε και όταν ανακοίνωσε στον σύζυγό της ότι θέλει διαζύγιο, αυτός την απείλησε να την σκοτώσει, την έκλεισε στο αυτοκίνητο και την παρακολουθούσε παντού. Κατήγγειλε την συμπεριφορά του στην αστυνομία και ένας αξιωματικός της αστυνομίας της είπε ότι έπρεπε να αποσύρει την καταγγελία καθώς οι πράξεις του συζύγου ήταν απλώς μια «εκδήλωση αγάπης». Στη συνέχεια ο σύζυγός της την απήγαγε, την έδεσε και της έκοψε τα χέρια με τσεκούρι!

Ολες οι προσφεύγουσες κατήγγειλαν την αποτυχία των εγχώριων αρχών να θεσπίσουν νομικό πλαίσιο για την καταπολέμηση πράξεων ενδοοικογενειακής βίας και να αποδώσουν ευθύνες στους δράστες.

Επικαλούμενες το άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης), το άρθρο 13 (δικαίωμα σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο) και το άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων), οι προσφεύγουσες κατήγγειλαν ιδίως, την αποτυχία της Πολιτείας να τις προστατεύσει από την ενδοοικογενειακή βία, την έλλειψη προληπτικών αλλά και κατασταλτικών μέτρων και την εν γένει αδυναμία καταπολέμησης της έμφυλης βίας, η οποία ισοδυναμούσε με διακρίσεις κατά των γυναικών.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε, ειδικότερα, ότι οι ρωσικές αρχές δεν είχαν θεσπίσει κανένα νομικό πλαίσιο για την αποτελεσματική καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας, δεν είχαν αξιολογήσει τους κινδύνους επαναλαμβανόμενης βίας, και δεν είχαν διεξαγάγει αποτελεσματική έρευνα για την ενδοοικογενειακή βία που είχαν υποστεί οι προσφεύγουσες.

Διαπίστωσε ακόμη ότι, όσον αφορά την προστασία από τον κίνδυνο ενδοοικογενειακής βίας γενικώς, οι γυναίκες στη Ρωσία βρίσκονται σε κατάσταση de facto διακρίσεων.

Το ΕΔΔΑ, έκρινε ομόφωνα, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 (απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης) και παραβίαση του άρθρου 14 (απαγόρευση των διακρίσεων) σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

Παράλληλα συνέστησε βάσει του άρθρου 46 (δεσμευτική ισχύς και εκτέλεση αποφάσεων) της ΕΣΔΑ ότι είναι επείγον να γίνουν αλλαγές στην εθνική νομοθεσία και πρακτική για την αποφυγή παρόμοιων παραβιάσεων στο μέλλον.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 330.660 ευρώ ως αποζημίωση στην τέταρτη προσφεύγουσα, και 40.000 ευρώ για ηθική βλάβη! Σε κάθε μία από τις υπόλοιπες τρεις προσφεύγουσες επιδίκασε 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ 

Άρθρο 3

Άρθρο 14

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγουσες, Natalya Tunikova, Yelena Gershman, Irina Petrakova και η Margarita Gracheva, που γεννήθηκαν το 1972, 1978, 1980 και 1992 αντίστοιχα, είναι υπήκοοι της Ρωσίας οι οποίες ζουν στη Μόσχα. Είναι όλες φερόμενα θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

Μετά από πολλά περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, η πρώτη προσφεύγουσα μαχαίρωσε τον σύντροφό της, καθώς εκείνος την έσπρωχνε από το μπαλκόνι. Της ασκήθηκε ποινική δίωξη και καταδικάστηκε για πρόκληση σωματικής βλάβης στον σύντροφό της, ενώ η δική της καταγγελία εναντίον του δεν έγινε δεκτή. Η αστυνομία αρνήθηκε να διερευνήσει τις απειλές του συντρόφου. Ο ειρηνοδίκης διέκοψε τη διαδικασία, κρίνοντας ότι η κατά 15 λεπτά καθυστερημένη άφιξή της στην ακρόαση ισοδυναμούσε με ανάκληση των καταγγελιών της.

Η δεύτερη προσφεύγουσα παντρεύτηκε το 2012 και δύο χρόνια αργότερα απέκτησε μια κόρη. Ήδη από το 2015 δέχτηκε επίθεση από τον σύζυγό της πολλές φορές, ακόμη και μπροστά στην κόρη τους. Έφερε μώλωπες και κοψίματα. Η αστυνομία αρνήθηκε να διεξαγάγει έρευνα, δηλώνοντας ότι τα τραύματά της δεν ήταν επαρκώς σοβαρά για να ασκηθεί αυτεπάγγελτη δίωξη. Οι καταγγελίες της μέσω έγκλησης κρίθηκαν επίσης ανεπαρκείς και επομένως οι προσπάθειές της ήταν ανεπιτυχείς, ιδίως επειδή το αδίκημα του ξυλοδαρμού είχε αφαιρεθεί από τον ποινικό κώδικα. Σχετικά με ένα περιστατικό όπου ισχυρίστηκε ότι ο πρώην σύζυγός της τη γρονθοκόπησε, με αποτέλεσμα να πέσει από τις σκάλες, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι δεν είχε αυτοτραυματιστεί αργότερα.

Το 2006 η τρίτη παντρεύτηκε (πήρε διαζύγιο το 2015) και ζούσε στο διαμέρισμα του συζύγου της με τα δύο τους παιδιά. Σύμφωνα με την ίδια, δέχτηκε επίθεση περίπου 20 φορές μέσα στα επόμενα οκτώ χρόνια. Οι αρχές αρνήθηκαν να ασκήσουν ποινική δίωξη, δηλώνοντας ότι η απειλή εναντίον της δεν ήταν «πραγματική» και ότι ο ξυλοδαρμός υπόκειται μόνο σε υποβολή έγκλησης, η προθεσμία της οποίας είχε παρέλθει.

Μετά από πολλές ανατροπές, ξεκίνησε έρευνα για τις βίαιες πράξεις του πρώην συζύγου της. Οι κατηγορίες αποσύρθηκαν για τυπικούς λόγους. Κρίθηκε ένοχος για δύο κατηγορίες ξυλοδαρμού και η ποινή ακυρώθηκε αργότερα με αιτιολογία τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων. Μετά από αναστολές και επαναλήψεις των διαδικασιών επήλθε παραγραφή για το υπόλοιπο τμήμα της δίωξης το έτος 2018.

Το 2012 η τέταρτη παντρεύτηκε έναν άνδρα με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά. Τον Οκτώβριο του 2017, όταν εκείνη ανακοίνωσε ότι θέλει διαζύγιο, ο σύζυγός της έγινε βίαιος, της έσκισε το διαβατήριο, την απείλησε να την σκοτώσει, την έκλεισε στο αυτοκίνητο, την ακολουθούσε παντού στην πόλη και επέμενε να την μεταφέρει από και προς τη δουλειά. Αναζήτησε άσυλο στο σπίτι της μητέρας της. Αφού κατήγγειλε τα ανωτέρω περιστατικά στην αστυνομία, ένας αξιωματικός της αστυνομίας της είπε ότι έπρεπε να αποσύρει την καταγγελία , καθώς οι πράξεις του συζύγου ήταν απλώς μια «εκδήλωση αγάπης» και την συμβούλεψε απλώς να «περιορίσει την επικοινωνία μαζί του».

Στις 11 Δεκεμβρίου 2017 ο σύζυγος απήγαγε την προσφεύγουσα, την έδεσε και της έκοψε τα χέρια με τσεκούρι, γεγονός που της προξένησε μόνιμη απώλεια του δεξιού της χεριού. Το αριστερό της χέρι επανασυνδέθηκε με το υπόλοιπο σώμα αλλά είχε περιορισμένη λειτουργία. Τελικά ο σύζυγός της κατηγορήθηκε για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια κάθειρξη.

Η προσφεύγουσα και θύμα του ακρωτηριασμού προσπάθησε να ασκήσει δίωξη στον αστυνομικό για επαγγελματική αμέλεια. Ο εισαγγελέας δεν βρήκε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των ενεργειών του επιθεωρητή και της επίθεσης εναντίον της. Ο εποπτεύων εισαγγελέας δεν εκκίνησε ξανά την έρευνα, ισχυριζόμενος ότι δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τον επιθεωρητή.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 3

Υποχρέωση θέσπισης νομικού πλαισίου

Το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι στο ρωσικό νομικό σύστημα δεν υπήρχε επαρκής ορισμός της «ενδοοικογενειακής βίας», ουσιαστικών και δικονομικών διατάξεων για τη δίωξη διαφόρων μορφών της, και κάθε μορφής περιορισμού ή εντολής προστασίας. Συνολικά, έκρινε ότι το πλαίσιο για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας που ίσχυε δεν πληροί τις υποχρεώσεις του κράτους που απορρέουν από την ΕΣΔΑ, με αποτέλεσμα την παραβίαση αυτής της πτυχής του άρθρου 3.

Υποχρέωση πρόληψης του γνωστού κινδύνου κακομεταχείρισης

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε πρώτον ότι οι αρχές απέτυχαν να προβούν σε αυτόνομη και ολοκληρωμένη αξιολόγηση του κινδύνου των υποθέσεων των προσφευγουσών, σημειώνοντας ότι οι αστυνομικοί δεν είχαν λάβει ειδική εκπαίδευση για την αντιμετώπιση τέτοιων θεμάτων. Δεύτερον ανέφερε ότι υπήρξαν ενέργειες τις οποίες οι αρχές θα μπορούσαν να ερευνήσουν – όπως, για παράδειγμα, να κινήσουν ποινική έρευνα για τις απειλές θανάτου- οι οποίες μπορεί να είχαν ως αποτέλεσμα οι βίαιοι σύντροφοι να σταματήσουν την κακοποιητική τους συμπεριφορά. Οι αρχές ωστόσο δεν είχαν προβεί σε τέτοιες ενέργειες.

Συνολικά, οι υποθέσεις των προσφευγουσών απέδειξαν ότι οι αρχές δεν είχαν εξετάσει τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας ως χρήζοντα δικαιολογημένης παρέμβασης. Οι εθνικές αρχές είχαν παθητική στάση στην αντιμετώπιση ενός γνωστού κινδύνου, επιτρέποντας τη συνέχιση της κακοποίησης των προσφευγουσών.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ για αδυναμία πρόληψης της κακομεταχείρισης σε αυτές τις περιπτώσεις.

Υποχρέωση διενέργειας αποτελεσματικής έρευνας

Το Στρασβούργο έκρινε βέβαιο ότι οι αρχές γνώριζαν τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας την οποία είχαν υποστεί οι προσφεύγουσες. Ωστόσο, το κράτος είχε ουσιαστικά «παραιτηθεί» από την υποχρέωσή του να διερευνήσει όλες τις περιπτώσεις κακομεταχείρισης, με τις αρχές να έχουν χρησιμοποιήσει κάθε είδος ένδικου μέσου, συμπεριλαμβανομένης της αναφοράς στο εσωτερικό δίκαιο – το οποίο καθόρισε ένα αρκετά υψηλό όριο αναφορικά με τραυματισμούς οι οποίοι θεωρούνται διωκόμενοι και δεν καθιστούν ορισμένα είδη ενδοοικογενειακής βίας διωκόμενα- για να μην κινήσουν ποινικές έρευνες.

Ακόμη και όταν έρχονται αντιμέτωποι με ακράδαντα στοιχεία για αδικήματα που διώκονται αυτεπαγγέλτως, όπως σοβαρούς τραυματισμούς ή απειλές κατά της ζωής, οι αρχές είχαν αποφύγει την άσκηση ποινικής δίωξης και είχαν ολοκληρώσει τις έρευνές τους βασιζόμενοι σε βιαστικά ή αβάσιμα συμπεράσματα.

Το κράτος είχε αποτύχει να διερευνήσει αποτελεσματικά την κακομεταχείριση που είχαν υποστεί οι προσφεύγουσες κατά παραβίαση αυτής της πτυχής του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Άρθρο 13

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι σύμφωνα με τα πορίσματά του βάσει του άρθρου 3, δεν χρειαζόταν να εξεταστούν τα ερωτήματα που τίθενται βάσει του άρθρου 13.

Άρθρο 14

Αναφερόμενος στην υπόθεση Volodina, το Δικαστήριο του Στρασβούργου επανέλαβε το συγκλονιστικό μέγεθος της ενδοοικογενειακής βίας κατά των γυναικών στη Ρωσία και τα συστηματικά προβλήματα στην δίωξη και καταδίκη των δραστών. Η αποτυχία της Κυβέρνησης να θεσπίσει νομοθεσία για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος είχε οδηγήσει σε ένα συνεχές κλίμα που ευνοούσε τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και τους δράστες τους. Καθώς είχε αποδειχθεί ότι υπήρχε δομική μεροληψία, οι προσφεύγουσες δεν χρειαζόταν να αποδείξουν την ύπαρξη ατομικής προκατάληψης.

Έτσι το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 3.

Άρθρο 46 (δεσμευτική ισχύς και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων)

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η παραβίαση της ΕΣΔΑ επέβαλε στο εναγόμενο κράτος τη νόμιμη υποχρέωση όχι απλά να καταβάλει στις προσφεύγουσες τα χορηγούμενα ποσά, αλλά και να επιλέξει, με την εποπτεία της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, γενικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν στην εσωτερική έννομη τάξη του ώστε να βάλει τέλος στην παράβαση που διαπίστωσε το Δικαστήριο του Στρασβούργου και να αποκαταστήσει τη ζημιά.

Υπό το πρίσμα αυτό, κάλεσε την Κυβέρνηση να εισαγάγει, μεταξύ άλλων, νομοθετικές και άλλες ρυθμίσεις χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, να αναπτύξει μια ολοκληρωμένη και στοχευμένη απάντηση στην έμφυλη βία, να εισαγάγει έναν νομικό ορισμό της ενδοοικογενειακής βίας που να καλύπτει τη βία σε διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βίας, ενέργειες ελέγχου και καταναγκαστικής συμπεριφοράς, καταδίωξης και παρενόχλησης, ανεξάρτητα από το αν έλαβαν χώρα στο διαδίκτυο ή όχι, να διασφαλιστεί ότι το εθνικό δίκαιο θεσμοθετεί και καταδικάζει όλες τις πράξεις ενδοοικογενειακής βίας, να εξασφαλίσει ότι οι αρχές ήταν νομίμως σε θέση να διερευνήσουν αυτεπαγγέλτως υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας ως θέμα δημοσίου συμφέροντος και να τιμωρήσουν τους εκάστοτε υπεύθυνους, να συντάξει πρωτόκολλο για τον χειρισμό καταγγελιών για ενδοοικογενειακή βία, να παρέχει εύκολη πρόσβαση σε εντολές περιορισμού και προστασίας και να θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο δράσης για την αλλαγή της αντίληψης που τρέφει το κοινό σχετικά με τη βία λόγω φύλου κατά των γυναικών.

Εν αναμονή της εφαρμογής των παραπάνω μέτρων, το ΕΔΔΑ δήλωσε ότι θα συνεχίσει να ασχολείται με παρόμοιες περιπτώσεις σε απλοποιημένη και επιταχυνόμενη μορφή.

Δίκαιη ικανοποίηση

Άρθρο 41

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στην τέταρτη προσφεύγουσα 330.660 ευρώ για ιατρικές δαπάνες, τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον και για διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδήματος, καθώς και 40.000 ευρώ για ηθική βλάβη. Σε κάθε μία από τις υπόλοιπες τρεις προσφεύγουσες επιδίκασε 20.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 5.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).