Δεν είναι αμερόληπτο το δικαστήριο που συμμετείχε δικαστής που είχε καταδικάσει προγενέστερα τον συναυτουργό του ίδιου εγκλήματος και είχε κρίνει λεπτομερώς την συμμετοχή της κατηγορουμένης!

15

ΑΠΟΦΑΣΗ

Meng κατά Γερμανίας της 16.02.2021 (αρ. προσφ. 1128/17)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αμερόληπτο δικαστήριο. Κριτήρια. Δίκαιη δίκη. Συμμετοχή δικαστή σε σύνθεση που καταδίκασε την προσφεύγουσα, όταν ο ίδιος είχε καταδικάσει σε προγενέστερη δίκη τον συναυτουργό του αυτού εγκλήματος και είχε κρίνει και την δική της συμμετοχή.

Η προσφεύγουσα καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από κοινού, του συζύγου της. Δικαστής που συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου που την καταδίκασε είχε προγενέστερα συμμετάσχει σε σύνθεση που είχε καταδικάσει τον συναυτουργό για την ίδια υπόθεση που αφορούσε τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

Η καταδικασθείσα άσκησε προσφυγή στο ΕΔΔΑ ισχυριζόμενη παραβίαση της δίκαιης δίκης  λόγω έλλειψης αμεροληψίας δικαστή για τον παραπάνω αναφερόμενο λόγο. Στην προγενέστερη απόφαση ο δικαστής αυτός είχε ήδη κρίνει την συμμετοχή της προσφεύγουσας στην τέλεση της πράξης.

Το Στρασβούργο επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι σε  μια δημοκρατική κοινωνία τα δικαστήρια πρέπει να  εμπνέουν  εμπιστοσύνη στο κοινό  ωστόσο σημείωσε ότι η συμμετοχή του δικαστή σε άλλη δίκη για το ίδιο αδίκημα, δεν εγείρει από μόνο του βεβαιότητα έλλειψη αμεροληψίας.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε όμως ότι η απόφαση εναντίον του συναυτουργού περιείχε λεπτομερή εκτίμηση του ακριβούς ρόλου που διαδραμάτισε η προσφεύγουσα  στον βίαιο θάνατο του συζύγου της αλλά και τα βασικά  κίνητρά της. Έτσι  το Στρασβούργο έκρινε ότι το δικαστήριο που συμμετείχε ο ίδιος δικαστής  είχε ήδη προβεί σε νομική εκτίμηση της πράξης και έναντι της προσφεύγουσας .

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εκτίμησε ότι η υπόνοια της προσφεύγουσας για έλλειψη αμεροληψίας του δικαστή ήταν βάσιμη και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 6§1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η προσφεύγουσα Salina Meng, είναι Γερμανίδα υπήκοος που γεννήθηκε το 1964 και ζει στη Φρανκφούρτη.

Η υπόθεση αφορούσε την καταδίκη της για την ανθρωποκτονία  του συζύγου της από πρόθεση από κοινού με τον GS.

Κατά τη διάρκεια της δίκης της, ο προεδρεύων δικαστής είχε προηγουμένως οριστεί εισηγητής δικαστής σε χωριστή  διαδικασία εναντίον του GS,  ο οποίος ήταν  ο σύντροφός της προσφεύγουσας την επίδικη περίοδο.

Η απόφαση εναντίον του G.S. περιείχε εκτενείς διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών και νομικών χαρακτηρισμών σχετικά με τη συμμετοχή της προσφεύγουσας στο αδίκημα.

Η προσφεύγουσα άσκησε έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης  ισχυριζόμενη ότι  ο δικαστής Μ. δεν ήταν αμερόληπτος στην υπόθεσή της. Η έφεση της απορρίφθηκε.

Στηριζόμενη στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα σε δίκαιη δίκη), η προσφεύγουσα παραπονέθηκε ότι η σύνθεση του Δικαστηρίου  που την καταδίκασε για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως  δεν ήταν αμερόληπτη.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι είναι θεμελιώδους σημασίας για μια δημοκρατική κοινωνία τα δικαστήρια να εμπνέουν εμπιστοσύνη στο κοινό και, κυρίως, όσον αφορά τις ποινικές διαδικασίες, στους κατηγορούμενους. Για το σκοπό αυτό, το άρθρο 6 απαιτεί από το δικαστήριο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του να είναι αμερόληπτο. Η αμεροληψία υποδηλώνει την απουσία προκατάληψης στο πλαίσιο της συμμετοχής δικαστή σε προηγούμενες δίκες  για το ίδιο αδίκημα.

Κατά το ΕΔΔΑ το απλό γεγονός ότι ένας δικαστής είχε λάβει προηγούμενες αποφάσεις σχετικά με το ίδιο αδίκημα δεν μπορούσε να θεωρηθεί από μόνο ότι δικαιολογεί φόβους για αμεροληψία. Ομοίως, το απλό γεγονός ότι ένας δικαστής έχει ήδη αποφανθεί για παρόμοιες αλλά άσχετες ποινικές κατηγορίες δεν αρκεί από μόνο του για να αμφισβητηθεί η αμεροληψία του σε μεταγενέστερη υπόθεση. Το Δικαστήριο είχε κρίνει στο παρελθόν, ιδίως, ότι σε σύνθετες ποινικές διαδικασίες που εμπλέκονταν  πολλά άτομα που δεν μπορούσαν να συνεκδικαστούν μαζί οι υποθέσεις τους, οι αναφορές από το δικαστήριο στη συμμετοχή τρίτων, οι οποίοι αργότερα μπορούσαν να δικαστούν  χωριστά, μπορούσε να ήταν απαραίτητες στην αξιολόγηση της ενοχής τους. Ωστόσο, τίθεται ζήτημα σχετικά με την αμεροληψία του δικαστή όταν η προηγούμενη απόφαση περιέχει ήδη λεπτομερή αξιολόγηση του ρόλου του προσώπου που κρίθηκε για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά συναυτουργία από πολλά πρόσωπα.

Για να προσδιορίσει εάν, στην παρούσα υπόθεση, το Περιφερειακό Δικαστήριο, με τον δικαστή Μ. που συμμετείχε στην σύνθεση του Δικαστηρίου, ήταν αμερόληπτο, όπως απαιτείται από το άρθρο 6 § 1, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το προγενέστερο υλικό, θεώρησε ότι δεν στοιχειοθετείται  ότι ο δικαστής Μ. ενήργησε με προσωπική προκατάληψη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης εναντίον της προσφεύγουσας. Κατά συνέπεια, η προσωπική αμεροληψία του δικαστή είναι μαχητό τεκμήριο. Το Δικαστήριο όφειλε να εξακριβώσει εάν η συμμετοχή του M. ως εισηγητή δικαστή στην προηγούμενη διαδικασία κατά του GS, στην οποία το Περιφερειακό Δικαστήριο είχε εκδώσει απόφαση που περιείχε πολλές αναφορές στην προσφεύγουσα, οδήγησε σε αντικειμενικά δικαιολογημένο φόβο ότι ο δικαστής Μ. δεν ήταν αμερόληπτος.

Το Δικαστήριο παρατήρησε εξαρχής ότι ο δικαστής για τον οποίο η προσφεύγουσα ανησύχησε για έλλειψη αμεροληψίας  ήταν επαγγελματίας δικαστής, ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί πιο εκπαιδευμένος, έμπειρος και καταρτισμένος  από έναν απλό δικαστή για να μπορέσει να αποδεσμευτεί από την άποψη και τα ευρήματα του  στην προηγούμενη δίκη εναντίον του G.S.

Επιπλέον, το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι, κατά τη διαδικασία κατά της προσφεύγουσας, το Περιφερειακό Δικαστήριο, υπό την προεδρία του δικαστή Μ., εξέτασε μάρτυρες και αποδείξεις εμπειρογνωμόνων (συμπεριλαμβανομένων νέων μαρτύρων, δηλαδή του G.S. και της αδελφής του) σε δίκη που διήρκεσε 23 ημέρες. Στην απόφασή του που καταδίκασε την προσφεύγουσα, το δικαστήριο εξέτασε νέα πραγματικά περιστατικά και προέβη σε νομική ανάλυση σε αυτή τη βάση, χωρίς καμία αναφορά και εξάρτηση από τα πορίσματα στην απόφαση κατά του GS. Τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά διέφεραν σε ορισμένες λεπτομέρειες από αυτά που αποδείχθηκαν στην απόφαση κατά του GS.

Το Δικαστήριο θεώρησε, ωστόσο, ότι παρόλο που υπάρχουν σημαντικά στοιχεία για την εξέταση του ζητήματος το Περιφερειακό Δικαστήριο πληρούσε την απαίτηση αμεροληψίας σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 στην περίπτωση της προσφεύγουσας, δεν εξαιρείται δε το Δικαστήριο από το να εξετάσει εάν η απόφαση του περιφερειακού  δικαστηρίου κατά του  GS περιείχε πορίσματα που προδικάζουν το ζήτημα της ενοχής της προσφεύγουσας.

Κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσον η απόφαση κατά του GS περιείχε τέτοια πορίσματα που προδίκασαν την ενοχή της προσφεύγουσας, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι αναφορές στην προσφεύγουσα στην απόφαση αυτή, η οποία ανέφερε για τους «κατηγορούμενους και Salina Meng», δείχνουν ότι η προσφεύγουσα δεν ήταν κατηγορούμενη σε αυτή τη δίκη. Η διαδικαστική της κατάσταση ως τρίτη (μάρτυρας) σε αυτές τις διαδικασίες ήταν επομένως σαφής. Το Δικαστήριο παρατήρησε, στο πλαίσιο αυτό, ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο, στην απόφασή του κατά του G.S., παρουσίασε τα πορίσματά του σχετικά με την προσφεύγουσα ως αποδεικτικά στοιχεία και διαπίστωσε νομικά ζητήματα και δεν διατύπωσε απλές υποψίες. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τα ίδια τα εγχώρια δικαστήρια που το θεώρησαν αναγκαίο προκειμένου να εξακριβώσουν πλήρως τα σχετικά γεγονότα σχετικά με τον  GS και να παράσχουν μια πλήρη εικόνα σχετικά με τον προγραμματισμό και το κίνητρο της άδικης πράξης.  Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, συγκεκριμένα, είχε επιβεβαιώσει ότι οι ενδείξεις του Περιφερειακού Δικαστηρίου στην απόφασή του κατά του GS – ότι ήταν πεπεισμένο  ότι η προσφεύγουσα ήταν συναυτουργός του αδικήματος – ήταν αναγκαίες για να καθοριστεί η βάση για την καταδίκη του GS.

Το Δικαστήριο δεν μπορούσε παρά να επισημάνει ότι η απόφαση εναντίον του  G.S. περιείχε λεπτομερή εκτίμηση του ακριβούς ρόλου που διαδραμάτισε η προσφεύγουσα  στο βίαιο θάνατο του M.M. προχωρώντας πέρα ​​από έναν πραγματικό απολογισμό της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.  Μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί ότι πληρούνται επίσης τα κριτήρια που είναι απαραίτητα για την πράξη για να στοιχειοθετηθεί ποινικό αδίκημα για την προσφεύγουσα. Η απόφαση περιέγραψε λεπτομερώς όχι μόνο την εκ προθέσεως δολοφονία  του συζύγου της και τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε το κοινό σχέδιο με τον GS, αλλά και τα βασικά κίνητρα της ίδιας της προσφεύγουσας να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή ότι ήθελε να αποκτήσει τα περιουσιακά στοιχεία του ΜΜ. Το περιφερειακό δικαστήριο μπορούσε επομένως να θεωρηθεί ότι είχε προβεί σε νομική εκτίμηση της πράξης και έναντι της προσφεύγουσας, διότι διαπίστωσε κατ΄ ουσία ότι όχι μόνο ο GS, αλλά και η προσφεύγουσα  ενήργησαν λόγω απληστίας και ότι η τελευταία  είχε συμμετάσχει και ήταν εξίσου ένοχη  για τη δολοφονία του MM. Το Δικαστήριο δεν μπορούσε παρά να σημειώσει στο πλαίσιο αυτό ότι αυτά τα πορίσματα και η εκτίμηση σχετικά με την προσφεύγουσα  πραγματοποιήθηκαν παρά το γεγονός ότι ο GS είχε κατηγορηθεί ως ο μοναδικός αυτουργός, ο οποίος βρέθηκε ότι ενήργησε μόνος στο χώρο του εγκλήματος και ότι η νομική εκτίμηση για τις πράξεις της προσφεύγουσας  φαίνεται να υπερβαίνουν ό,τι ήταν απαραίτητο για να χαρακτηριστεί νομικά το αδίκημα εναντίον του GS.

Οι αμφιβολίες της προσφεύγουσας ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου του δικαστή Μ., μπορούσε ήδη να είε λάβει προειλημμένη απόφαση  σχετικά με το βάσιμο της κατηγορίας εναντίον της λόγω της απόφασης  εναντίον του GS, η οποία εκδόθηκε πριν από την δική της δίκη,  επιβεβαιώθηκαν επίσης από την εκτίμηση της εισαγγελίας μετά την απόφαση αυτή. Η εισαγγελία δήλωσε ότι «οι δικαστές του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Ντάρμσταντ είχαν εκφράσει ξεκάθαρα την πεποίθησή τους – από κοινού – ότι η προσφεύγουσα είχε παρακινήσει τον G,S, να σκοτώσει τον σύζυγό της».

Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα είχε εύλογο φόβο  ότι ο δικαστής Μ., υπό το φως της έκδοσης  της απόφασης κατά του G.S., είχε ήδη καταλήξει σε προειλημμένη άποψη για την ενοχή της. Επομένως, οι αμφιβολίες της προσφεύγουσας ως προς την αμεροληψία του περιφερειακού δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένες.

Το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι ένα ανώτερο ή ανώτατο δικαστήριο μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποκαταστήσει ελαττώματα που έλαβαν χώρα σε πρωτοβάθμια διαδικασία. Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, το οποίο είχε την εξουσία να αναιρέσει την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου κρίνοντας  ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο δεν ήταν αμερόληπτο, επιβεβαίωσε την καταδίκη και την ποινή που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα. Κατά συνέπεια, το ανώτατο δικαστήριο δεν αντιμετώπισε το εν λόγω ελάττωμα.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ομόφωνα παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.

Δίκαιη ικανοποίηση: Η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε αίτημα για χρηματική ικανοποίηση (επιμέλεια echrcaselaw.com).