Το Δημόσιο αποζημιώνει με 240.000 ευρώ για θάνατο ταξιτζή, λόγω κακής συντήρησης των στηθαίων στην Εθνική Οδό

50

 Σύμφωνα με την απόφαση, παρά το γεγονός ότι ο ταξιτζής οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και με χρήση αλκοόλ, το Δημόσιο είναι συνυπαίτιο για το θάνατό του λόγω κακής συντήρησης των στηθαίων ασφαλείας.

Το… λογαριασμό για την ελλιπή συντήρηση Εθνικής Οδού και ειδικότερα των στηθαίων ασφαλείας θα κληθεί να πληρώσει ακριβά το Δημόσιο, μετά από απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η υπόθεση αφορά τον θανάσιμο τραυματισμό οδηγού ταξί στην Εθνικό Οδό Αθηνών – Λαμίας, μετά την πρόσκρουση του στα μεταλλικά στηθαία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση του Δημοσίου, επικύρωσε την καταβολή ποσού 240.176 ευρώ για ψυχική οδύνη, εκ των οποίων 70.176 ευρώ στη σύζυγο του θανόντος, 100.000 ευρώ στην κόρη και 70.000 ευρώ στην μητέρα του.

Το Δικαστήριο έκρινε μεν πως σε μεγάλο ποσοστό της τάξης του 80% ο οδηγός του ταξί ήταν συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του καθώς με τη συμπεριφορά του περί την οδήγηση, ο οποίος «ανεξαρτήτως αν φορούσε ή όχι ζώνη ασφαλείας, οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ, 2,26 ο/οο, με όλες τις αρνητικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται ως προς την ικανότητα οδήγησης, προέβη σε λανθασμένο χειρισμό λόγω της υψηλής ταχύτητας με την οποία οδηγούσε (120 χλμ/ω αντί του μέγιστου επιτρεπόμενου ορίου των 80χλμ/ω) για τις κυκλοφοριακές συνθήκες και τα τοπογραφικά δεδομένα του ένδικου τόπου του ατυχήματος και σε σχέση με την επιλογή του τόπου και του χρόνου προσπέρασης του δεύτερου οχήματος».

Συνυπαίτιο το Δημόσιο

Ωστόσο, σε ποσοστό 20% υπεύθυνο είναι το Δημόσιο από την παράνομη παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του, κατά την ενάσκηση της εξουσίας τους που τους έχει ανατεθεί για την ασφαλή συντήρηση των δρόμων και την ορθή τοποθέτηση στηθαίων ασφαλείας. Ειδικότερα, κατά την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού προέκυψε από την είσοδο της μπάρας ασφαλείας μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου (ταξί) που οδηγούσε ενώ η παραμόρφωση του οχήματος και ο χαρακτήρας του ατυχήματος δεν δικαιολογούν θανάσιμο τραυματισμό. του οδηγού.

Η μηχανική αντοχή του μεταλλικού στηθαίου ήταν ανεπαρκής δεδομένης της έλλειψης κοχλιών στους κόμβους συναρμολόγησης των μπαρών (απαιτούμενος αριθμός κοχλίων οκτώ, τοποθετημένοι συνήθως τέσσερις), της έλλειψης ροδελών και της ελλιπούς σύσφιξης κοχλιών (κοχλίες χλιαροί), της ανεπαρκούς μηχανικής αντοχής του αποστάτη, κυρίως στην περιοχή της οπής, της ανεπαρκούς επιφάνειας σύσφιξης και της μειωμένης αντοχής του κόμβου συναρμολόγησης, με αποτέλεσμα την εύκολη διάλυση του μεταλλικού στηθαίου ασφαλείας κατά την πρόσκρουση του οχήματος.

Αρμόδιο για τη λήψη μέτρων

Ειδικότερα, στην απόφαση αναφέρεται πως το Δημόσιο «στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η συντήρηση της ΝΕΟ Αθηνών – Λαμίας, είχε την υποχρέωση, διά της αρμόδιας υπηρεσίας του, να συντηρεί την εν λόγω εθνική οδό και να λαμβάνει κάθε μέτρο, ώστε κατά τη δημόσια κυκλοφορία να μη δημιουργείται κίνδυνος ή ζημία τρίτων προσώπων ή άλλων έννομων αγαθών, δεδομένου ότι πρόκειται για τον κύριο οδικό άξονα της χώρας, που, κατά τα κοινώς γνωστά, έχει αυξημένη κίνηση οχημάτων».

Για το λόγο αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Δημοσίου, επισημαίνοντας πως προϋπόθεση αποζημίωσης είναι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του Δημοσίου Οργάνου και της επελθούσας ζημίας και αυτός δεν διακόπτεται σε περίπτωση συνυπαιτιότητας του παθόντος. Και επικύρωσε την αποζημίωση.

«Το αναιρεσείον Δημόσιο με την αναίρεση του πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση διότι υπερέβη τα όρια της εξουσίας του που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, διότι τα επιδικασθέντα ποσά για ψυχική οδύνη είναι υπερβολικά υψηλά και βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία σε σχέση με την έκταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι στενοί συγγενείς του παθόντος (αναιρεσίβλητοι). Επίσης προβάλει τον ισχυρισμό ότι σε πολύ δυσμενέστερες περιπτώσεις με άμεση εμπλοκή των οργάνων του Δημοσίου και ύπαρξη αυταπόδεικτης αιτιώδους συνάφειας, τα Δικαστήρια επιδίκασαν πολύ μειωμένη ψυχική οδύνη σε σχέση με την επιδικασθείσα στην προκειμένη περίπτωση» επισημαίνεται.

Κρίνεται, όμως, «απορριπτέος ως απαράδεκτος ο λόγος αυτός αναίρεσης του Δημοσίου διότι το διοικητικό εφετείο δεν αφίσταται των σχετικών κρίσεων της πάγιας νομολογίας του δικαστηρίου για τη δυνατότητα αναιρετικού ελέγχου της υπέρβασης από το δικαστήριο της ουσίας των ορίων του άρθρου 932 ΑΚ, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της ψυχικής οδύνης, ούτε άλλωστε στην ένδικη υπόθεση υπερέβη τα όρια της διαγραφόμενης από της διάταξη αυτή εξουσίας του».