Προσωπικά δεδομένα: Εφαρμογή του Ν. 4624/2019 ως επιεικέστερου και παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής (ΑΠ 316/2020)

12

Χρήση αυτοσχέδιων μηχανισμών παγίδευσης Α.Τ.Μ τραπεζών – Παράβαση του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και διαχρονικό δίκαιο

Την παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής τόσο για την αναιρεσείουσα όσο και για τους συγκατηγορουμένους της, λόγω επεκτατικού αποτελέσματος, διέταξε με απόφασή του ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 316/2020).

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για παράβαση του προϊσχύοντος Ν. 2472/1977 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, με την πράξη της να εμπίπτει στην κακουργηματική μορφή του αδικήματος.

Σύμφωνα με την απόφαση, η υπόθεση αφορούσε στη χρήση αυτοσχέδιων μηχανισμών παγίδευσης αυτόματων ταμειολογιστικών μηχανημάτων (Α.Τ.Μ) Τραπεζών, οι οποίοι έφεραν μη ορατό ηλεκτρονικό σύστημα (καρταναγνώστη), μέσω του οποίου αντιγράφοντο, εν αγνοία του κατόχου της, τα στοιχεία της μαγνητικής πίστας κάθε κάρτας κατά την εισαγωγή της από αυτόν στο ΑΤΜ ή σε ειδική υποδοχή στη θύρα του προθαλάμου τραπεζικών καταστημάτων, όπου ήταν εγκατεστημένα τα ΑΤΜ (μέθοδος skimming).

Με τον τρόπο αυτό οι κατηγορούμενοι ελάμβαναν παρανόμως γνώση των προσωπικών δεδομένων από πρωτότυπες γνήσιες κάρτες συναλλαγών κατά την ώρα συναλλαγής, τα αφαιρούσαν ακολούθως και εν συνεχεία επεξεργάζονταν αυτά τα προσωπικά δεδομένα και κατήρτισανσαράντα τρεις (43) πλαστές κάρτες ανάληψης.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του ισχύοντος νόμου περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (Ν. 4624/2019), η πράξη για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα είναι πλέον πλημμέλημα και το αξιόποινο αυτής έχει παραγραφεί, αφού από το χρόνο τέλεσής της έως τη συζήτηση της αναίρεσης έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας.

Κατά το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, οι διατάξεις του νεότερου νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων τυγχάνουν εφαρμογής αυτεπαγγέλτως ως επιεικέστερες, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, αφού με αυτές προβλέπονται χαμηλότερες ποινές, ενώ τίθενται επιπλέον προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής του αδικήματος, για το οποίο καταδικάστηκε εν προκειμένω η αναιρεσείουσα.

Απόσπασμα απόφασης

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 περ. α’ του Ν. 2472/1997, “4. Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις”, κατά δε τη διάταξη της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, “6. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ. 1 έως 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών”.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του ισχύοντος, από την 29η.8.2019, Ν. 4624/2019, κατά το άρθρο 87 αυτού, “1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα: α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη”, ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, “4. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων, εάν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να προκαλέσει περιουσιακή ζημία σε άλλον ή να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.”.

Από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι οι διατάξεις του Ν. 4624/2019 είναι ευμενέστερες εκείνων του προϊσχύσαντος Ν. 2472/1977, αφού με αυτές προβλέπονται χαμηλότερες ποινές, ενώ για την κακουργηματική μορφή του αδικήματος, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τίθενται επιπλέον προϋποθέσεις, ήτοι το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. δ’ και 514 εδ. δ’ περ. β’ του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς, όσον αφορά στα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπάγγελτα, κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου.

Δείτε ολόκληρη την απόφαση στο areiospagos.gr

https://www.lawspot.gr/nomika-nea/prosopika-dedomena-efarmogi-toy-n-4624-2019-os-epieikesteroy-kai-paysi-tis-poinikis