Η καταδίκη συστηματικού παραβάτη του ΚΟΚ για θάνατο μοτοσικλετιστή σε ποινή μικρότερη του κατωτάτου ορίου της ποινής και η καθυστερημένη εκτέλεση της ποινής παραβίασαν το διαδικαστικό σκέλος του δικαιώματος στη ζωή!

12

ΑΠΟΦΑΣΗ

Smiljanić κατά Κροατίας της 25.03.2021 (αρ. προσφ. 35983/14)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οδηγός μοτοσικλέτας σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα έπειτα από σύγκρουση με πολύ γνωστό επιχειρηματία στο Ζάγκρεμπ, μετά από παράνομη διάβαση διασταύρωσης με κόκκινο από τον τελευταίο. Ο  επιχειρηματίας είχε προβεί σε διάστημα 2 ετών περίπου σε 35 παραβιάσεις αδικημάτων του ΚΟΚ, συμπεριλαμβανομένων της παραβίασης κόκκινων φανών, οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ, υπερβολικής ταχύτητας κ.α.. Το μοναδικό αποτέλεσμα ήταν να του αφαιρεθεί προσωρινά η άδεια οδήγησης και να του επιβληθούν ελάχιστα πρόστιμα.

Για την ανθρωποκτονία εξ αμελείας του μοτοσικλετιστή του επιβλήθηκε με πλαίσιο ποινής από 3-10 χρόνια φυλάκισης ποινή μόλις 2 ετών. Τα εγχώρια δικαστήρια δηλ. επέβαλαν ποινή στον τελευταίο μικρότερη του κατώτατου ορίου. Επίσης η ποινή αυτή εκτίθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Κατά το ΕΔΔΑ τα ανεπαρκή μέτρα κατά της κατ’ εξακολούθηση οδικής παραβατικότητας του πολύ γνωστού επιχειρηματία, δεν οδήγησαν στην απαραίτητη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας των προληπτικών μέτρων περί εξασφάλισης της δημόσιας ασφάλειας και  οι πολλαπλές αποτυχίες των εγχώριων αρχών να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ενάντια στη κατ’ εξακολούθηση οδική παραβατικότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, και να διασφαλίσουν την αποτελεσματική λειτουργία στην πράξη των προληπτικών μέτρων της διασφάλισης της δημόσιας ασφάλειας και την ελαχιστοποίηση του αριθμού των τροχαίων ατυχημάτων, υπερέβησαν την απλή αμέλεια ή την παράλειψη.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του ουσιαστικού σκέλους του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2 ΕΣΔΑ).

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου επίσης  έκρινε πως οι εγχώριες αρχές δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια για την επιβολή αρμόζουσας ποινής και θεώρησε ως ανεπαρκή  την επιβληθείσα ποινή των 2 ετών φυλάκισης.  Η επιβληθείσα ποινή ήταν μικρότερη  της κατώτερης και η καθυστέρηση ενός έτους στην εκτέλεσή της δεν ήταν εύλογη. Το Δικαστήριο διαπίστωσε για τους λόγους αυτούς παραβίαση και του διαδικαστικού σκέλους του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2).

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 26.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 4.540 ευρώ για δικαστικά έξοδα.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες είναι αντίστοιχα οι γονείς και η αδερφή του S.S., που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα.

Στις 7 Ιουλίου 2012 στο Ζάγκρεμπ, ο DM, ένας πολύ γνωστός επιχειρηματίας, παραβίασε με το αυτοκίνητό του (SUV) το κόκκινο φανάρι και συγκρούστηκε με τον συγγενή των προσφευγόντων, ο οποίος οδηγούσε νόμιμα  τη μοτοσικλέτα του περνώντας με πράσινο φανάρι τη διασταύρωση. Ο συγγενής των προσφευγόντων πέθανε αμέσως.

Όταν συνέβη το ατύχημα, ο D.M. βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ και έπρεπε να μεταφερθεί στην αστυνομία.

Μια επιτόπια έρευνα που διενήργησε η αστυνομία διαπίστωσε ότι ο D.M. είχε νόμιμη άδεια οδήγησης η οποία εκδόθηκε από την Αστυνομία του Ζάγκρεμπ.

Πριν από το περιστατικό ο D.M. είχε διαπιστωθεί ότι είχε διαπράξει αδικήματα του ΚΟΚ  εμπλακείς τριάντα πέντε (35) φορές σε διάφορα αυτοκινητιστικά ατυχήματα, μεταξύ δεν των διαπραχθέντων αδικημάτων  συμπεριλαμβάνετο οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, υπερβολική ταχύτητα και μη τήρηση των οδικών σημάτων. Αυτές οι παραβιάσεις που είχαν καταχωρηθεί στα αστυνομικά  αρχεία αφορούσαν την περίοδο από  Μάρτιο 2000 μέχρι και Μάϊο 2012, είχε δε καταδικαστεί τελευταία φορά  για αδίκημα που διαπράχθηκε τον Νοέμβριο του 2010. Από το σχετικό αρχείο προέκυψε ότι:

α) του επιβλήθηκε πρόστιμο μεταξύ 100 και 1.000 κροατικών κούνας (HRK, περίπου 13 έως 130 ευρώ) για 17 παραβιάσεις,

β) του επιβλήθηκε προσωρινή αφαίρεση  άδειας οδήγησης σε δύο περιπτώσεις: μεταξύ 24 Νοεμβρίου 2001 και 25 Φεβρουαρίου 2002, και 20 και 23 Μαΐου 2006,

γ) για τις λοιπές περιπτώσεις είτε αθωώθηκε είτε το αποτέλεσμα ήταν άγνωστο.

δ) Επίσης καταδικάστηκε για πταίσματα δύο φορές: τον Μάρτιο του 2010 για μη υπακοή στα οδικά σήματα (αδίκημα που διαπράχθηκε τον Φεβρουάριο του 2010) ενώ τον Μάιο του 2011 βρέθηκε ένοχος για οδήγηση με μεγάλη ταχύτητα (αδίκημα που διαπράχθηκε το Νοέμβριο του 2010).

ε) Σύμφωνα με το ποινικό του μητρώο, δεν είχε καταχωρηθεί καμία ποινή σε βάρος του.

Την περίοδο που σκοτώθηκε ο συγγενής των προσφευγόντων, εκκρεμούσε μια σειρά από δευτερεύουσες διαδικασίες κατά του D.M. για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ.

Συγκεκριμένα, στις 23 Οκτωβρίου 2010 η αστυνομία επέδωσε κλήση στον D.M. για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και εντολή αφαίρεσης της άδειας οδήγησης του για περίοδο 9 μηνών. Ο D.M. αμφισβήτησε την επιβολή ποινής στο Πλημμελειοδικείο του Ζάγκρεμπ (Prekršajni sud u Zagrebu).

Την 1η Ιουνίου 2011 το Πλημμελειοδικείο αποφάσισε ότι ο D.M. ήταν ένοχος και του επιβλήθηκε πρόστιμο 2.000 HRK (περίπου 260 ευρώ). Έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να αφαιρεθεί η άδεια οδήγησής του, καθώς δεν είχε καταδικαστεί ποτέ πριν, και σύμφωνα με το πλημμελειοδικείο το πρόστιμο ήταν επαρκές και η κύρωση κατάλληλη.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αναίρεση του D.M. και διέταξε την επανεκδίκασή του. Στην νέα εκδίκαση της υπόθεσης, το εθνικό δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο D.M. ήταν ένοχος αλλά τόνισε ότι το πρόστιμο είχε ήδη καταβληθεί.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Α) Ουσιαστική πτυχή του ουσιαστικού σκέλους του δικαιώματος στη ζωή

Αρχικά, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το κεντρικό ζήτημα της παρούσας υπόθεσης είναι η φερόμενη ανεπαρκής λειτουργία του σχετικού ρυθμιστικού πλαισίου οδικής ασφάλειας για την αντιμετώπιση μιας επαναλαμβανόμενης και κατ’ εξακολούθηση παράνομης συμπεριφοράς στην οδική κυκλοφορία από ένα άτομο που έχει προκαλέσει τελικά το θάνατο λόγω της σύγκρουσης του συγγενή των προσφευγόντων. Επομένως, η υπόθεση αυτή αφορούσε, συγκεκριμένα, τους ισχυρισμούς ελλείψεων κατά την εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου, το οποίο ξεχώριζε από άλλες περιπτώσεις που αφορούν, πιο συγκεκριμένα, την ουσιαστική θετική υποχρέωση λήψης προληπτικών επιχειρησιακών μέτρων για την προστασία ενός ατόμου από άλλο άτομο σε περίπτωση ύπαρξης πραγματικού και άμεσου κινδύνου για τη ζωή, που αποτελεί ξεχωριστή πτυχή των θετικών υποχρεώσεων του κράτους σύμφωνα με το άρθρο 2.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι το κανονιστικό πλαίσιο της Κροατίας, σχετικά με την παρούσα υπόθεση, θεώρησε τις παραβιάσεις της οδικής ασφάλειας ως αδικήματα κατά της δημόσιας ευημερίας που αντιπροσωπεύουν υψηλό επίπεδο γενικού κινδύνου για την κοινωνία. Προβλέπει κυρώσεις τόσο ποινικές όσο και διοικητικές για τέτοιου είδους αδικοπραξίες, καθώς και προληπτικά μέτρα αφαίρεσης της άδειας οδήγησης, εάν υπήρχε κίνδυνος να διαπράξει εκ νέου το αδίκημα ο δράστης. Επιπλέον, ο νόμος για την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας προέβλεπε τη δυνατότητα ακύρωσης της άδειας οδήγησης για παραβιάσεις κατ’ εξακολούθηση των κανονισμών οδικής ασφάλειας.

Συνοπτικά, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το σχετικό εγχώριο νομικό πλαίσιο προέβλεπε κατάλληλα προληπτικά μέτρα με στόχο τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας και την ελαχιστοποίηση του αριθμού των τροχαίων ατυχημάτων. Το ζητούμενο ήταν αν το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργούσε αποτελεσματικά στην πράξη.

Το Δικαστήριο θεώρησε πως το σύνολο των πράξεων του D.M. συνιστούσε έγκλημα κατ’ εξακολούθηση και έπρεπε να είχε αντιμετωπιστεί κατά αυτό το σκεπτικό. Παρ΄ όλα αυτά, είχε αφαιρεθεί μόνο η άδεια οδήγησής του δύο φορές προσωρινά για σύντομα χρονικά διαστήματα το 2001-2002 και 2006. Πράγματι, τη στιγμή του συμβάντος, ο D.M. είχε ισχύουσα άδεια οδήγησης που του επέτρεπε να οδηγεί. Συναφώς, μια ένδειξη της έλλειψης επιμέλειας των εγχώριων αρχών για την αντιμετώπιση της αδικοπραξίας του DM μπορεί να φανεί από τον τρόπο με τον οποίο το εφετείο έκρινε το ζήτημα της προηγούμενης καταδίκης του DM για πταίσματα, διαπιστώνοντας εσφαλμένα ότι δεν είχε έχει καταδικαστεί για τέτοια αδικήματα και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητο να αφαιρεθεί η άδεια οδήγησής του.

Το Δικαστήριο έκρινε πως μία άλλη ισχυρή ένδειξη έλλειψης στην εφαρμογή των σχετικών μηχανισμών για την αντιμετώπιση των παράνομων ενεργειών του DM ήταν το γεγονός ότι οι εγχώριες αρχές επέτρεψαν τη διακοπή 10 διαφορετικών υποθέσεων κατά του DM, λόγω παραγραφής και της ακατάλληλης διαδικασίας από τους αστυνομικούς. Οι εγχώριες αρχές συνέχισαν επίσης να επιβάλλουν μικρά πρόστιμα και άλλες εναλλακτικές κυρώσεις στον D.M., οι οποίες προφανώς δεν είχαν αποτρεπτικό αποτέλεσμα και δεν κατάφεραν να τον συμμορφώσουν με τους σχετικούς κανονισμούς οδικής κυκλοφορίας.

Η επαναλαμβανόμενη παραβατικότητα του D.M οδήγησε τελικά στην πρόκληση του θανατηφόρου ατυχήματος στο οποίο πέθανε ο συγγενής των προσφευγόντων. Ενώ το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει εάν τα γεγονότα θα άλλαζαν εφόσον οι αρχές είχαν ενεργήσει διαφορετικά και είχαν εξασφαλίσει ότι το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο είχε εφαρμοστεί αποτελεσματικά στην πράξη σε σχέση με την κατ’ εξακολούθηση παραβατική συμπεριφορά του DM, η σχετική προϋπόθεση βάσει του άρθρου 2 δεν απαιτεί την απόδειξη της συγκεκριμένης αιτιώδους συνάφειας (βλ. mutatis mutandis, Bljakaj κ.α. κατά Κροατίας της 18.09.2014, αρ. προσφ. 74448/12, § 124). Αντίθετα, αυτό που είναι σημαντικό και επαρκές για να καταδικαστεί το κράτος σύμφωνα με το άρθρο 2, είναι να αποδειχτεί ότι οι ελλείψεις στη λειτουργία του σχετικού ρυθμιστικού πλαισίου λειτουργούσαν σε βάρος ενός ατόμου.

Συναφώς, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι δεν είναι καθήκον του να καθορίζει πώς τα συγκεκριμένα μέτρα της εγχώριας έννομης τάξης θα έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί στην πράξη όσον αφορά την κατ’ εξακολούθηση παραβατικότητα του DM η οποία τελικά οδήγησε στο θάνατο τον οδηγό της μοτοσικλέτας. Για το Δικαστήριο, αρκούσε να διαπιστωθεί ότι οι προαναφερθείσες πολλαπλές αποτυχίες των εγχώριων αρχών σε διαφορετικά επίπεδα να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ενάντια στη κατ’ εξακολούθηση οδική παραβατικότητα του DM, και έτσι να διασφαλίσουν την αποτελεσματική λειτουργία στην πράξη των προληπτικών μέτρων της διασφάλισης της δημόσιας ασφάλειας και την ελαχιστοποίηση του αριθμού των τροχαίων ατυχημάτων, υπερέβησαν την απλή αμέλεια ή την παράλειψη.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του ουσιαστικού σκέλους (θετικές υποχρεώσεις) του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2 της Σύμβασης).

β) Διαδικαστική πτυχή του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι αμέσως μετά το συμβάν η αστυνομία διενήργησε επιτόπια έρευνα. Το Γραφείο του Εισαγγελέα ξεκίνησε αμέσως έρευνα κατά την οποία ανακρίθηκαν ορισμένοι μάρτυρες και ανατέθηκαν πραγματογνωμοσύνες. Με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Εισαγγελία άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος του D.M. και παραπέμφθηκε στο Δημοτικό Δικαστήριο στις 31 Ιουλίου 2012 για κατηγορία ανθρωποκτονίας εξ αμελείας. Η πρωτοβάθμια απόφαση εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 και επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο τον Μάιο του 2013. Επιπλέον, δόθηκε στους προσφεύγοντες επαρκής ευκαιρία να συμμετάσχουν στη διαδικασία και να προβάλουν τα επιχειρήματά τους σχετικά με την υπόθεση.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι αρχές δεν κατέβαλαν σοβαρή προσπάθεια να ανακαλύψουν τι συνέβη πραγματικά. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν παρατήρησε ελλείψεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν τα σχετικά διαδικαστικά μέτρα μετά το συμβάν ή τον τρόπο με τον οποίο οι προσφεύγοντες έλαβαν μέρος στη διαδικασία, κάτι που θα μπορούσε να είχε θέσει υπό αμφισβήτηση την συμμόρφωση των εθνικών αρχών με τη διαδικαστική υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 2. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι καταγγελίες των προσφευγόντων για έλλειψη αντικειμενικότητας ορισμένων από τους δικαστές ήταν αβάσιμες.

Ωστόσο, η επίμαχη υπόθεση, όπως υπέβαλαν οι προσφεύγουσες, αφορούσε επίσης την ανεπάρκεια της ποινής που επιβλήθηκε στον D.M. για την ανθρωποκτονία εξ αμελείας του συγγενή των προσφευγόντων και την καθυστερημένη εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο Ποινικός Κώδικας έδωσε στα εθνικά δικαστήρια τη δυνατότητα να επιβάλουν ποινή φυλάκισης μεταξύ 3 και 10 ετών. Ωστόσο, το Δημοτικό Δικαστήριο επέλεξε να βασιστεί στη δυνατότητα που προβλέπει ο σχετικός εσωτερικός νόμος να επιβάλει ποινή κάτω από την ελάχιστη επιτρεπόμενη από τον νόμο, καταδικάζοντας τον σε φυλάκιση δύο (2) ετών. Τελικά, ο D.M. αφέθηκε ελεύθερος μετά την έκτιση 14 μηνών  από την ποινή του.

Χωρίς πρόθεση παρέμβασης στην επιλογή των εθνικών δικαστηρίων για την επιβολή κυρώσεων κατά του D.M. και χωρίς τον σκοπό της κρίσης της αναλογικότητας αυτών των μέτρων με το αδίκημα, το Δικαστήριο δεν μπορούσε παρά να σημειώσει ότι κατά την εκτίμησή του το Δημοτικό Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο D.M. δεν είχε προηγούμενες ποινικές καταδίκες,  δεν έκανε αναφορά στο γεγονός ότι σύμφωνα με τα διαθέσιμα αρχεία είχε επιβληθεί πρόστιμο στον D.M. αρκετές φορές σε πταισματικές διαδικασίες. Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εξάρτηση του Δημοτικού Δικαστηρίου από το γεγονός ότι πριν από το εν λόγω αδίκημα, η συμπεριφορά του DM ήταν σύμφωνη με το νόμο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προηγούμενη συμπεριφορά του ως οδηγού. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο μετριασμός της ποινής του D.M. κάτω από το νόμιμο ελάχιστο δεν φάνηκε να είχε πραγματοποιηθεί μετά από προσεκτικό έλεγχο όλων των σχετικών εκτιμήσεων που σχετίζονταν με την υπόθεση.

Το ΕΔΔΑ σημείωσε επίσης ότι ο σχετικός εσωτερικός νόμος προέβλεπε ότι η έκτιση της ποινής φυλάκισης έπρεπε να εκτελεστεί αμέσως και ότι θα μπορούσε η εκτέλεση να αναβληθεί μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δεν κατέστη απολύτως σαφές γιατί η εκτέλεση της ποινής του DM αναβλήθηκε για ένα έτος αφ’ ότου κατέστη αμετάκλητη. Συναφώς, το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι προσφεύγοντες έπρεπε να διαμαρτυρηθούν αρκετές φορές για την μη εκτέλεση της ποινής φυλάκισης του D.M.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο έκρινε πως οι εγχώριες αρχές δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια για την επιβολή της ποινής φυλάκισης στον D.M. Η καθυστέρηση ενός έτους που αναφέρεται παραπάνω δεν ήταν εύλογη. Κατά συνέπεια, μια τέτοια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης κατά του D.M. δεν ήταν σύμφωνη με την υποχρέωση του κράτους σύμφωνα με το άρθρο 2 να εκτελεί τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Συνεπώς, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του διαδικαστικού σκέλους του Άρθρου 2 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το ΕΔΔΑ επιδίκασε ποσό 26.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 4.540 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.