Διπλή καταδίκη από διοικητικό και ποινικό δικαστήριο για την ίδια πράξη της σωματική βλάβης! Παραβίαση της αρχής ne bis in idem

72

ΑΠΟΦΑΣΗ

Tsonyo Tsonev κατά Βουλγαρίας της 06.04.2021 (αριθ. προσφ.  35623/11)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διπλή καταδίκη για ίδια πράξη από ποινικό και διοικητικό δικαστήριο. Αρχή  «ne bis in idem». Δεύτερη καταδίκη της Βουλγαρίας για παραβίαση της αρχής.

Ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή σχετικά με επιβολή σε βάρος του διοικητικού προστίμου και ποινής για το ίδιο αδίκημα.  Ο προσφεύγων καταδικάστηκε σε διοικητικό πρόστιμο από τα διοικητικά δικαστήρια και σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών από ποινικά δικαστήρια επειδή εισήλθε στην οικία του GI.  επιτέθηκε σε αυτόν και του προκάλεσε σωματική βλάβη. Ήδη είχε εκδοθεί απόφαση από το ΕΔΔΑ σε μία  πρώτη προσφυγή του,  που αναγνώριζε  παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου. Το καθ΄ού κράτος δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση θεωρώντας ότι δεν υπήρξε διπλή  διαδικασία σχετικά με το ίδιο θέμα.

Το Στρασβούργο ανέφερε ότι ήταν η δεύτερη συνεχόμενη προσφυγή του προσφεύγοντος στην οποία παραπονέθηκε για παραβίαση της αρχής ne bis in idem, γιατί  οι αρχές του εναγομένου κράτους δεν δέχτηκαν τα πρότυπα που θεσπίστηκαν από το Δικαστήριο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με αυτήν την αρχή και δεν εξασφάλισαν το δικαίωμα του προσφεύγοντος να μην δικάζεται και τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ξανά ότι αφού οι δύο διαδικασίες δεν ήταν ενιαίες και το κάθε δικαστήριο χρησιμοποίησε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ο προσφεύγων δικάστηκε και τιμωρήθηκε δύο φορές για το ίδιο αδίκημα.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε  παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου.

Τέλος το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το καθ΄ ού κράτος έχει πλέον εναρμονίσει την νομοθεσία με την αρχή ne bis in idem, κατέβαλε αποζημίωση στον προσφεύγοντα ως εκ τούτου δεν επέβαλε στο κράτος να ανοίξει μία από τις δύο διαδικασίες εκ νέου.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Tsonyo Ivanov Tsonev, είναι Βούλγαρος υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε το 1977 και κρατείται στην συγκεκριμένη στιγμή  στην Τρόιαν (Βουλγαρία).

Σε διοικητικές και σε ποινικές διαδικασίες, επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα  διοικητικό πρόστιμο και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 μηνών, επειδή  στις 11.11.1999, επιτέθηκε στον  G.Ι. στο σπίτι του. Μετά από προηγούμενη προσφυγή (αρ. προσφ. 2736/03), το Δικαστήριο, στην απόφαση Tsonyo Tsonev κατά Βουλγαρίας (αρ. 2) που εκδόθηκε στις 14 Ιανουαρίου 2010, διαπίστωσε παραβίαση του Άρθρου 4 του 7ου  Πρωτοκόλλου.

Σύμφωνα με το άρθρο 422 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Κ.Π.Δ.), ο Γενικός Εισαγγελέας ζήτησε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο να ανοίξει εκ νέου την ποινική διαδικασία κατά του κ. Tsonev. Στις 27.10.2010, το δικαστήριο δέχθηκε το αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα και παρέπεμψε την υπόθεση στο δικαστήριο ουσίας. Ενώπιον του περιφερειακού δικαστηρίου, ο κ. Tsonev ισχυρίστηκε ότι οι ποινικές διαδικασίες θα έπρεπε να είχαν διακοπεί υπό το πρίσμα της αρχής ne bis in idem  (κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά δύο φορές για το ίδιο αδίκημα). Αυτός εξήγησε ότι είχε τιμωρηθεί για τις ίδιες πράξεις στις διοικητικές διαδικασίες που ήταν «ποινική» φύσεως σύμφωνα με την αυτόνομη έννοια που δίνεται σε αυτόν τον όρο από την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στις 23.12.2010, το Περιφερειακό Δικαστήριο με τελεσίδικη απόφαση επικύρωσε την ποινή του για 18 μήνες φυλάκιση .Διαπίστωσε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είχαν αποδειχθεί από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας και ότι η τιμωρία ήταν δίκαιη. Το δικαστήριο επεσήμανε ότι η εθνική νομοθεσία δεν προέβλεπε τη δυνατότητα διακοπής της μεταγενέστερης ποινικής διαδικασίας όταν ο καταδικασθείς είχε προηγουμένως τιμωρηθεί για τις ίδιες πράξεις από διοικητική κύρωση. Το Περιφερειακό Δικαστήριο έκρινε ότι υπό αυτές τις συνθήκες ο περιφερειακός εισαγγελέας ήταν εκείνος που έπρεπε να ζητήσει την επανάληψη της διοικητικής διαδικασίας.

Στις 15.02.2011, ένας εισαγγελέας από το περιφερειακό γραφείο του εισαγγελέα του Γκάμπροβο αρνήθηκε να ζητήσει την επανέναρξη της διοικητικής διαδικασίας. Σημείωσε ότι η ποινική διαδικασία είχε διενεργηθεί για τη σωματική βλάβη που προκάλεσε ο προσφεύγων στο θύμα, ενώ οι διοικητικές διαδικασίες είχαν κινηθεί επειδή είχε εισέλθει στο σπίτι του θύματος και τον κτύπησε. Ο εισαγγελέας θεώρησε ότι αυτό δεν ισοδυναμούσε συνεπώς με την επανάληψη των ίδιων διαδικασιών, αλλά  διαφορετικές  διαδικασίες για τον συνδυασμό των δύο πράξεων.

Ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο την απέρριψε με την αιτιολογία ότι βάσει του εσωτερικού δικαίου η επιβολή διοικητικής κύρωσης δεν αποκλείει την επακόλουθη ποινική καταδίκη του ίδιου προσώπου για τις ίδιες πράξεις.

Στο πλαίσιο της παρακολούθησης της εκτέλεσης της απόφασης της 14ης Ιανουαρίου 2010 στην υπόθεση Tsonyo Tsonev κατά Βουλγαρίας (αρ. 2), η κυβέρνηση ενημέρωσε την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ατομικά και συλλογικά μέτρα που λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο. Έτσι, η Επιτροπή Υπουργών ενημερώθηκε ιδίως, ότι η ποινική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος είχε κινηθεί εκ νέου, ότι η ποινική του καταδίκη είχε γίνει δεκτή από τις εγχώριες αρχές, ότι η ποινική του καταδίκη έγινε δεκτή από την περιφερειακή εισαγγελία · και τέλος, ότι η εθνική νομοθεσία και πρακτική είχαν τροποποιηθεί έτσι ώστε να επιτρέπεται η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem σε περίπτωση παράλληλης διοικητικής και ποινικής διαδικασίας.

Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έκλεισε την εξέταση της υπόθεσης αναφέροντας ότι η κυβέρνηση είχε εκπληρώσει τα καθήκοντά της βάσει του άρθρο 46 § 2 της ΕΣΔΑ και ότι η εξέτασή της υπόθεσης έκλεισε.

Στηριζόμενος στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι είχε διωχθεί και τιμωρηθεί δύο φορές για το ίδιο αδίκημα.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου (αρχή  ne bis in idem)

Το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη, εν προκειμένω, νέων γεγονότων που δεν είχαν εξεταστεί σε σχέση με την προσφυγή με αρ. 2376/03, δεδομένου ότι κατατέθηκαν μετά την ημερομηνία δημοσίευσης της τελικής απόφασης στην προαναφερθείσα υπόθεση Tsonev και ήταν σε θέση να προκαλέσουν νέα παραβίαση της ίδιας διάταξης.

Η συμπεριφορά του προσφεύγοντος κατά τη διάρκεια φιλονικίας που πραγματοποιήθηκε στις 11.11.1999 οδήγησε σε δύο χωριστές διαδικασίες. Στις 12 Νοεμβρίου είχαν αρχίσει διοικητικές διαδικασίες και τελικά του επιβλήθηκε πρόστιμο  50 βουλγαρικών λεβ (BGN). Κινήθηκαν παράλληλα και ποινικές διαδικασίες εναντίον του και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 18 μηνών από το Περιφερειακό Δικαστήριο στις 23.12.2010.

Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην προηγούμενη απόφασή του ίδιου προσφεύγοντος Tsonyo Tsonev κατά Βουλγαρίας (αρ. 2) όπου είχε επισημάνει ότι οι δύο διαδικασίες αφορούσαν «ποινικές κατηγορίες» και ότι είχαν και οι δύο οδηγήσει σε κυρώσεις για τις ίδιες ουσιαστικά πράξεις. Και οι δύο ξεκίνησαν ταυτόχρονα και είχαν συνεχιστεί παράλληλα μέχρι το κλείσιμο των διοικητικών διαδικασιών στις 27.11.1999. Στη συνέχεια, η ποινική διαδικασία κινήθηκε εκ νέου μετά την απόφαση του Δικαστηρίου και κατέστη αμετάκλητη το Δεκέμβριο του 2010.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι διοικητικές και οι ποινικές διαδικασίες είχαν ουσιαστικά επιδιώξει τον ίδιο στόχο, δηλαδή να τιμωρήσουν την κοινωνικά απαράδεκτη συμπεριφορά του προσφεύγοντος στο πλαίσιο των συμβάντων της 11.11.1999. Η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών στη διοικητική διαδικασία δεν έχει ληφθεί υπόψη στην ποινική διαδικασία, όπου χρησιμοποιήθηκαν μόνο τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στην ποινική έρευνα. Ούτε το διοικητικό πρόστιμο είχε ληφθεί υπόψη από τα ποινικά δικαστήρια για τον καθορισμό της ανάλογης ποινής. Υπό το πρίσμα αυτών των παραγόντων, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ουσιαστικά στενή σχέση επί της ουσίας μεταξύ των διοικητικών και ποινικών διαδικασιών.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να λάβει υπόψη μια συγκεκριμένη πτυχή της υπό κρίσης υπόθεσης: ήταν η δεύτερη συνεχόμενη προσφυγή του προσφεύγοντος στην οποία παραπονέθηκε για παραβίαση της αρχής ne bis in idem, μετά την προσφυγή με αρ. 2376/03. Όταν οι βουλγαρικές αρχές είχαν εξετάσει την υπόθεση του προσφεύγοντος  μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιανουαρίου 2010 που διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, δεν είχαν αναγνωρίσει την ανάγκη να εφαρμοσθεί η αρχή ne bis in idem και είχαν απορρίψει τις αντιρρήσεις του προσφεύγοντος διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρξε επανάληψη της διαδικασίας σε σχέση με το ίδιο θέμα. Επομένως, οι αρχές του εναγομένου κράτους δεν δέχτηκαν τα πρότυπα που θεσπίστηκαν από το Δικαστήριο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με αυτήν την αρχή και δεν είχαν εξασφαλίσει το δικαίωμα του προσφεύγοντος να μην δικάζεται και τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα.

Συμπερασματικά, καθώς δεν υπήρχε ουσιαστικά στενή σχέση μεταξύ των διαδικασιών, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μέρος ενός ολοκληρωμένου συστήματος κυρώσεων εντός της εθνικής νομοθεσίας για την τιμωρία της κοινωνικά απαράδεκτης συμπεριφοράς του προσφεύγοντος.  Έτσι δικάστηκε και τιμωρήθηκε δύο φορές για το ίδιο αδίκημα κατά παραβίαση του δικαιώματός του σύμφωνα με την αρχή ne bis in idem και οι αρχές δεν είχαν αναγνωρίσει την αποτυχία τους να διατηρήσουν αυτό το δικαίωμα στη δεύτερη εξέταση της υπόθεσής του.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση της αρχής ne bis in idem (Άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ).

Άρθρο 46

Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν έκρινε απαραίτητο να αναφέρει τα γενικά μέτρα που έπρεπε να λάβει το κράτος για την εκτέλεση της απόφασης αυτής. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, όπως αναφέρεται στην Επιτροπή Υπουργών στο πλαίσιο της εκτέλεσης της Απόφασης Tsonyo Tsonev κατά Βουλγαρίας (αρ. 2), το εναγόμενο κράτος είχε κάνει αλλαγές στην εγχώρια νομοθεσία και πρακτική προκειμένου να ευθυγραμμιστεί η νομοθεσία του με το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, όπως ερμηνεύεται στη νομολογία του Δικαστηρίου.

Όσον αφορά τα μεμονωμένα μέτρα, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι καθώς οι εθνικές αρχές είχαν κινήσει δύο σειρές διαδικασιών, αλλά είχαν επίσης αναγνωρίσει παραβίαση της αρχής ne bis in idem και στη συνέχεια παρείχαν την κατάλληλη θεραπεία, για παράδειγμα  ακυρώνοντας τη δεύτερη σειρά διαδικασιών και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση  καταβολής αποζημίωσης για τυχόν συνέπειες, μπορούσε να θεωρήσει  ότι ο προσφεύγων δεν είχε πλέον το καθεστώς του  «θύματος».

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορούσε διαπίστωση παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, αλλά τη μη τήρηση της αρχής ne bis in idem.

Λόγω της σοβαρότητας των επίμαχων γεγονότων, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι αρχές της Βουλγαρίας ενδέχεται να είχαν έννομο συμφέρον να διατηρήσουν την ποινική κύρωση που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα. Επιπλέον, όπως αποδείχθηκε στις παρατηρήσεις της κυβέρνησης, ότι η καταστροφή του διοικητικού φακέλου φαίνεται να καθιστούσε αδύνατο στην πράξη να ανοιχτεί ξανά  η διοικητική διαδικασία.

Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 4 του 7ου Πρωτόκολλο στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί από μόνη της να θεωρηθεί ότι επιβάλλει στον εναγόμενο κράτος την υποχρέωση βάσει της Σύμβασης να ανοίξει εκ νέου ένα από τα δύο σύνολα διαδικασιών κατά του προσφεύγοντος

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε, με πέντε ψήφους έναντι δύο, ότι η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου αποτελούσε επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για την  ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων.

Ξεχωριστή γνώμη

Οι δικαστές Eicke, Kucsko-Stadlmayer και Schukking εξέφρασαν κοινή χωριστή γνώμη η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση (επιμέλεια echrcaselaw.com).