Κακουργηματική απιστία κατά ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας – σύμφωνη με το σύνταγμα η πρόβλεψη της υποβολής έγκλησης

28

Παύση της ποινικής δίωξης λόγω μη υποβολής έγκλησης (ΑΠ Συμβ 158/2021)

Με βούλευμά του ο Άρειος Πάγος επικυρώνει την οριστική παύση της ποινικής δίωξης κακουργηματικής απιστίας που στρέφεται κατά ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας λόγω μη υποβολής έγκλησης, απορρίπτοντας την αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά βουλεύματος του Συμβούλιου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του Ν. 4637/2019, η κατ’ έγκληση δίωξη επεκτάθηκε και σε κακουργηματικές πράξεις απιστίας του άρθρου 390 παρ. 1 εδ. β’ του νέου ΠΚ, στις περιπτώσεις εκείνες που η απιστία στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα.

Κατά το σκεπτικό του ανωτάτου δικαστηρίου, η εν λόγω διάταξη δεν συνιστά συγκεκαλυμμένη αμνηστία, καθόσον δεν καθιερώνει γενικώς το ποινικώς ανεύθυνο των στελεχών των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα κατά τη λήψη διαχειριστικών αποφάσεων, αλλά θέτει απλώς έναν πρόσθετο όρο, ήτοι την υποβολή έγκλησης, για τη δίωξη της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής απιστίας που φέρεται να έχει τελεσθεί εκ μέρους τους. Ως εκ τούτου, η εν λόγω διάταξη δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος.

Ούτε στην συνταγματική αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος) αντίκειται η εν λόγω πρόβλεψη της δίωξης της κακουργηματικής απιστίας, καθόσον πρόκειται για ρύθμιση που αφορά σε ορισμένη κατηγορία προσώπων, όπως στελεχών των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, η οποία είναι ουσιωδώς ανόμοια, σε σχέση με την περίπτωση δίωξης στελεχών των λοιπών ανώνυμων εταιρειών.

Τονίζεται, επιπλέον, πως η εν λόγω διάταξη δεν θέτει σε δυσμενέστερη θέση, σε σχέση με τον προϊσχύοντα ΠΚ , τους μικρομετόχους των τραπεζικών ανώνυμων εταιρειών, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση διατηρούν το δικαίωμα που τους παρέχεται από τη διάταξη του άρθρου 69 του ΑΚ.

Όσον αφορά, τέλος, στο ενδεχόμενο της καταχρηστικής μη υποβολής έγκλησης και, συνεπώς, στην αντίθεση της εν λόγω διάταξης στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε πως το αυστηρό ελεγκτικό και εποπτικό θεσμικό πλαίσιο, εντός του οποίου λειτουργούν τα τραπεζικά ιδρύματα, ελαχιστοποιεί τα περιθώρια αυθαίρετων αποφάσεων προς συγκάλυψη αξιόποινων προσβολών της περιουσίας τους, σε αντίθεση, μάλιστα, με τις λοιπές ανώνυμες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα, όπου ο έλεγχος και η παρακολούθηση των αποφάσεων των διοικητικών συμβουλίων τους καθίσταται δυσχερέστερος.

Απόσπασμα ΑΠ Συμβ 158/2021

Η διάταξη, συνεπώς, του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β’ του ΠΚ, με την οποία προβλέπεται η δίωξη της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν εξαλείφει το αξιόποινο της εν λόγω απιστίας, αλλ’ απλώς θέτει πρόσθετο όρο, δηλαδή την υποβολή έγκλησης, για τη δίωξη της αξιόποινης αυτής πράξης και, συνεπώς, ως μη υποκρύπτουσα συγκεκαλυμμένη αμνηστία, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 3 και 4 του Συντάγματος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, “Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα”. Ο δικαστής, επομένως, στο πλαίσιο του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της αντίθεσης του νόμου προς το Σύνταγμα, έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει νόμο, το περιεχόμενο του οποίου είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, “Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου”. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (ΟλΑΠ 38/2005, ΑΠ 1202/2017, ΑΠ 1236/2015). Ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της ισότητας είναι έλεγχος ακραίων ορίων, δηλαδή της υπέρβασης, σε ακραίες περιπτώσεις των ευρέων πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη. Εξετάζεται, δηλαδή, αν ο νομοθέτης, κατά την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειάς του, ως προς την εκτίμηση και την όμοια ή ανόμοια μεταχείριση όμοιων ή ανόμοιων, αντίστοιχα, ζητημάτων, υπερβαίνει εκείνα τα ακραία όρια αυτής, πέρα από τα οποία η ανόμοια μεταχείριση όμοιων ή η όμοια μεταχείριση ανόμοιων περιπτώσεων είναι τόσο αδικαιολόγητη, ώστε να καθίσταται προφανώς άνιση ρύθμιση.

Δεν μπορεί, όμως, ο δικαστής να ελέγχει τις σκέψεις ή τα ελατήρια που οδήγησαν το νομοθέτη στην ψήφιση του νόμου ούτε να αμφισβητεί την ειλικρίνεια του νομοθέτη, με το να δέχεται την άποψη ότι υπό τη συγκεκριμένη γραμματική διατύπωση ορισμένου νόμου υποκρύπτεται άλλου είδους ρύθμιση, διότι στην περίπτωση αυτή θα υπερέβαινε τα όρια του ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου και θα υποκαθιστούσε στο ρόλο του το νομοθέτη (ΟλΑΠ 11/2001). Περαιτέρω, τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα έχουν καθοριστικό ρόλο στην εθνική οικονομία, αφού με τη χορήγηση από αυτά πιστώσεων στις λοιπές επιχειρήσεις, παρέχεται η κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη της περαιτέρω επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι αποφάσεις των στελεχών αυτών σχετικά με τη χορήγηση και τη διαχείριση πιστώσεων, που αποτελούν τυπική μορφή κινδυνωδών δικαιοπραξιών, δεν επηρεάζουν μόνο το ενεργητικό της περιουσίας αυτών (πιστωτικών κλπ ιδρυμάτων), αλλά έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων που λαμβάνουν αυτές (πιστώσεις) και, συνακόλουθα, στην εθνική οικονομία. Οι παράγοντες που συνεκτιμώνται κατά τη λήψη των διαχειριστικών αυτών αποφάσεων στα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και στις επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι περισσότεροι και πιο σύνθετοι από εκείνους που συνεκτιμώνται κατά τη λήψη των διαχειριστικών αποφάσεων στις λοιπές ανώνυμες εταιρείες. Εξάλλου, το κανονιστικό πλαίσιο, ως προς τη δομή, τη λειτουργία, τον έλεγχο και την εποπτεία των εν λόγω ιδρυμάτων και ιδίως του τραπεζικού τομέα, στο σύγχρονο περιβάλλον των πολλαπλών επιπέδων εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων και της εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές (εθνικές και ευρωπαϊκές), είναι αρκετά περιοριστικό, σε σχέση με εκείνο των άλλων ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Με την πρόβλεψη, συνεπώς, της δίωξης της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν παραβιάζεται η προαναφερόμενη αρχή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού, με τη θέσπιση της δίωξης των στελεχών αυτών, για την εν λόγω κακουργηματική απιστία, μετά από έγκληση, ρυθμίζεται περίπτωση δίωξης, για την αξιόποινη αυτή πράξη, ορισμένης κατηγορίας προσώπων, όπως στελεχών των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, η οποία, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, είναι ουσιωδώς ανόμοια, σε σχέση με εκείνη (περίπτωση δίωξης), για την ίδια αξιόποινη πράξη, στελεχών των λοιπών ανώνυμων εταιρειών και, συνεπώς, δεν πρόκειται για τη ρύθμιση όμοιων περιπτώσεων, στην οποία και μόνον αναφέρεται η τήρηση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι ακόμη και αν επρόκειτο για όμοιας κατηγορίας πρόσωπα (κάτι που στη προκείμενη περίπτωση δεν ισχύει, όπως προεκτέθηκε), ο έλεγχος της επίμαχης διάταξης, υπό το πρίσμα του άρθρου 4 του Συντάγματος, θα επέβαλε η όποια “ανισότητα” να αρθεί με την επέκταση της κατ’ έγκληση δίωξης της κακουργηματικής απιστίας (η οποία συνιστά ευνοϊκότερη ρύθμιση) σε όλο τον ιδιωτικό τομέα, κατ’ εφαρμογή της επεκτατικής ισότητας και όχι με την αναβίωση του αξιοποίνου μέσω αυτής, που καταλήγει έτσι, σε παραβίαση της κατοχυρωμένης από το άρθρο 7 του Συντάγματος αρχής της νομιμότητας του εγκλήματος και της ποινής. Εξάλλου το πεδίο εφαρμογής της ως άνω ρύθμισης για δίωξη της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν περιορίζεται μόνο στην κατηγορία των στελεχών των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, αλλά εκτείνεται και σε άλλα πρόσωπα, όπως στους δανειολήπτες, που συμμετέχουν ως ηθικοί αυτουργοί κλπ στην εν λόγω πράξη χωρίς να έχουν την ιδιότητα του στελέχους τέτοιου ιδρύματος.

Επομένως, η διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β’ του ΠΚ, με την οποία προβλέπεται η δίωξη της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Περαιτέρω, με την πρόβλεψη της δίωξης της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, οι μικρομέτοχοι των τραπεζικών ανώνυμων εταιρειών δεν περιέρχονται σε δυσμενέστερη δικονομική θέση, σε σύγκριση με τις ρυθμίσεις του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, στα πλαίσια των οποίων ούτως ή άλλως δεν είχαν δικαίωμα ούτε να υποβάλουν έγκληση ούτε να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής, αφού δεν θεωρούνται αμέσως παθόντες από οποιοδήποτε, στρεφόμενο κατά της περιουσίας της ανώνυμης εταιρείας, περιουσιακό έγκλημα, δεδομένου ότι επί ανώνυμων εταιρειών φορέας του ποινικώς προστατευταίου έννομου αγαθού της περιουσίας είναι η εταιρεία και όχι οι μέτοχοί της. Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω προστατεύονται επαρκώς, αφού η διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ τους παρέχει το δικαίωμα να ζητήσουν το διορισμό προσωρινής διοίκησης ή ειδικού εκπροσώπου για την υποβολή έγκλησης κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, όταν η απιστία έχει τελεστεί από αυτά, κάτι που ισχύει σε κάθε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, όπως στην περίπτωση που το έγκλημα της απιστίας κατά της εταιρείας έχει διαπραχθεί από μέλος του διοικητικού της συμβουλίου. Ως προς το ενδεχόμενο της καταχρηστικής μη υποβολής εγκλήσεων, για την εν λόγω αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απιστίας, από τα όργανα της διοίκησης των ως άνω ιδρυμάτων, πρέπει να λεχθεί ότι οι διοικήσεις των τραπεζικών ιδρυμάτων λειτουργούν, όπως προαναφέρθηκε, σε ένα αυστηρό ελεγκτικό και εποπτικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο ελαχιστοποιεί τα περιθώρια αυθαίρετων αποφάσεων για τη συγκάλυψη αξιόποινων προσβολών της τραπεζικής περιουσίας. Έτσι, στα τραπεζικά ιδρύματα τα περιθώρια αυτοϋπόθαλψης είναι πολύ πιο περιορισμένα σε σύγκριση με τις λοιπές ανώνυμες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα, στις οποίες ισχύουν χαλαρότερες προϋποθέσεις ως προς τη συγκρότηση των διοικητικών συμβουλίων, τον έλεγχο των αποφάσεών τους και την εν γένει παρακολούθηση της δραστηριότητάς τους.

Με τα δεδομένα αυτά, η διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 εδ. β’ του ΠΚ, με την οποία προβλέπεται η δίωξη της κακουργηματικής απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα, μετά από έγκληση, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο areiospagos.gr

https://www.lawspot.gr/nomika-nea/kakoyrgimatiki-apistia-kata-anonymis-trapezikis-etaireias-symfoni-me-syntagma-i-provlepsi