Ποινικό αδίκημα η διασυνοριακή απάτη σχετικά με τον ΦΠΑ

238

Με το δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου «Ενσωμάτωση Οδηγιών ΕΕ, κύρωση Μνημονίου Διοικητικής Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας Κύπρου, τροποποιήσεις του ν. 3663/2008 (Α΄99) προς εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1727 και άλλες διατάξεις.» το οποίο έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση από το Υπ. Δικαιοσύνης, επιχειρείται η εξομοίωση της ποινικής προστασίας της περιουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την προστασία της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου.

Τυποποιούνται ως ποινικά αδικήματα η διασυνοριακή απάτη σχετικά με τον Φ.Π.Α. και οι πράξεις υποβολής ανακριβών ή ελλιπών δηλώσεων ή παρασιώπησης πληροφοριών, παράνομης λήψης και παρακράτησης επιχορηγήσεων και παροχών, που έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση εσόδων του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

ΙΙ. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης

Α. Γενικό Μέρος

  1. Η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προωθήσει κοινές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις στα κράτη-μέλη, με τις οποίες θα προστατεύονται αποτελεσματικά τα οικονομικά της συμφέροντα από πράξεις προσβολής αυτών, έχει να επιδείξει μια μακρά ιστορική πορεία. Ο τελευταίος σταθμός σ’ αυτήν την πορεία ήταν η Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, «σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης» (ΕΕ L 198/28.7.2017, σ. 29 επ.), αναφερόμενης εφεξής χάριν συντομίας ως η «Οδηγία». Η Οδηγία τελεί σε άμεση λειτουργική συνάφεια με τον λίγο αργότερα υιοθετηθέντα Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, «σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας» (ΕΕ L 283/31.10.2017, σ. 1 επ.), αφού τα αδικήματα που προβλέπει αποτελούν το κεντρικό σημείο αναφοράς και για την οριοθέτηση (της συντρέχουσας με αυτής των εθνικών αρχών) καθ’ ύλην αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Το παρόν σχέδιο νόμου έχει ως στόχο την ενσωμάτωση της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη.
  2. Η Οδηγία αντικατέστησε τη Σύμβαση «για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» της 26-7-1995 (γνωστής και ως Σύμβαση PIF), που είχε καταρτισθεί με βάση το άρθρο Κ3 της ΣΕΕ, καθώς και τα συναφή με αυτήν Πρωτόκολλα της 27-9-1996, της 29-11-1996 και της 19-6-1997 (άρθρο 16 της Οδηγίας). Τα κανονιστικά αυτά κείμενα αποτελούσαν, ως σύνολο, τον αμέσως προηγούμενο σημαντικό σταθμό στην προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να θέσει τους κοινούς ελάχιστους ουσιαστικούς ποινικούς κανόνες για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της, και είχαν κυρωθεί στη χώρα μας με τον ν. 2803/2000 «Κύρωση της Σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συναφών με αυτήν Πρωτοκόλλω9ν» (Α’ 48). Ειδικότερα, ο συγκεκριμένος νόμος επεδίωξε να εγκαθιδρύσει ένα ειδικό σύστημα προστασίας, το οποίο θα υπερίσχυε λόγω της ειδικότητάς του έναντι των διατάξεων του ΠΚ για τα περιουσιακά αδικήματα, οι οποίες, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του ν. 1608/1950, εφαρμόζονταν παραδοσιακά για την προστασία της ελληνικής δημόσιας περιουσίας. Σε ό,τι αφορά το ρυθμιστικό του αντικείμενο ο ν. 2803/2000 συμπληρωνόταν από ένα ακόμη ειδικό νομοθέτημα, τον Τελωνειακό Κώδικα, ο οποίος, ήδη από το έτος 2001, όταν ο παλαιός ν. 1165/1918 «Περί Τελωνειακού Κώδικος» (Α’ 59) αντικαταστάθηκε από τον ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α’ 265), συμπεριέλαβε ρητά στη νομοτυπική περιγραφή των αδικημάτων που τυποποιούσε και τις πράξεις διαφυγής δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων που εισπράττονται από τα ελληνικά Τελωνεία για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 155 ΕΤΚ). Στο πέρασμα του χρόνου, μάλλον σιωπηρά, η νομολογία περιόρισε την εφαρμογή του ν. 2803/2000 κυρίως σε περιπτώσεις απάτης ως προς τις ενωσιακές ενισχύσεις ή εν γένει ως προς άλλες δαπάνες καλυπτόμενες από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ για τις προσβολές των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, οι οποίες συνδέονταν με τη διαφυγή της καταβολής δασμών ή άλλων επιβαρύνσεων που εισπράττονται για λογαριασμό της από τα ελληνικά Τελωνεία, επικράτησε να εφαρμόζεται ο ΕΤΚ. Συναφώς σημειώνεται επίσης ότι ο ν. 2803/2000, ακολουθώντας τις θέσεις της επεξηγηματικής έκθεσης της Σύμβασης PIF, δεν περιέλαβε στην προστατευτική εμβέλεια των διατάξεών του όλους τους πόρους του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα εν γένει τα περιουσιακά της στοιχεία. Έτσι, λ.χ., έθεσε εκτός της ρυθμιστικής του εμβέλειας, με ρητή μνεία στην αιτιολογική του έκθεση, τους ίδιους πόρους της Ένωσης από τα ποσά που της καταβάλλουν τα κράτη-μέλη κατ’ εφαρμογή ενιαίου συντελεστή στις εναρμονισμένες βάσεις υπολογισμού του ΦΠΑ. Περαιτέρω, περιορίστηκε στην τυποποίηση συγκεκριμένων μόνο μορφών προσβολής, σε συμφωνία με τις διατάξεις της Σύμβασης PIF και των Πρωτοκόλλων της, θέτοντας δικά του πλαίσια ποινών, χωρίς οι συγκεκριμένες μορφές προσβολής ή τα οικεία πλαίσια ποινών να τελούν κατ’ ανάγκη σε αντιστοιχία με αυτά που προβλέπονταν στις διατάξεις του ΠΚ και του ν. 1608/1950 που εφαρμόζονταν για προσβολές της ελληνικής δημόσιας περιουσίας.
  3. H Οδηγία, προϊόν μακρόχρονης επεξεργασίας και έντονης διαμάχης μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών-μελών, τόσο σε ό,τι αφορά τη νομική της βάση (ως τέτοια επιλέχθηκε, τελικά, το άρθρο 83 παρ. 2 ΣΛΕΕ και όχι, όπως επεδίωκε η Επιτροπή, το άρθρο 325 ΣΛΕΕ), όσο και σε ό, τι αφορά την εμβέλειά της (η οποία επιδιώκει πλέον να καταλάβει όλους τους άμεσους ή έμμεσους πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλα τα περιουσιακά της στοιχεία) ορίζει τα ενωσιακά οικονομικά συμφέροντα, στο άρθρο 2 παρ. 1, ως το «σύνολο των εσόδων, δαπανών και στοιχείων ενεργητικού που καλύπτονται, αποκτώνται μέσω ή οφείλονται: i) στον προϋπολογισμό της Ένωσης· ii) στους προϋπολογισμούς των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης που έχουν ιδρυθεί δυνάμει των Συνθηκών ή στους προϋπολογισμούς των οποίων αυτά ασκούν άμεσα ή έμμεσα τη διαχείριση και εποπτεία», οριοθετώντας έτσι το προστατευτέο με τις διατάξεις της έννομο αγαθό κατά τρόπο ευρύτερο από αυτόν με τον οποίο η ελληνική έννομη τάξη οριοθετεί τα έννομα αγαθά της ιδιοκτησίας και περιουσίας στις διατάξεις του Ειδικού Μέρους του ΠΚ που αφορούν την προστασία των οικείων αγαθών. Στην έννοια των εν λόγω συμφερόντων εντάσσονται, λ.χ. ενόψει του παραπάνω ορισμού, ακόμη και πρόστιμα που επιβάλλονται από την Επιτροπή κατά την εφαρμογή του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού ή συνεισφορές που οφείλονται από τρίτα κράτη στο πλαίσιο υλοποίησης κοινών προγραμμάτων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή πόροι που ενδεχομένως, λόγω των ιδιόμορφων χαρακτηριστικών τους, δεν εμπίπτουν στην έννοια της «περιουσίας» του 23ου κεφαλαίου του ΠΚ. Περαιτέρω, η Οδηγία αξιώνει την ποινικοποίηση και τρόπων προσβολής των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, οι οποίοι βαίνουν πέραν του πεδίου που οριοθετούν τα άρθρα 375, 386, 386Α, 386Β και 390 ΠΚ. Έτσι, π.χ., το άρθρο 3 παρ. 2 της Οδηγίας δεν περιορίζει τις ψευδείς παραστάσεις ή τις αθέμιτες παραλείψεις σε «γεγονότα», όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στο πλαίσιο του άρθρου 386 ΠΚ, ούτε απαιτεί να ανάγεται η περιουσιακή βλάβη οπωσδήποτε σε πλάνη του διαθέτοντα, προκληθείσα λόγω των ενεργειών ή παραλείψεων του δράστη, ούτε εξαρτά κατά κανόνα τη θεμελίωση ευθύνης από την ύπαρξη σκοπού παράνομου περιουσιακού οφέλους (τούτο συμβαίνει μόνο στην περίπτωση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. β’ της Οδηγίας). Επίσης, το άρθρο 4 παρ. 3 της Οδηγίας δεν υιοθετεί κατ’ ανάγκη τη θεωρία της κατάχρησης, όταν ζητά την ποινικοποίηση άπιστων διαχειριστικών πράξεων, όπως γίνεται δεκτό ότι συμβαίνει στο πλαίσιο του άρθρου 390 ΠΚ, ούτε θέτει ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση του αδικήματος, που από αυτήν χαρακτηρίζεται ως «υπεξαίρεση», την ύπαρξη «πράγματος» δεκτικού δικαιώματος κυριότητας ή την ύπαρξη «ιδιοποίησης», όπως τούτο γίνεται στο άρθρο 375 ΠΚ. Πολύ περισσότερο, από τη διατύπωση του άρθρου 4 παρ. 3 της Οδηγίας προκύπτει η επιδίωξη ποινικοποίησης όλων των πράξεων αθέμιτης εκμετάλλευσης εν γένει περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από πρόσωπα που φέρουν την ιδιότητα του υπαλλήλου. Τέλος, ακόμη και σε περιπτώσεις μερικής σύμπτωσης σε ό, τι αφορά το περιουσιακό μέγεθος που χρήζει προστασίας, όπως π.χ. στην περίπτωση του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. δ’ της Οδηγίας που αφορά τον ΦΠΑ, η Οδηγία απαιτεί διατάξεις που να θέτουν υπό προστασία τις εισπράξεις ΦΠΑ στο σύνολό τους, ανεξαρτήτως του κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον οποίο αυτός είναι αποδοτέος, αποκλίνοντας έτσι από την ισχύουσα εμβέλεια των ελληνικών φορολογικών ποινικών διατάξεων, οι οποίες προστατεύουν μόνο τον ΦΠΑ που είναι αποδοτέος στο ελληνικό κράτος και εισπράττεται από τις ΔΟΥ (άρθρο 66 ΚΦΔ) ή τα Τελωνεία (άρθρο 155 ΕΤΚ).
  4. Ενόψει των παραπάνω, για την ενσωμάτωση της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη κρίθηκε ότι υφίσταντο σε γενικές γραμμές τρεις δυνατές επιλογές: (α) Η πρώτη επιλογή συνίστατο στη δημιουργία ενός ειδικού ποινικού νόμου, όπως ο ν. 2803/2000, ο οποίος θα αναλάμβανε όπως γινόταν μέχρι σήμερα (ήτοι με τυποποιήσεις αυτοτελών αδικημάτων και πλαισίων ποινής που θα απέκλειαν τις νοηματικά σύστοιχες τυποποιήσεις του ΠΚ) την προστασία των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων. Η επιλογή αυτή ενείχε ωστόσο τον κίνδυνο να εμφανίζονται αξιολογικές αντινομίες σε σχέση με τα ισχύοντα για την ποινική προστασία ανάλογων αγαθών του ελληνικού Δημοσίου, καθώς και ανορθολογικά αποτελέσματα συρροής εντός της ελληνικής έννομης τάξης, όπως ήδη συνέβαινε, ιδίως σε περιπτώσεις που καθίσταται αναγκαία η ποινική επέμβαση για την αντιμετώπιση κοινών προσβολών των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων και της ελληνικής δημόσιας περιουσίας (π.χ. προσβολές στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων ή έργων). (β) Η δεύτερη επιλογή συνίστατο στην ενσωμάτωση των επιταγών της Οδηγίας στον ΠΚ με παράλληλη τροποποίηση ιδίως των διατάξεων των άρθρων 375, 386, 386Α, 386Β και 390 ΠΚ, έτσι ώστε να καλύπτονται πλήρως οι απαιτήσεις της Οδηγίας. Με αυτό τον τρόπο δρομολογείτο ωστόσο ο κίνδυνος να υπάρξει σημαντική διεύρυνση του χώρου του αξιοποίνου ακόμη και σε σχέση με προσβολές της ιδιωτικής ή της ελληνικής δημόσιας περιουσίας, σε αντίθεση μάλιστα και με πρόσφατες δικαιοπολιτικές επιλογές του εθνικού νομοθέτη. (γ) Η τρίτη επιλογή συνίστατο, τέλος, στην υιοθέτηση ενός σύνθετου μοντέλου αποτελούμενου από: (γ1) διατάξεις με τις οποίες θα εξομοιώνεται καταρχήν η ποινική προστασία της ενωσιακής περιουσίας προς αυτήν της ελληνικής δημόσιας περιουσίας και θα υπάγεται στο ίδιο νομικό πλαίσιο, ώστε για τις προσβολές της πρώτης, ήτοι για τη συντριπτική πλειονότητα των αδικημάτων σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να εφαρμόζονται εφεξής, όπως και για τις προσβολές της ελληνικής δημόσιας περιουσίας, οι υφιστάμενες διατάξεις του ΠΚ ή αυτές του ΕΤΚ, ανάλογα με το είδος της προσβαλλόμενου περιουσιακού στοιχείου, (γ2) επικουρικές διατάξεις που θα έχουν ως στόχο να καλύψουν προσβολές των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων μη καταλαμβανόμενες από το υφιστάμενο προστατευτικό πλέγμα των άρθρων 375, 386, 386Α, 386Β και 390 του ΠΚ, και οι οποίες, ως εκ τούτου, θα εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση που δεν θεμελιώνεται (βαρύτερη) ευθύνη με βάση τις διατάξεις του ΠΚ, και (γ3) διατάξεις που θα καλύπτουν τις υπόλοιπες απαιτήσεις της Οδηγίας, ως προς την ποινικοποίηση λ.χ. συμπεριφορών διασυνοριακής απάτης σχετικά με τον ΦΠΑ, όπου λόγω των ιδιομορφιών του ρυθμιστέου αντικειμένου είναι αναγκαία η διάπλαση νέων ρυθμίσεων, οι οποίες δεν μπορεί να έχουν επικουρικό χαρακτήρα, αλλά θα πρέπει να υπερισχύουν ακόμη και σε περιπτώσεις συρροής.
  5. Η νομοπαρασκευαστική επιτροπή τάχθηκε υπέρ της τρίτης επιλογής, με βάση τις εξής σκέψεις: (α) Πρώτον, κρίθηκε ότι με τον τρόπο αυτό διαφυλάσσεται αποτελεσματικότερα η αξιολογική συνοχή του ελληνικού ποινικού συστήματος, ως συνόλου, χωρίς συγχρόνως να αφήνεται περιθώριο μομφής για ελλειμματική συμμόρφωση της ελληνικής έννομης τάξης με τις απαιτήσεις που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε ό,τι αφορά την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων αυτής ακόμη και έναντι προσβολών που δεν είναι αξιόποινες – αυτή τη στιγμή- κατά το ελληνικό δίκαιο. (β) Δεύτερον, έγινε δεκτό ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται παραλλήλως και η συμμόρφωση με τις επιταγές της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας, αφού ναι μεν εντάσσονται (μέσω των υπό γ2 αναφερόμενων, επικουρικών διατάξεων) όλες οι πρόσθετες πράξεις που επιτάσσει η Οδηγία στο πεδίο του αξιοποίνου και τίθενται υπό ποινική προστασία και εξειδικευμένες λειτουργίες του ενωσιακού προϋπολογισμού, ως θεσμού, οι οποίες ενδεχομένως δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις για τα περιουσιακά αδικήματα του ΠΚ, χωρίς όμως οι παραπάνω πράξεις να καθίστανται αυτόματα και κακουργήματα, αν δεν συντρέχουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις που αξιώνουν οι διατάξεις του ΠΚ και του ΕΤΚ. (γ) Τρίτον, θεωρήθηκε ότι με τον ως άνω τρόπο, ήτοι με την κατάργηση του ειδικού ρυθμιστικού συστήματος του ν. 2803/2000 και την υπαγωγή της ενωσιακής περιουσίας σε όλο το εύρος προστασίας που παρέχει το ελληνικό δίκαιο για την ελληνική δημόσια περιουσία, ικανοποιείται καλύτερα και η απορρέουσα από το πρωτογενές δίκαιο και την ενωσιακή νομολογία επιταγή εξομοίωσης της ποινικής προστασίας της ενωσιακής περιουσίας με την προστασία που παρέχεται στην ελληνική δημόσια περιουσία. Προς επίτευξη του τελευταίου στόχου, μάλιστα, προβλέπεται στο σχέδιο και η επέκταση του αντικειμενικού πεδίου εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 216 ΠΚ, της παρ. 5 του άρθρου 242 ΠΚ, της παρ. 2 του άρθρου 374 ΠΚ, της παρ. 3 του άρθρου 375 ΠΚ, της παρ. 2 του άρθρου 386 ΠΚ, της παρ. 3 του άρθρου 386Α ΠΚ και της παρ. 2 του άρθρου 390 ΠΚ, έτσι ώστε οι παραπάνω διατάξεις να εφαρμόζονται και όταν το προβλεπόμενο σ’ αυτές αδίκημα στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του νομικού προσώπου οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ιδρύθηκαν με βάση τις Συνθήκες. Για τον ίδιο λόγο προβλέπεται επίσης η διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των διατάξεων του άρθρων 235 και 236 ΠΚ, λαμβανομένου υπόψη και του άρθρου 237Β ΠΚ (ως προς τα άρθρα 159, 159Α και 237 δεν υφίσταται τέτοια ανάγκη, λόγω του ήδη διευρυμένου πεδίου εφαρμογής τους). (δ) Τέλος, λήφθηκε υπόψη ότι με τον παραπάνω τρόπο καθίσταται δυνατή, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε μέχρι σήμερα, και η εφαρμογή, σε περιπτώσεις παράλληλης προσβολής και των δύο περιουσιών, π.χ. σε περιπτώσεις απάτης ή απιστίας στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων ή έργων, των ίδιων διατάξεων, π.χ. αυτών των άρθρων 386 ή 390 ΠΚ, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με το άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ. Έτσι διανοίγεται ο δρόμος (και) για την ορθολογική επίλυση ζητημάτων συρροής, αφού οι ζημίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ελληνικού Δημοσίου μπορεί να συναθροίζονται και να αξιολογούνται ενιαία στο πλαίσιο της ίδιας διάταξης.
  6. Οι επιμέρους διατάξεις που θεσπίζονται με τα άρθρα 22 έως 26 του παρόντος σχεδίου νόμου σκοπούν κυρίως στην ενσωμάτωση των άρθρων 2, 3, 4, 7, 11 παρ. 1 και 4 και 18 παρ. 2 της Οδηγίας. Επισημαίνεται ότι οι απαιτήσεις που θέτει ιδίως το άρθρο 7 της Οδηγίας, σε ό,τι αφορά το ελάχιστο ύψος του ανώτατου ορίου της απειλουμένης ποινής, υπερκαλύπτονται ήδη από την ποινή που προβλέπεται για τα επικουρικά αδικήματα του άρθρου 24 του παρόντος σχεδίου, αλλά, φυσικά, και από τις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 23 του σχεδίου καθώς στις κατ’ ιδίαν διατάξεις του ΠΚ και του ΕΤΚ, οι οποίες θα είναι και οι πρωταρχικά εφαρμοζόμενες με βάση το σύστημα ποινικής προστασίας που εισάγεται με το παρόν σχέδιο. Ως προς τις υπόλοιπες διατάξεις της Οδηγίας κρίθηκε ότι δεν συντρέχει ανάγκη θέσπισης ειδικών διατάξεων για την ενσωμάτωσή τους, για τους κάτωθι λόγους: Το άρθρο 5 της Οδηγίας καλύπτεται πλήρως ως προς το κανονιστικό του περιεχόμενο από τις διατάξεις του ΠΚ για την απόπειρα και τη συμμετοχή.
    Τα άρθρα 6 και 9 της Οδηγίας καλύπτονται ως προς το κανονιστικό περιεχόμενό τους από το άρθρο 45 του ν. 4557/2018 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2015/849/EE) και άλλες διατάξεις» (Α’ 139), αφού, όπως ορίζεται ρητά στο άρθρο 25 του παρόντος σχεδίου, τα αδικήματα των άρθρων 23 και 24 του παρόντος σχεδίου, καθώς και τα αδικήματα των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, σε συνδυασμό με το άρθρο 237Β, 237, 375, 386, 386Α, 386Β, 390 του ΠΚ και 155 επ του ΕΤΚ, όταν αυτά στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή συνδέονται με την προσβολή αυτών των συμφερόντων, συνιστούν βασικά αδικήματα κατά την έννοια του άρθρου 4 του ν. 4557/2018. Κατ’ επέκταση, όταν τα παραπάνω αδικήματα, που καλύπτουν από άποψη περιεχομένου το σύνολο των προσβολών σε βάρος των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων κατά την έννοια της Οδηγίας, τελούνται στο πλαίσιο της δραστηριότητας νομικών προσώπων, κατά την έννοια των άρθρων 2 παρ. 1 στοιχ. β’, 6 και 9 της Οδηγίας, μπορούν να τυγχάνουν εφαρμογής οι οικείες διατάξεις του άρθρου 45 του ανωτέρου νόμου, οι οποίες προβλέπουν προϋποθέσεις εφαρμογής και έννομες συνέπειες που καλύπτουν τις αξιώσεις που θέτει η Οδηγία.
    Το άρθρο 8 της Οδηγίας καλύπτεται ως προς το κανονιστικό περιεχόμενό του, όπως συνάγεται και από τη σκέψη 19 του προοιμίου της Οδηγίας, από τη διάταξη του άρθρου 187 ΠΚ, αφού σε περίπτωση τέλεσης αδικημάτων σε βάρος των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης ή συμμορίας, θα πραγματώνονται, αντίστοιχα, και τα αληθώς συρρέοντα αδικήματα της παρ. 1, 2 ή 3 του 187 του ΠΚ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την τελική επιβάρυνση της ποινής του δράστη. Το κανονιστικό περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 10 της Οδηγίας καλύπτεται ήδη, μεταξύ άλλων, από τα άρθρα 68 και 76 του ΠΚ, τα άρθρα 40 και 42 του ν. 4557/2018 και τα άρθρα 160 και 164 επ. του ΕΤΚ.
    Σε ό,τι αφορά τις διατάξεις της παρ. 1 στοιχ. α’ και 3 στοιχ. γ’ του άρθρου 11 της Οδηγίας, αυτές καλύπτονται ήδη από τις ρυθμίσεις των άρθρων 5 και 8 του ΠΚ. Η επέκταση των τοπικών ορίων εφαρμογής των ελληνικών νόμων επί συνδρομής των κριτηρίων του άρθρου 11 παρ. 3 στοιχ. α’ και β’ της Οδηγίας δεν είναι υποχρεωτική και δεν κρίθηκε σκόπιμη στην παρούσα φάση.
    Το κανονιστικό περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 12 της Οδηγίας καλύπτεται ήδη από τις ρυθμίσεις των άρθρων 111 επ. του ΠΚ.
    Για την ενσωμάτωση του άρθρου 13 της Οδηγίας κρίθηκε ότι δεν υφίσταται ανάγκη θέσπισης κάποιας ειδικής ρύθμισης, αφού το κανονιστικό περιεχόμενό του καλύπτεται από τις γενικές ρυθμίσεις που διέπουν την ανάκτηση από το Δημόσιο αχρεωστήτως καταβληθέντων ή παρανόμως μη αποδοθέντων ποσών.
    Ενόψει του γεγονότος ότι στην ελληνική έννομη τάξη δεν υπάρχει κάποια ρύθμιση που να αποκλείει την παράλληλη επιβολή ποινικών κυρώσεων και κυρώσεων που δεν φέρουν ποινικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και των άρθρων 49 και 50 ΧΘΔ, κρίθηκε ότι δεν υφίστανται ανάγκη κάποιας ειδικής πρόβλεψης για την ενσωμάτωση του άρθρου 14 της Οδηγίας. Εξάλλου, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται από την Οδηγία, κρίθηκε ότι δεν θα ήταν δόκιμη η θέσπιση κάποιας μεμονωμένης ρύθμισης, ειδικά στο πεδίο ποινικής προστασίας των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, για τα σύνθετα ζητήματα που θέτουν η αρχή ne bis idem και η αρχή της αναλογικότητας σε όλες εκείνες τις περιπτώσεις όπου οι παράλληλα απειλούμενες κυρώσεις φέρουν ποινικό χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 6 ΕΣΔΑ και των άρθρων 49 και 50 ΧΘΔ, όπως αυτές ερμηνεύονται από το ΕΔΔΑ και το ΔΕΕ. Τα εν λόγω ζητήματα αξιώνουν τη θέσπιση μιας γενικότερης εμβέλειας ρύθμιση εντός της ελληνικής έννομης τάξης.
    Τα ζητήματα της συνεργασίας των ελληνικών αρχών με αρχές άλλων κρατών-μελών, με την Eurojust, με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καθώς και με την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένου του OLAF, τα ζητήματα της ανταλλαγής πληροφοριών και τα ζητήματα της υποβολής αναφορών από ελεγκτικά όργανα στις αρμόδιες ελληνικές και ενωσιακές αρχές ρυθμίζονται από ειδικότερα νομοθετήματα [π.χ. π.δ. 135/2013 (Α’ 209), άρθρο 82 παρ. 4-6 του ν. 4622/2019 (Α’ 133), σε συνδυασμό και με το καταργηθέν άρθρο 7 του ν. 4320/2015 (Α’ 29), όπως και από λεπτομερείς νομικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται ανάγκη άλλων ειδικότερων ρυθμίσεων για την ενσωμάτωση του κανονιστικού περιεχομένου του άρθρου 15 της Οδηγίας. Το αυτό ισχύει εν γένει και σε ό,τι αφορά τις υποχρεώσεις του άρθρου 17 της Οδηγίας. Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, τα ζητήματα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, αυτά ρυθμίζονται πλέον από τον ν. 4624/2019 (Α’ 137), ο οποίος ενσωμάτωσε, μεταξύ άλλων, την Οδηγία 2016/680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, που θέτει ένα ειδικό προστατευτικό πλαίσιο για την επεξεργασία των δεδομένων στα πεδία της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας, η εμβέλεια του οποίου, μάλιστα, δεν περιορίζεται πλέον μόνο στις περιπτώσεις διασυνοριακής ανταλλαγής προσωπικών δεδομένων, αλλά καταλαμβάνει και την επεξεργασία αυτών εντός των κρατών μελών.

Β. Ειδικό Μέρος

Επί του άρθρου 21

Με το άρθρο 21 επιδιώκεται η εξασφάλιση της ομαλότερης λειτουργίας του θεσπιζόμενου νέου συστήματος ποινικής προστασίας των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, το οποίο εφεξής θα στηρίζεται όχι τόσο στις (επικουρικές) διατάξεις του άρθρου 24 του παρόντος σχεδίου νόμου, αλλά, προεχόντως, στις διατάξεις του ΠΚ και του ΕΤΚ, με τις οποίες παρέχεται ποινική προστασία και στην ελληνική δημόσια περιουσία. Επίσης, προωθείται η απορρέουσα από το πρωτογενές δίκαιο και την ενωσιακή νομολογία επιταγή εξομοίωσης της ποινικής προστασίας της ενωσιακής περιουσίας με την προστασία που απολαμβάνει η ελληνική δημόσια περιουσία. Προς επίτευξη των ανωτέρω στόχων διευρύνεται το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της παρ. 4 του άρθρου 216 ΠΚ, της παρ. 5 του άρθρου 242 ΠΚ, της παρ. 2 του άρθρου 374 ΠΚ, της παρ. 3 του άρθρου 375 ΠΚ, της παρ. 2 του άρθρου 386 ΠΚ, της παρ. 3 του άρθρου 386Α ΠΚ και της παρ. 2 του άρθρου 390 ΠΚ, έτσι ώστε οι παραπάνω διατάξεις να εφαρμόζονται και όταν το προβλεπόμενο σ’ αυτές αδίκημα στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του νομικού προσώπου οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ιδρύθηκαν με βάση τις Συνθήκες. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται ευκολότερη και η διαχείριση των ζητημάτων συρροής σε υποθέσεις παράλληλων προσβολών, που λαμβάνουν χώρα, π.χ. στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων.

Επί του άρθρου 21Α

Στο άρθρο 21Α, περιγράφονται το αντικείμενο και το εύρος της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ορισμοί των εννοιών: α) «οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης» και β) «νομικό πρόσωπο».

Επί του άρθρου 22

Με το άρθρο 22 διευρύνεται το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρων 235 και 236 ΠΚ, έτσι ώστε αυτά να εφαρμόζονται, όταν οι εκεί αναφερόμενες υπηρεσιακές ενέργειες ή παραλείψεις ζημιώνουν ή μπορούν να ζημιώσουν τα ενωσιακά οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου (α) η πράξη της δωροληψίας τελείται από οποιοδήποτε υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 235 ΠΚ, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο έχει την έδρα του το οικείο όργανο ή ο οικείος οργανισμός της, ή από οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί δημόσιο λειτούργημα ή υπηρεσία για άλλο κράτος, ή, αντίστοιχα, (β) η πράξη δωροδοκίας τελείται προς οποιοδήποτε υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 236 ΠΚ, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο έχει την έδρα του το οικείο όργανο ή ο οικείος οργανισμός της. Οι παραπάνω περιπτώσεις, η κάλυψη των οποίων συστήνεται -χωρίς όμως και να επιβάλλεται ως υποχρεωτική – από το άρθρο 4 παρ. 2 και 4 καθώς και άρθρο 11 παρ. 2 εδ. α’ της Οδηγίας, κρίθηκε σκόπιμη ενόψει και του ανωτέρου στόχου της εξομοίωσης. Ως προς τα άρθρα 159, 159Α και 237 δεν υφίστατο αντίστοιχη ανάγκη επεμβάσεων, λόγω του ήδη ευρέως πεδίου εφαρμογής τους, καθώς σε αυτά δεν γίνεται διάκριση σε σχέση με το κράτος στο οποίο έχει την έδρα του το εκάστοτε όργανο ή ο οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου υπηρετεί ο λήπτης του ωφελήματος.

Επί του άρθρου 23

Η διάταξη του άρθρου 23 αποβλέπει στην ποινική προστασία των εσόδων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν ως σημείο αναφοράς τις εισπράξεις ΦΠΑ των κρατών – μελών. Η θέσπισή της υπαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. δ’ της Οδηγίας. Οι τυποποιούμενες πράξεις καταλαμβάνονται, καταρχήν, σε ό,τι αφορά τους περιγραφόμενους τρόπους προσβολής, από τις ευρύτερης διατύπωσης διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 1 στοιχ. β’, 3 και 4 ΚΦΔ ή, κατά περίπτωση, από τις διατάξεις του ΕΤΚ (π.χ. εφόσον πρόκειται για ΦΠΑ επί εισαγόμενων εμπορευμάτων). Ωστόσο, κρίθηκε σκόπιμη η κατάστρωση μιας ειδικής διάταξης, η οποία μάλιστα θα απωθεί, επί συρροής, ως ειδικότερη διάταξη που θα προβλέπει και βαρύτερη ποινή, τις διατάξεις του ΚΦΔ και του ΕΤΚ, για τους εξής λόγους: (α) προκειμένου να ενταχθούν στο πεδίο προστασίας της και τα έσοδα ΦΠΑ άλλων κρατών- μελών, τα οποία δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του ΚΦΔ και του ΕΤΚ, (β) προκειμένου να αποδεσμευθεί η ποινική δίωξη του συγκεκριμένου βαρύτατου αδικήματος από τις θετικές δικονομικές προϋποθέσεις της προηγούμενης σύνταξης πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και της προηγούμενης υποβολής μηνυτήριας αναφορά από την ΑΑΔΕ ή την Οικονομική Αστυνομία (άρθρα 55Α παρ. 1 και 68 παρ. 1 ΚΦΔ), οι οποίες δεν προβλέπονται από την Οδηγία αλλά και δεν θα ήταν σκόπιμο ή λογικά δυνατό να απαιτούνται για αδικήματα που θα υπάγονται στην αρμοδιότητα και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή θα αφορούν ΦΠΑ εισπραττόμενο από άλλα κράτη-μέλη, και (γ) προκειμένου να περιγραφούν με σαφή τρόπο οι ειδικές αυστηρές προϋποθέσεις, οι οποίες προκύπτουν από τη συνδυαστική ανάγνωση των άρθρων 2 παρ. 2 και 4 παρ. 3 στοιχ. δ’ καθώς και της σκέψης 4 της Οδηγίας, και πρέπει να συντρέχουν ώστε να θεμελιώνεται η ελληνική ποινική δικαιοδοσία, αλλά και η λειτουργικά συνδεόμενη με την ανωτέρω τυποποίηση αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για πράξεις που αφορούν έσοδα ΦΠΑ περισσοτέρων κρατών- μελών (τέλεση του εγκλήματος στο πλαίσιο υλοποίησης ενός οργανωμένου σχεδίου που περιλαμβάνει πράξεις τελούμενες στην επικράτεια δύο τουλάχιστον κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιφέρει απώλεια πόρων ΦΠΑ που υπερβαίνει συνολικά τα 10.000.000 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται στο ποσό αυτό τυχόν τόκοι, πρόστιμα ή εν γένει προσαυξήσεις και κυρώσεις). Για την ερμηνεία των συγκεκριμένων όρων, ιδίως αυτού «του οργανωμένου σχεδίου», χρήσιμα παραμένουν, κατά τα λοιπά, τα εγκληματολογικής υφής παραδείγματα που αναφέρονται στη σκέψη 4 της Οδηγίας («αλυσιδωτή απάτη», «απάτη περί των ΦΠΑ μέσω αφανών εμπόρων», «απάτη περί τον ΦΠΑ στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης»), τα οποία, βέβαια, δεν εξαντλούν το πεδίο εφαρμογής της διάταξης, συνεισφέρουν όμως, μέσω από την παραπομπή σε συγκεκριμένους, γνωστικά προσεγγίσιμους εγκληματολογικούς τύπους, στην οριοθέτησή της.

Επί του άρθρου 24

Με το άρθρο 24 θεσπίζονται τέσσερις επικουρικές ποινικές διατάξεις και, αντίστοιχα, 4 επικουρικά αδικήματα, κατ’ αντιστοιχία με τις 4 νομοτυπικές περιγραφές αδικημάτων που περιέχονται στο άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. α’, β’ και γ’ καθώς και στο άρθρο 4 παρ. 3 της Οδηγίας. Οι επικουρικές αυτές διατάξεις έχουν ως στόχο να καλύψουν προσβολές των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, οι οποίες ενδεχομένως δεν καταλαμβάνονται από το υφιστάμενο προστατευτικό πλέγμα των άρθρων 375, 386, 386Α, 386Β και 390 ΠΚ, αλλά επιβάλλεται να ποινικοποιηθούν δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων της Οδηγίας. Εάν μια προσβολή των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων καταλαμβάνεται από το ανωτέρω προστατευτικό πλέγμα, και αν προκύπτει δυνάμει αυτού του πλέγματος βαρύτερη ποινή για τον δράστη ή συμμέτοχο, τότε οι επικουρικές διατάξεις θα απωθούνται με βάση την προβλεπόμενη κατά περίπτωση ρήτρα σχετικής επικουρικότητας. Διαφορετικά, αν δηλαδή η προσβολή δεν καταλαμβάνεται από το ανωτέρω προστατευτικό πλέγμα ή αν η προκύπτουσα δυνάμει αυτού ευθύνη είναι ελαφρότερη, τότε θα εφαρμόζονται οι επικουρικές διατάξεις και θα απωθούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του ΠΚ. Σε ό,τι αφορά τα έσοδα που εισπράττονται από τα Τελωνεία και, κατ’ επέκταση, προστατεύονται από τις ποινικές διατάξεις του ΕΤΚ, δεν κρίθηκε σκόπιμη η δημιουργία μιας αντίστοιχης επικουρικής διάταξης, ενόψει της ήδη εξαιρετικά ευρείας νομοτυπικής περιγραφής των επιμέρους μορφών του εγκλήματος της λαθρεμπορίας στο άρθρο 155 ΕΤΚ. Αυτό προκύπτει από την ειδική πρόβλεψη που έχει τεθεί στην παρ. 3 («πλην των εσόδων … που εισπράττονται από τα Τελωνεία»). Ομοίως, σε ό,τι αφορά έσοδα από τον ΦΠΑ, η ποινική προστασία αυτών εξακολουθεί να υπάγεται αποκλειστικά στην εμβέλεια του ΚΦΔ ή του ΕΤΚ, όπως συνάγεται επίσης από την ειδική πρόβλεψη της παρ. 3 («πλην των εσόδων που προέρχονται από τον ΦΠΑ»), εκτός και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 23 του σχεδίου, οπότε θα εφαρμόζεται αυτό. Κάθε ρήτρα επικουρικότητας, κατά τα λοιπά, που έχει τεθεί στις παρ. 1 έως 4, αποβλέπει πρωτίστως να αναδείξει τις λειτουργικά συγγενείς προς την εκάστοτε επικουρική διάταξη τυποποιήσεις του ΠΚ και δεν έχει ως στόχο να αποκλείσει άλλες αρχές της φαινομενικής συρροής, όπως π.χ. την αρχή της απορρόφησης, εφόσον προκύψει συναφές ερμηνευτικό ζήτημα. Έτσι, π.χ., εφόσον σε συγκεκριμένη περίπτωση ο δράστης πραγματώνει αφενός μεν ως αυτουργός μία από τις επικουρικές διατάξεις των παρ. 1 έως 3 και αφετέρου δε ως συμμέτοχος τη διάταξη του άρθρου 390 παρ. 2 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 46 ή 47 ΠΚ (π.χ. γιατί έχει υποβάλλει μεν ανακριβείς δηλώσεις, προς επίτευξη της κατάρτισης μιας ζημιογόνας σύμβασης προμήθειας, επιτυγχάνει όμως τελικά αυτό το αποτέλεσμα σε συμπαιγνία με τον αρμόδιο υπάλληλο, ο οποίος μετά από «έλεγχο» των ανακριβών δηλώσεων υπογράφει τη σύμβαση), τότε εφαρμοστέες θα είναι οι διατάξεις των άρθρων 46 ή 47 και 390 παρ. 2 ΠΚ, αποκλειόμενης, στον βαθμό που η πράξη θα έχει ως σημείο αναφοράς την ίδια περιουσιακή βλάβη, της κατάφασης αληθινής συρροής μεταξύ των οικείων αδικημάτων. Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, τις τυχόν συρροές με διατάξεις του ΠΚ που αφορούν τα υπομνήματα, όπως αυτές των άρθρων 216 και 242 ΠΚ, τα σχετικά ερμηνευτικά ζητήματα θα πρέπει να λύνονται με βάση όσα γίνονται δεκτά, κατά περίπτωση, για τη σχέση των οικείων αδικημάτων με τα αδικήματα των άρθρων 375, 386, 386Α, 386Β ή 390 ΠΚ. Αυτονόητο είναι, τέλος, ότι για τυχόν μορφές προσβολών της ιδιοκτησίας ή περιουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις οποίες δεν έχουν θεσπιστεί επικουρικές διατάξεις, καθώς τούτο δεν απαιτείτο από την Οδηγία (π.χ. κλοπή ή ληστεία αντικειμένων που ανήκουν κατά κυριότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση), (εξακολουθούν να) τυγχάνουν εφαρμογής οι οικείες διατάξεις του ΠΚ. Τούτο συνάγεται, εξάλλου, και από την ρύθμιση του άρθρου 1 του παρόντος σχεδίου.
Η τυποποίηση της παρ. 1 («ευρωαπάτη σε σχέση με επιχορηγήσεις») αποβλέπει πρωτίστως (α) στην ποινική προστασία όλων των περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία διατίθενται χωρίς λήψη άμεσης και ισάξιας αντιπαροχής, κατά βάση υπό τη μορφή ενισχύσεων ή χρηματοδοτήσεων, με σκοπό την προώθηση στόχων της Ένωσης στο πεδίο της κοινής γεωργικής και αλιευτικής πολιτικής, της οικονομικής ανάπτυξης, της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης κ.ο.κ., σύμφωνα με τα άρθρα 42, 177 και 182 ΣΛΕΕ, (β) στην ποινικοποίηση της ζημιογόνας παράστασης αναληθών ή της παρασιώπησης αληθών πληροφοριών, ακόμη και όταν αυτές δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια του «γεγονότος», όπως αυτός νοηματοδοτείται από την ελληνική ποινική δογματική, και (γ) στην ποινικοποίηση ζημιογόνων πράξεων ακόμη και όταν δεν συντρέχει ή δεν αποδεικνύεται πρόκληση πλάνης σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Η παραπάνω τυποποίηση, που διαθέτει μεγαλύτερο εύρος από αυτό των διατάξεων των άρθρων 386, 386Α και 386Β ΠΚ, επιβάλλεται από την πρόβλεψη του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. α’ της Οδηγίας, η οποία αξιώνει την εισαγωγή ποινικής ευθύνης, υπό τον τίτλο «απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης», και για τις παραπάνω περιπτώσεις. Μέσω της συγκεκριμένης τυποποίησης επιδιώκεται να ευθυγραμμιστεί το ελληνικό ποινικό δίκαιο με τις επιταγές της Οδηγίας, δημιουργώντας μια επικουρική βάση ποινικής ευθύνης, χωρίς να αλλοιωθεί η έννοια της «απάτης», όπως αυτή ρυθμίζεται ιδίως στο άρθρο 386 ΠΚ και, συμπληρωματικά, στο άρθρο 386Α καθώς και στο άρθρο 386Β ΠΚ. Κατά τα λοιπά, όπου τα εκάστοτε προσβαλλόμενα ενωσιακά οικονομικά συμφέροντα θα εμπίπτουν στην έννοια της «περιουσίας», όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο των άρθρων 386 και 386Α ΠΚ, ή θα συνδέονται με «επιχορηγήσεις» κατά την έννοια του άρθρου 387Β ΠΚ, και θα πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις των παραπάνω άρθρων, θα τυγχάνουν εφαρμογής αυτά, αφού προβλέπουν εν γένει βαρύτερη ποινή, καθώς απειλούν σωρευτικά προς την ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή. Σημειώνεται ότι, για το λόγο αυτό, υιοθετείται στην παρούσα διάταξη ο όρος «επιχορήγηση» που απαντά στο άρθρο 386Β ΠΚ αντί του όρου «ενίσχυση» που απαντά στο δίκαιο της Ένωσης [λ.χ. άρθρο 42 ΣΛΕΕ, Κανονισμός (ΕΕ) 1303/2013, όπως ισχύει σήμερα], ώστε να αποφευχθούν ερμηνευτικά προβλήματα κατά την εφαρμογή των δύο διατάξεων. Κατά τούτο, στην έννοια της «επιχορήγησης» υπάγονται (και) οι ενισχύσεις που παρέχονται από τα Ευρωπαϊκά Γεωργικά Ταμεία, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας καθώς και τα πέντε μεγάλα «Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία» (ΕΔΕΤ). Έτσι οι «δαπάνες» της Ευρωπαϊκής Ένωσης «που δεν σχετίζονται με προμήθειες», υπό την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. α’ της Οδηγίας, ως ενωσιακά προσδιοριζόμενη έννοια, που εμπίπτει στην ευρύτερη έννοια των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α’ της Οδηγίας), εισάγεται μόνον επικουρικά στο ελληνικό ποινικό σύστημα και μόνο για τις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εν λόγω συμφέροντα της Ένωσης δεν προσβάλλονται ταυτόχρονα, με κάποιον από τους στα άρθρα 386, 386Α και 386Β ΠΚ περιγραφόμενους τρόπους, οπότε και θα εφαρμόζονται τα ως άνω άρθρα. Η τυποποίηση της παρ. 2 («ευρωαπάτη σε σχέση με δαπάνες για προμήθειες») αποβλέπει πρωτίστως (α) στην ποινική προστασία όλων των περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία δαπανώνται για την κτήση αγαθών και υπηρεσιών, ακόμη και όταν αυτά μεταβιβάζονται ενδεχομένως κατά κυριότητα σε αντισυμβαλλόμενους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (π.χ. προκαταβολές που χορηγούνται σε αναδόχους έργων για την κάλυψη της αγοράς πρώτων υλών), (β) στην ποινικοποίηση της ζημιογόνας παράστασης αναληθών ή της παρασιώπησης αληθών πληροφοριών, ακόμη και όταν αυτές δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια του «γεγονότος», όπως αυτός νοηματοδοτείται από την ελληνική ποινική δογματική, και (γ) στην ποινικοποίηση ζημιογόνων πράξεων, ακόμη και όταν δεν συντρέχει ή δεν αποδεικνύεται πρόκληση πλάνης σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Η παραπάνω τυποποίηση, που διαθέτει μεγαλύτερο εύρος από αυτό των διατάξεων των άρθρων 386 και 386Α ΠΚ, επιβάλλεται από την πρόβλεψη του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. β’ της Οδηγίας, η οποία αξιώνει την εισαγωγή ποινικής ευθύνης, υπό τον τίτλο «απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης», και για τις παραπάνω περιπτώσεις. Μέσω της συγκεκριμένης τυποποίησης επιδιώκεται να ευθυγραμμιστεί το ελληνικό ποινικό δίκαιο με τις επιταγές της Οδηγίας, δημιουργώντας μια επικουρική βάση ποινικής ευθύνης, χωρίς να αλλοιωθεί η έννοια της απάτης, όπως αυτή ρυθμίζεται ιδίως στο άρθρο 386 ΠΚ και, συμπληρωματικά, στο άρθρο 386Α ΠΚ. Κατά τα λοιπά, όπου τα εκάστοτε προσβαλλόμενα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εμπίπτουν στην έννοια της «περιουσίας», όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο των άρθρων 386 και 386Α ΠΚ, και θα πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις των παραπάνω άρθρων, θα τυγχάνουν εφαρμογής αυτά, αφού προβλέπουν εν γένει βαρύτερη ποινή, καθώς απειλούν σωρευτικά προς την ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή. Με τον παραπάνω τρόπο οι «δαπάνες» της Ευρωπαϊκής Ένωσης «που σχετίζονται με προμήθειες», υπό την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. β’ της Οδηγίας, ως ενωσιακά προσδιοριζόμενη έννοια, που εμπίπτει στην ευρύτερη έννοια των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α’ της Οδηγίας), εισάγεται μόνον επικουρικά στο ελληνικό ποινικό σύστημα και μόνο για τις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν προσβάλλεται ταυτόχρονα, με κάποιον από τους στα άρθρα 386 και 386Α ΠΚ περιγραφόμενους τρόπους, η ενωσιακή περιουσία, οπότε και θα εφαρμόζονται τα ως άνω άρθρα.
Η τυποποίηση της παρ. 3 («ευρωαπάτη σε σχέση με έσοδα») αποβλέπει πρωτίστως (α) στην ποινική προστασία όλων των εσόδων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη και όταν αυτά δεν εμπίπτουν στην έννοια της «περιουσίας», όπως αυτή οριοθετείται κατά την ερμηνεία του άρθρου 386 ή του άρθρου 386Α ΠΚ (π.χ. έσοδα από διοικητικές ποινές, στα οποία προέχει κατεξοχήν το εγκληματοπροληπτικό και όχι το περιουσιακό στοιχείο), (β) στην ποινικοποίηση της ζημιογόνας παράστασης αναληθών ή της παρασιώπησης αληθών πληροφοριών, ακόμη και όταν αυτές δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στην έννοια του «γεγονότος», όπως αυτός νοηματοδοτείται από την ελληνική δογματική, και (γ) στην ποινικοποίηση ζημιογόνων πράξεων ακόμη και όταν δεν συντρέχει ή δεν αποδεικνύεται πρόκληση πλάνης σε άλλον ή άμεσος δόλος του δράστη για τον προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους. Η παραπάνω τυποποίηση, που διαθέτει μεγαλύτερο εύρος από αυτό των διατάξεων των άρθρων 386 και 386Α ΠΚ, επιβάλλεται από την πρόβλεψη του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. γ’ της Οδηγίας, η οποία αξιώνει την εισαγωγή ποινικής ευθύνης, υπό τον τίτλο «απάτη εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης», και για τις παραπάνω περιπτώσεις. Μέσω της συγκεκριμένης τυποποίησης επιδιώκεται να ευθυγραμμιστεί το ελληνικό ποινικό δίκαιο με τις επιταγές της Οδηγίας, δημιουργώντας μια επικουρική βάση ποινικής ευθύνης, χωρίς να αλλοιωθεί η έννοια της απάτης, όπως αυτή ρυθμίζεται ιδίως στο άρθρο 386 ΠΚ και, συμπληρωματικά, στο άρθρο 386Α ΠΚ. Κατά τα λοιπά, όπου τα εκάστοτε προσβαλλόμενα έσοδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εμπίπτουν στην έννοια της «περιουσίας», όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο των άρθρων 386 και 386Α ΠΚ, και θα πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις των παραπάνω άρθρων, θα τυγχάνουν εφαρμογής αυτά, αφού προβλέπουν εν γένει βαρύτερη ποινή, καθώς απειλούν σωρευτικά προς την ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή. Με τον παραπάνω τρόπο τα «έσοδα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. γ’ της Οδηγίας, ως ενωσιακά προσδιοριζόμενη έννοια, που εμπίπτει στην ευρύτερη έννοια των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α’ της Οδηγίας), εισάγεται μόνον επικουρικά στο ελληνικό ποινικό σύστημα και μόνο για τις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν προσβάλλεται ταυτόχρονα, με κάποιον από τους στα άρθρα 386 και 386Α ΠΚ περιγραφόμενους τρόπους, η ενωσιακή περιουσία, οπότε και θα εφαρμόζονται τα ως άνω άρθρα. Η διάταξη εξαιρεί, εξάλλου, ρητά από το πεδίο εφαρμογής της τόσο τα έσοδα από τον ΦΠΑ όσο και τους δασμούς ή άλλες επιβαρύνσεις που εισπράττονται από τα ελληνικά Τελωνεία, γιατί ο μεν ΦΠΑ καλύπτεται από τις αποκλειστικά εφαρμοζόμενες κατά περίπτωση διατάξεις του ΚΦΔ (άρθρο 66 παρ. 1 στοιχ. β’, 3 και 4 ΚΦΔ) ή του ΕΤΚ (π.χ. σε ό,τι αφορά τον ΦΠΑ για εισαγόμενα εμπορεύματα) ή του άρθρου 23 του παρόντος σχεδίου νόμου (σε ό,τι αφορά τα μόνα έσοδα ΦΠΑ που υπάγονται στην εμβέλεια της Οδηγίας), τα δε εισπραττόμενα από τα ελληνικά Τελωνεία έσοδα που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση (π.χ. δασμοί) καλύπτονται από τις διατάξεις του ΕΤΚ (άρθρα 155 επ. ΕΤΚ), οι οποίες, ενόψει της ευρύτατης νομοτυπικής περιγραφής των διαφόρων μορφών λαθρεμπορίας, καλύπτουν ήδη, κατά το πεδίο εφαρμογής τους, όλες τις περιπτώσεις του άρθρου 3 παρ. 2 στοιχ. γ’ της Οδηγίας, συμπεριλαμβανόμενης π.χ. και αυτής της κατάχρησης ενός νόμιμα ληφθέντος οικονομικού πλεονεκτήματος (πρβλ. π.χ. άρθρο 155 παρ. 2 στοιχ. α’ ΕΤΚ).
Η τυποποίηση της παρ. 4 («ζημιογόνα διαχείριση των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων») αποβλέπει πρωτίστως: (α) στην ποινική προστασία όλων των πόρων και στοιχείων ενεργητικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη και όταν αυτά δεν εμπίπτουν στην έννοια της «περιουσίας», ό-πως αυτή οριοθετείται κατά την ερμηνεία του άρθρου 390 ΠΚ, (β) στην ποινικοποίηση ζημιογόνων διαχειριστικών πράξεων, ακόμη και όταν αυτές δεν φέρουν εξωτερικό αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα, (γ) στην ποινικοποίηση πράξεων «ιδιοποίησης» ή αθέμιτης εκμετάλλευσης, εκ μέρους διαχειριστών των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων, κάθε είδους περιουσιακών στοιχείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παραπάνω τυποποίηση, που διαθέτει μεγαλύτερο εύρος από αυτό των διατάξεων των άρθρων 390 και 375 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, επιβάλλεται από τη διατύπωση του άρθρου 4 παρ. 3 της Οδηγίας, η οποία αξιώνει την εισαγωγή ποινικής ευθύνης, υπό τον τίτλο «υπεξαίρεση», και για τις παραπάνω περιπτώσεις. Μέσω της συγκεκριμένης τυποποίησης επιδιώκεται να ευθυγραμμιστεί το ελληνικό ποινικό δίκαιο με τις επιταγές της Οδηγίας, δημιουργώντας μια επικουρική βάση ποινικής ευθύνης, χωρίς να αλλοιωθούν οι έννοιες της υπεξαίρεσης από διαχειριστή ή της απιστίας, όπως αυτές ρυθμίζονται στα άρθρα 375 παρ. 1 εδ. β’ και 390 ΠΚ. Κατά τα λοιπά, όπου τα εκάστοτε προσβαλλόμενα ενωσιακά οικονομικά συμφέροντα θα εμπίπτουν στις έννοιες της «ιδιοκτησίας» ή της «περιουσίας», όπως αυτές γίνονται αντιληπτές στο πλαίσιο των άρθρων 375 παρ. 1 εδ. β’ και 390 ΠΚ, και θα πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις των παραπάνω άρθρων, θα τυγχάνουν εφαρμογής αυτά, αφού προβλέπουν εν γένει βαρύτερη ποινή, καθώς απειλούν σωρευτικά προς την ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή (ενώ η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ προβλέπει και βαρύτερο κατώτατο όριο απειλούμενης ποινής). Με τον παραπάνω τρόπο οι «πόροι» και τα «στοιχεία ενεργητικού» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό την έννοια του άρθρου 4 παρ. 3 της Οδηγίας, ως ενωσιακά προσδιοριζόμενη έννοια, που εμπίπτει στην ευρύτερη έννοια των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α’ της Οδηγίας), εισάγεται μόνον επικουρικά στο ελληνικό ποινικό σύστημα και μόνο για τις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν προσβάλλεται ταυτόχρονα, με κάποιον από τους στα άρθρα 375 παρ. 1 εδ. β’ και 390 ΠΚ περιγραφόμενους τρόπους, η ενωσιακή περιουσία, οπότε και θα εφαρμόζονται τα ως άνω άρθρα.

Επί του άρθρου 25

Με το άρθρο 25 ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 της Οδηγίας, η οποία δεν προβαίνει σε διακρίσεις αναφορικά με τη βαρύτητα των αδικημάτων σε βάρος των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων και ζητά να καταστούν αυτά βασικά αδικήματα κατά την έννοια της νομοθεσίας για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Η παρούσα διάταξη εντάσσει λοιπόν όλα τα αδικήματα του παρόντος σχεδίου νόμου, καθώς και τα αδικήματα των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237, 375, 386, 386Α, 386Β, 390 ΠΚ, των άρθρων 155 επ. του ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» και του άρθρου 39 του ν. 4557/2018, όταν αυτά στρέφονται κατά των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων ή συνδέονται με την προσβολή αυτών των συμφερόντων, στον κατάλογο των βασικών αδικημάτων του άρθρου 4 του ν. 4557/2018.

Επί του άρθρου 26

Το άρθρο 26 περιέχει ρυθμίσεις για ζητήματα που αφορούν εν γένει τα αδικήματα του παρόντος σχεδίου και, πιο συγκεκριμένα, ρυθμίσεις αφενός για τον τρόπο δίωξής τους και αφετέρου για τα κριτήρια θεμελίωσης της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων όταν τα αδικήματα τελούνται εξ ολοκλήρου στην αλλοδαπή. Πιο συγκεκριμένα: Με την ρύθμιση της παρ. 1 προβλέπεται ότι όλα τα αδικήματα του παρόντος σχεδίου νόμου, καθώς και τα αδικήματα των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237, 375, 386, 386Α, 386Β, 390 του ΠΚ, των άρθρων 155 επ. του ν. 2960/2001 και του άρθρου 39 του ν. 4557/2018, όταν αυτά στρέφονται κατά των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων ή συνδέονται με την προσβολή αυτών των συμφερόντων, διώκονται αυτεπάγγελτα. Η ρύθμιση συνάπτεται με το δημόσιο χαρακτήρα των προσβαλλόμενων συμφερόντων και συμπορεύεται κατά βάση -όχι βέβαια πλήρως- και με τις επιλογές του ΠΚ σε ό,τι αφορά τα περιουσιακά αδικήματα, αφού και εκεί προβλέπεται αυτεπάγγελτη δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 386Β καθώς και για τις στρεφόμενες κατά του Δημοσίου κακουργηματικές παραλλαγές των άρθρων 375, 386, 386Α και 390 ΠΚ. Η εισαγωγή του θεσμού της έγκλησης για τα στρεφόμενα κατά των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων αδικήματα πλημμεληματικής φύσεως κρίθηκε, κατά τα λοιπά, ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στο πλαίσιο διώξεων επί διασυνοριακών υποθέσεων, που θα αναλάμβανε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, και, ως εκ τούτου, δεν κρίθηκε δικαιοπολιτικά σκόπιμη.
Με την ρύθμιση της παρ. 2 ενσωματώνονται στην ελληνική έννομη τάξη οι διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 στοιχ. β’ και 4 της Οδηγίας, ήτοι διασφαλίζεται ότι επί αδικημάτων σε βάρος των ενωσιακών οικονομικών συμφερόντων που τελούνται από Έλληνα υπήκοο στην αλλοδαπή, η άσκηση της δικαιοδοσίας των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων δεν θα εξαρτάται από το αν η πράξη είναι αξιόποινη, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, και κατά τους νόμους του κράτους τέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 ΠΚ, ή, επί πλημμελημάτων, αν, επιπροσθέτως, υποβλήθηκε έγκληση του θύματος ή αίτηση δίωξης εκ μέρους του κράτους τέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 3 ΠΚ. Η ανάγκη απεξάρτησης από τις ανωτέρω προϋποθέσεις συνάγεται (α) από την παρ. 1 στοιχ. β του άρθρου 11 της Οδηγίας, η οποία αξιώνει να θεμελιώνεται η δικαιοδοσία των κρατών-μελών κάθε φορά που το αδίκημα διαπράττεται από υπήκοό τους, χωρίς να επιτρέπει οποιαδήποτε ουσιαστικού δικαίου εξαίρεση συνδεόμενη π.χ. με τις προβλέψεις του κράτους τέλεσης, και (β) από την παρ. 4 του ιδίου άρθρου, το οποίο ζητά ρητά να μην ισχύουν για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας οι δικονομικές προϋποθέσεις της υποβολής έγκλησης από το θύμα ή της υποβολής καταγγελίας από το κράτος του τόπου τέλεσης.

Επί του άρθρου 27

Με το άρθρο 27 προβλέπεται, προς εκπλήρωση της υποχρέωσης που απορρέει από το άρθρο 18 της Οδηγίας, ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης υποβάλλει ετησίως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εφόσον διαθέτει σε κεντρικό επίπεδο τα αντίστοιχα στοιχεία, στατιστικές αναφορές σχετικά με τα διωκόμενα στην Ελλάδα αδικήματα που εμπίπτουν στην εμβέλεια της Οδηγίας, ήτοι αδικήματα καλυπτόμενα από τις διατάξεις του παρόντος σχεδίου ή τις κατά περίπτωση αντίστοιχα εφαρμοστέες διατάξεις του ΠΚ ή του ΕΤΚ που στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή συνδέονται με την προσβολή αυτών των συμφερόντων. Ειδικότερα προβλέπεται η υποβολή αναφορών αφενός για (α) τον αριθμό σχετικών δικογραφιών που αρχειοθετήθηκαν, καθώς και τον αριθμό σχετικών ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν, έπαυσαν, κηρύχθηκαν απαράδεκτες, κατέληξαν σε αθώωση, οδήγησαν σε καταδίκη ή βρίσκονται σε εξέλιξη· και αφετέρου για (β) τα ποσά που ανακτήθηκαν κατόπιν ποινικών διώξεων και την εκτιμώμενη ζημία. Για την ρύθμιση των παραπέρα λεπτομερειών, συμπεριλαμβανόμενης της διαδικασίας συγκέντρωσης των ανωτέρω στοιχείων, στον βαθμό που αυτή καταστεί τεχνικά εφικτή, εξουσιοδοτείται προς έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης ο Υπουργός Δικαιοσύνης

Επί του άρθρου 28

Τέλος, στο άρθρο 28 προβλέπεται ότι από τη στιγμή που το παρόν σχέδιο θα καταστεί νόμος, παύει να ισχύει ο ν. 2803/2000 και εφεξής, όπου σε διατάξεις του ισχύοντος δικαίου γίνεται αναφορά στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου, θα νοούνται αναλόγως, όπου αυτό είναι λογικό, οι διατάξεις του παρόντος σχεδίου καθώς και οι κατά περίπτωση αντίστοιχα εφαρμοστέες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Η εν λόγω ρύθμιση επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι μετά την κατάργηση του ειδικού ρυθμιστικού συστήματος του Ν. 2803/2000 η ενωσιακή περιουσία υπάγεται πλέον καθ’ ολοκληρίαν στο γενικό προστατευτικό σύστημα του ΠΚ, που ισχύει και για την ελληνική δημόσια περιουσία, ενώ, παραπέρα, η προστασία αυτή συμπληρώνεται και με ειδικές διατάξεις του παρόντος σχεδίου, ήτοι, μεταξύ άλλων, με τις ποινικές τυποποιήσεις των άρθρων 23 και 24, ή, κατά περίπτωση, και με ειδικά νομοθετήματα, όπως ο ΕΤΚ. Κατ’ επέκταση, εφεξής, προς αντιμετώπιση ζητημάτων διαχρονικού δικαίου για πράξεις που τελέστηκαν πριν την έναρξη ισχύος του νέου νόμου και ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 2803/2000, ο εφαρμοστής καλείται να συγκρίνει αφενός την ευθύνη που προέκυπτε με βάση τις διατάξεις του ν. 2803/2000 σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του ΕΤΚ και αφετέρου την ευθύνη που προκύπτει πλέον με βάση τις διατάξεις του ΠΚ, τις διατάξεις του ΕΤΚ και τις διατάξεις του παρόντος σχεδίου. Πράξεις που πραγμάτωναν τις ειδικές υποστάσεις των αδικημάτων που τυποποιούσε ο ν. 2803/2000 καθίστανται, εξάλλου, ανέγκλητες, μόνο αν και στον βαθμό που αυτές δεν καταλαμβάνονται πλέον από τις διατάξεις του ΠΚ, του ΕΤΚ ή του παρόντος σχεδίου.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΙΙ. ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης

Άρθρο 21
Εξομοίωση της ποινικής προστασίας της περιουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την ποινική προστασία της περιουσίας του ελληνικού Δημοσίου

Οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 216 ΠΚ, της παρ. 5 του άρθρου 242 ΠΚ, της παρ. 2 του άρθρου 374 ΠΚ, της παρ. 3 του άρθρου 375 ΠΚ, της παρ. 2 του άρθρου 386 ΠΚ, της παρ. 3 του άρθρου 386Α ΠΚ και της παρ. 2 του άρθρου 390 ΠΚ εφαρμόζονται και όταν το προβλεπόμενο σ’ αυτές ποινικό αδίκημα στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του νομικού προσώπου οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ιδρύθηκαν με βάση τις Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 21Α
Αντικείμενο και Ορισμοί (άρθρα 1 και 2 παρ. 1 της Οδηγίας)
   

  1. Το παρόν μέρος θεσπίζει ελάχιστους κανόνες σχετικά με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και κυρώσεων όσον αφορά την καταπολέμηση της απάτης και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, με σκοπό την ενίσχυση της προστασίας κατά των ποινικών αδικημάτων που θίγουν τα εν λόγω οικονομικά συμφέροντα, συμφώνως προς το κεκτημένο της Ένωσης σε αυτόν τον τομέα.
       
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος μέρους ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
    α) Ως «οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης» νοείται το σύνολο των εσόδων, δαπανών και στοιχείων ενεργητικού που καλύπτονται, αποκτώνται μέσω ή οφείλονται: i) στον προϋπολογισμό της Ένωσης, ii) στους προϋπολογισμούς των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης που έχουν ιδρυθεί δυνάμει των συνθηκών ή στους προϋπολογισμούς των οποίων αυτά ασκούν άμεσα ή έμμεσα την εποπτεία. β) Ως «νομικό πρόσωπο» νοείται μια οντότητα διαθέτουσα νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, εξαιρουμένων των κρατών ή των δημόσιων φορέων κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας και των δημόσιων διεθνών οργανισμών.

Άρθρο 22
Δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου σχετική με τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 4 παρ. 2 και 4 καθώς και άρθρο 11 παρ. 2 εδ. α’ της Οδηγίας)

  1. Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 235 ΠΚ, όταν οι εκεί αναφερόμενες υπηρεσιακές ενέργειες ή παραλείψεις ζημιώνουν ή μπορούν να ζημιώσουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου η πράξη της δωροληψίας τελείται (α) από οποιοδήποτε υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο έχει την έδρα του το οικείο όργανο ή ο οικείος οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή (β) από οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί δημόσιο λειτούργημα ή υπηρεσία για άλλο κράτος.
  2. Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 236 ΠΚ, όταν οι εκεί αναφερόμενες υπηρεσιακές ενέργειες ή παραλείψεις ζημιώνουν ή μπορούν να ζημιώσουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου η πράξη της δωροδοκίας τελείται προς οποιοδήποτε υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, ανεξαρτήτως του κράτους στο οποίο έχει την έδρα του το οικείο όργανο ή ο οικείος οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 23
Διασυνοριακή απάτη σχετικά με τον ΦΠΑ (άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. δ’ και άρθρο 7 της Οδηγίας)

Όποιος κατά την εκτέλεση οργανωμένου σχεδίου που περιλαμβάνει πράξεις τελούμενες στην επικράτεια δύο τουλάχιστον κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιφέρει απώλεια πόρων ΦΠΑ που υπερβαίνει συνολικά τα δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ (α) χρησιμοποιώντας ή υποβάλλοντας ψευδείς, ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις ΦΠΑ ή αποσιωπώντας πληροφορίες συνδεόμενες με τον ΦΠΑ κατά παράβαση ειδικής υποχρέωσης ανακοίνωσής τους ή (β) υποβάλλοντας δηλώσεις με σκοπό τη δόλια συγκάλυψη της μη απόδοσης ΦΠΑ ή την παράνομη θεμελίωση δικαιώματος επιστροφής ΦΠΑ, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή χιλίων (1000) ημερησίων μονάδων.

Άρθρο 24
Επικουρικές διατάξεις για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 3 παρ. 2 στοιχ. α’, β’ και γ’, άρθρο 4 παρ. 3 και άρθρο 7 της Οδηγίας)

  1. Όποιος χρησιμοποιεί ή υποβάλλει ψευδείς, ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις ή έγγραφα ή αποσιωπά πληροφορίες κατά παράβαση ειδικής νομικής υποχρέωσης ανακοίνωσής τους και, με τον τρόπο αυτό, λαμβάνει ή παρακρατεί παρανόμως επιχορηγήσεις ή όμοιας φύσης οικονομικές παροχές που δεν συνδέονται άμεσα με ισάξιες αντιπαροχές και προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τους προϋπολογισμούς των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της, ανεξαρτήτως του εκάστοτε φορέα διαχείρισης, τιμωρείται με φυλάκιση, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με βάση τα άρθρα 386, 386Α ή 386Β ΠΚ. Με την ίδια ποινή και την ίδια επιφύλαξη τιμωρείται και όποιος εν γνώσει χρησιμοποιεί νόμιμα ληφθείσες παροχές υπό την παραπάνω έννοια, οι οποίες υπάγονται με βάση τον νόμο ή τη σύμβαση χορήγησής τους σε συγκεκριμένους περιορισμούς, κατά παράβαση αυτών των περιορισμών.
  2. Όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποβάλλει ψευδείς, ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις ή παρασιωπά πληροφορίες κατά παράβαση ειδικής νομικής υποχρέωσης ανακοίνωσής τους και, με τον τρόπο αυτό, λαμβάνει ή παρακρατεί παρανόμως παροχές που συνδέονται με αντιπαροχές αγαθών και υπηρεσιών και προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τους προϋπολογισμούς των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της, ανεξαρτήτως του εκάστοτε φορέα διαχείρισης, τιμωρείται με φυλάκιση, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με βάση τα άρθρα 386 ή 386Α ΠΚ. Με την ίδια ποινή και την ίδια επιφύλαξη τιμωρείται και όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιεί εν γνώσει νόμιμα ληφθείσες παροχές υπό την παραπάνω έννοια, οι οποίες υπάγονται με βάση τον νόμο ή τη σύμβαση χορήγησής τους σε συγκεκριμένους περιορισμούς, κατά παράβαση αυτών των περιορισμών, προκαλώντας, με τον τρόπο αυτό, ζημία στα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  3. Όποιος υποβάλλει ψευδείς, ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις ή παρασιωπά πληροφορίες κατά παράβαση ειδικής νομικής υποχρέωσης ανακοίνωσής τους ή χρησιμοποιεί εν γνώσει κατά παράβαση των προβλεπόμενων γι’ αυτό ειδικών περιορισμών ένα νόμιμα χορηγηθέν οικονομικό πλεονέκτημα και, με τον τρόπο αυτό, μειώνει παρανόμως έσοδα του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των προϋπολογισμών των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της, ανεξαρτήτως του εκάστοτε φορέα διαχείρισης, πλην των εσόδων που προέρχονται από τον ΦΠΑ ή εισπράττονται από τα Τελωνεία, τιμωρείται με φυλάκιση, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με βάση τα άρθρα 386 ή 386Α ΠΚ.
  4. Όποιος, στο πλαίσιο της εμπιστευμένης σε αυτόν διαχείρισης πόρων και περιουσιακών στοιχείων του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή των προϋπολογισμών των κάθε είδους οργάνων και οργανισμών της διαχειρίζεται τους οικείους πόρους κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης ή ιδιοποιείται παράνομα ή χρησιμοποιεί κατ’ απόκλιση από τον νόμιμα καθορισμένο σκοπό τους τα οικεία περιουσιακά στοιχεία, ζημιώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τιμωρείται με φυλάκιση, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με βάση τα άρθρα 375 ή 390 ΠΚ.

Άρθρο 25
Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρο 4 παρ. 1 της Οδηγίας)

Τα αδικήματα των άρθρων 23 και 24 του παρόντος μέρους, καθώς και τα αδικήματα των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237, 237Β, 375, 386, 386Α, 386Β, 390 του ΠΚ και 155 επ. του ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α’ 265), όταν αυτά στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή συνδέονται με την προσβολή αυτών των συμφερόντων, συνιστούν βασικά αδικήματα κατά την έννοια του άρθρου 4 του Ν. 4557/2018 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2015/849/EE) και άλλες διατάξεις» (Α’ 139)».

Άρθρο 26
Γενικές διατάξεις (άρθρο 11 παρ. 4 της Οδηγίας)

  1. Τα αδικήματα των άρθρων 23 και 24 του παρόντος μέρους, καθώς και τα αδικήματα των άρθρων 375, 386, 386Α, 386Β και 390 του ΠΚ, όταν αυτά στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή συνδέονται με την προσβολή αυτών των συμφερόντων, διώκονται αυτεπάγγελτα.
  2. Η δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων για τα αδικήματα των άρθρων 23 και 24 του παρόντος μέρους, καθώς και για τα αδικήματα των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237, 237Β, 375, 386, 386Α, 386Β, 390 του ΠΚ, 155 επ. του Ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» και 39 του ν. 4557/2018 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2015/849/EE) και άλλες διατάξεις» (Α’ 139), όταν αυτά στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή συνδέονται με την προσβολή αυτών των συμφερόντων, καθιδρύεται στις περιπτώσεις που τελούνται στην αλλοδαπή από ημεδαπό, ακόμα και αν η πράξη δεν είναι αξιόποινη, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, κατά τους νόμους της χώρας στην οποία τελέσθηκε ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ. 3 ΠΚ.

Άρθρο 27
Υποβολή στατιστικών αναφορών (άρθρο 18 παρ. 2 της Οδηγίας)

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης υποβάλλει ετησίως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στατιστικές αναφορές για τα αδικήματα των άρθρων 23 και 24 του παρόντος μέρους καθώς και για τα αδικήματα των άρθρων 159, 159Α, 235, 236, 237, 375, 386, 386Α, 386Β, 390 του ΠΚ, 155 επ. του ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» και 39 του ν. 4557/2018 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2015/849/EE) και άλλες διατάξεις, (Α’ 139)», όταν αυτά στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή συνδέονται με την προσβολή αυτών των συμφερόντων. Ειδικότερα, υποβάλλει αναφορές για α) τον αριθμό σχετικών δικογραφιών που αρχειοθετήθηκαν, καθώς και τον αριθμό σχετικών ποινικών διώξεων που ασκήθηκαν, έπαυσαν, κηρύχθηκαν απαράδεκτες, κατέληξαν σε αθώωση, οδήγησαν σε καταδίκη ή βρίσκονται σε εξέλιξη και β) τα ποσά που ανακτήθηκαν κατόπιν ποινικών διώξεων και την εκτιμώμενη ζημία. Με υπουργική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 28
Κατάργηση του ν. 2803/2000 (Α’ 48) (άρθρο 16 της Οδηγίας)

Ο ν. 2803/2000 «Κύρωση της Σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συναφών με αυτήν Πρωτοκόλλων» (Α’ 48) καταργείται. Όπου σε διατάξεις του ισχύοντος δικαίου γίνεται αναφορά στις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και στα αδικήματα που αυτός τυποποιεί, νοούνται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος μέρους καθώς και οι κατά περίπτωση αντίστοιχα εφαρμοστέες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.

https://www.taxheaven.gr/news/47697/poiniko-adikhma-h-diasynoriakh-apath-sxetika-me-ton-fpa