Επιλέγοντας μόνο την ποινική οδό, ο προσφεύγων στερήθηκε την εξασφάλιση αποζημίωσης, μέσω των αστικών διαδικασιών, για φερόμενη παρέμβαση στο δικαίωμα προστασίας της φήμης του

ΑΠΟΦΑΣΗ

Mas Gavarró κατά Ισπανίας της 10.11.2022 (αρ. προσφ. 26111/15)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η υπόθεση αφορούσε τη δημοσίευση σειράς άρθρων στην καθημερινή εφημερίδα El Mundo που σύμφωνα με τον προσφεύγοντα είχαν βλάψει η φήμη του. Σύμφωνα με τα άρθρα, ο προσφεύγων, υποψήφιος τότε για επανεκλογή, διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό στους οποίους είχαν καταβληθεί ποσά από δωροδοκίες και συγκεκριμένα στο πλαίσιο φερόμενης παράνομης χρηματοδότησης του πολιτικού του κόμματος.

Επικαλούμενος το άρθρο 8 (προστασία της ιδιωτικής ζωής), ο προσφεύγων παραπονέθηκε για την αδράνεια της αστυνομίας, της εισαγγελίας και των εθνικών δικαστηρίων που οδήγησε παράλειψη διερεύνησης της παρέμβασης στο δικαίωμά του στην προστασία της φήμης του.

Όπως τόνισε η Κυβέρνηση, ο προσφεύγων θα μπορούσε να ασκήσει προσφυγή για τη δημοσίευση διόρθωσης στην εφημερίδα εντός τριών ημερών, ή θα μπορούσε να κινηθεί η ειδική διαδικασία για την προστασία του δικαιώματος στην τιμή κάποιου προκειμένου να αποκατασταθεί η υποτιθέμενη ζημία στην φήμη του. Αντιθέτως, ο ίδιος επέλεξε να κινηθεί μόνο ποινικά και έτσι στέρησε τον εαυτό του από τη δυνατότητα αποζημίωσης για τη βλάβη που υπέστη.

Ο προσφεύγων δεν είχε επομένως αποδείξει ότι το κράτος του είχε προσφέρει ανεπαρκή προστασία και ότι είχε παραβιαστεί το δικαίωμά του στο σεβασμό της φήμης του.

Έτσι, το Δικαστήριο, ομόφωνα, κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων, Artur Mas Gavarró, είναι Ισπανός υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε το 1956 και ζει στη Βαρκελώνη. Από τον Δεκέμβριο του 2010 έως τον Ιανουάριο του 2016 διετέλεσε Πρόεδρος της Κυβέρνησης της Αυτόνομης Κοινότητας της Καταλονίας (Generalitat de Catalunya).

Στις 16 Νοεμβρίου 2012, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την προεδρία της Generalitat, η καθημερινή εφημερίδα El Mundo δημοσίευσε ένα άρθρο στο οποίο ισχυριζόταν ότι ο προσφεύγων, υποψήφιος τότε για επανεκλογή, διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό στους οποίους είχαν καταβληθεί ποσά από δωροδοκίες. Το άρθρο βασίστηκε σε ένα υποτιθέμενο σχέδιο αστυνομικής έκθεσης (borrador) που στάλθηκε σε δημοσιογράφους το οποίο αποκάλυψε την ύπαρξη έρευνας από την Εθνική Αστυνομία στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών. Η διαδικασία, γνωστή ως «υπόθεση Παλάου», αφορούσε την φερόμενη παράνομη χρηματοδότηση του πολιτικού κόμματος του προσφεύγοντος, Convergència i Unió. Το άρθρο περιείχε την ακόλουθη διατύπωση: «Η Κεντρική Μονάδα Οικονομικού και Δημοσιονομικού Εγκλήματος (UDEF) καταγγέλλει σε ένα ‘σχέδιο έκθεσης’ την ύπαρξη στην Ελβετία και το Λιχτενστάιν λογαριασμών που τηρούνται από τον Artur Mas, πατέρα και γιο…» Μέσα στην εφημερίδα υπήρχε ένα πρόσθετο άρθρο που έκανε μνεία στην αναφορά του UDEF.

Την ίδια μέρα, 16 Νοεμβρίου 2012, ο ανακριτής στην «υπόθεση Παλάου» αντέδρασε στην δημοσίευση και δήλωσε ότι δεν γνώριζε το σχέδιο έκθεσης της UDEF, επιβεβαιώνοντας ότι δεν είχε εγκρίνει την διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τον προσφεύγοντα. Η δήλωση του δικαστή δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα στις 17 Νοεμβρίου 2012. Το Τμήμα Εγκληματολογικών Ερευνών της καταλανικής αστυνομίας επίσης αντέδρασε και διέψευσε ορισμένους από τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν στα επίμαχα άρθρα.

Στις 19 Νοεμβρίου 2012 η εφημερίδα δημοσίευσε αποσπάσματα από το εν λόγω ρεπορτάζ.

Στις 22 Νοεμβρίου 2012 εκπρόσωπος της Ενιαίας Αστυνομικής Ένωσης παρουσίασε, σε συνέντευξη Τύπου, αντίγραφο μιας αναφοράς που ισχυρίστηκε ότι έλαβε ανώνυμα. Αυτό το έγγραφο 17 σελίδων, σε επιστολόχαρτο UDEF, δεν έφερε ημερομηνία ούτε υπογραφή. Παραδέχτηκαν οι δημοσιογράφοι ότι είχαν βασιστεί σε αυτό το έγγραφο κατά τη συγγραφή του άρθρου τους.

Την ίδια μέρα, ο ανακριτής στην υπόθεση Παλάου δήλωσε ότι μίλησε με τον προϊστάμενο της UDEF και ότι, σύμφωνα με τον τελευταίο, από τον Ιούλιο του 2012 η μονάδα του δεν είχε συντάξει την έκθεση ή σχέδιο έκθεσης για την υπόθεση. Ο δικαστής ανέφερε επίσης ότι έρευνα για την ύπαρξη του εγγράφου ήταν σε εξέλιξη. Στις 29 Νοεμβρίου 2012 ο επικεφαλής επιθεωρητής επιβεβαίωσε ότι η έκθεση δεν είχε συνταχθεί από την UDEF ή από κάποιον από τους αξιωματούχους της.

Στις 19 Νοεμβρίου 2012 ο προσφεύγων υπέβαλε μήνυση για προσβολές και ψευδείς δηλώσεις κατά των δημοσιογράφων που είχαν γράψει το άρθρο και εναντίον του εκδότη της εφημερίδας. Ανακριτής ξεκίνησε έρευνα.

Στις 22 Οκτωβρίου 2013 ο δικαστής έλαβε οριστική απόφαση να περατώσει την υπόθεση. Ο προσφεύγων άσκησε έφεση εναντίον αυτής της απόφασης. Στις 2 Ιουνίου 2014 η παύση της ποινικής διαδικασίας επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Μαδρίτης. Στη συνέχεια, βασιζόμενος στο άρθρο 18 του Συντάγματος (δικαίωμα στην τιμή), ο προσφεύγων κατέθεσε amparo προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη με την αιτιολογία της πρόδηλης απουσίας παραβίασης θεμελιώδους δικαιώματος που εμπίπτει στην προστασία της εν λόγω διαδικασίας.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8

Όσον αφορά τα ένδικα μέσα που χρησιμοποίησε ο προσφεύγων, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η καταγγελία του απευθυνόταν εναντίον δύο δημοσιογράφων της καθημερινής εφημερίδας El Mundo που ήταν υπεύθυνοι για τη δημοσίευση του προσβλητικού άρθρου και, εναλλακτικά, κατά του εκδότη της εφημερίδας.

Ο κύριος στόχος της διαδικασίας ήταν να καθοριστεί εάν η συμπεριφορά των δημοσιογράφων ήταν αρκετά σοβαρή ώστε να συνιστά το αδίκημα της προσβολής ή της ψευδούς δήλωσης. Καθώς η διαδικασία διακόπηκε, το Κακουργιοδικείο δεν είχε δικαιοδοσία, σύμφωνα με τη νομοθεσία, να αποφανθεί σχετικά με την ύπαρξη αστικής ευθύνης που προκύπτει από το αδίκημα. Το ίδιο ίσχυε και για την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Μαδρίτης, το οποίο επιβεβαίωσε την έλλειψη αμέλειας εκ μέρους των δημοσιογράφων με βάση το υλικό που είχαν στη διάθεσή τους όταν έγραφαν το άρθρο τους. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο Ισπανός νομοθέτης επέλεξε να ποινικοποιήσει μόνο ορισμένες σοβαρές μορφές προσβολών ή ψευδείς δηλώσεις, όχι όλες τις μορφές δυσφήμισης ή προσβολής της φήμης. Δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι ο προσφεύγων είχε καταθέσει αγωγή ισχυριζόμενος ότι οι δημοσιεύσεις είχαν παραβιάσει το δικαίωμά του στην προστασία της προσωπικής του τιμής και υπόληψης. Οι διαδικασίες αυτές, εάν ήταν επιτυχείς, θα μπορούσαν να έχουν εξασφαλίσει την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η φήμη του.

Όπως τόνισε η Κυβέρνηση, ο προσφεύγων θα μπορούσε να προσφύγει για τη δημοσίευση διόρθωσης του εν λόγω άρθρου ή θα μπορούσε να έχει κινήσει την ειδική διαδικασία για την προστασία του δικαιώματος της τιμής προκειμένου να επιτύχει αποκατάσταση για ενδεχόμενη προσβολή του δικαιώματός του στην προστασία της φήμης.

Επιλέγοντας μόνο να χρησιμοποιήσει την ποινική οδό, ο προσφεύγων είχε στερήσει από τον εαυτό του τη δυνατότητα εξασφάλισης αποζημίωσης μέσω των αστικών διαδικασιών που είχε στη διάθεσή του. Είχε περιορίσει, έτσι, το εύρος της εξέτασης από τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία είχαν τη δυνατότητα να αποφανθούν μόνο για την έλλειψη βάσης της εικαζόμενης παράβασης για τους σκοπούς του ποινικού δικαίου.

Επομένως, το Δικαστήριο, ομόφωνα, κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη. (επιμέλεια: echrcaselaw.com)

To Top