Απαγόρευση δημοσίων εκδηλώσεων για αντιμετώπιση του COVID-19 και θέσπιση ποινικών κυρώσεων! Παραβίαση της ελευθερίας του συνέρχεσθαι

ΑΠΟΦΑΣΗ

Communaute genevoise daction syndicale (CGAS) κατά Ελβετίας της 15.03.2022 (αρ. προσφ. 21881/20)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απαγόρευση δημόσιων εκδηλώσεων σε σύλλογο για αντιμετώπιση του COVID-19. Ελευθερία του συνέρχεσθαι.

Ο προσφεύγων σύλλογος, Communaute genevoise d’action syndicale (CGAS), εδρεύει στην Γενεύη. Ο στόχος του είναι να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των εργαζομένων και των οργανώσεων-μελών, ιδίως στον τομέα των συνδικαλιστικών και δημοκρατικών ελευθεριών, διοργανώνοντας και συμμετέχοντας σε δεκάδες εκδηλώσεις κάθε χρόνο στο Καντόνι της Γενεύης.

Παραπονέθηκε ότι στερήθηκε το δικαίωμα οργάνωσης και συμμετοχής σε δημόσιες εκδηλώσεις μετά την υιοθέτηση των κυβερνητικών μέτρων για την αντιμετώπιση του COVID-19 βάσει του διατάγματος O.2 COVID-19, που θεσπίστηκε από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο στις 13 Μαρτίου 2020. Με βάση αυτό το διάταγμα, οι δημόσιες και ιδιωτικές εκδηλώσεις απαγορεύτηκαν από τις 16 Μαρτίου 2020. Παράλειψη συμμόρφωσης με την απαγόρευση τιμωρούνταν με ποινή φυλάκισης ή πρόστιμο.

Επικαλούμενος, ειδικά, το άρθρο 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι) της ΕΣΔΑ, ο προσφεύγων σύλλογος κατήγγειλε ότι στερήθηκε το δικαίωμα να διοργανώνει και να συμμετέχει σε δημόσιες εκδηλώσεις μετά τα κυβερνητικά μέτρα που εγκρίθηκαν βάσει του ανωτέρω διατάγματος.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απαγόρευση των δημόσιων συγκεντρώσεων, που εντάσσεται στα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του COVID-19, ισοδυναμούσε με παρέμβαση στην άσκηση από τον σύλλογο του δικαιώματος στην ελευθερία του συνέρχεσθαι. Η παρέμβαση βασίστηκε στο Διάταγμα O.2 COVID-19 και στόχευε στην προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Πρόσθεσε ακόμη ότι, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της λήψης κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση της άνευ προηγουμένου απειλής από τον COVID-19 στα πρώτα στάδια της πανδημίας, δεν ήταν απαραίτητο να αναμένεται ότι θα διεξαχθούν πολύ λεπτομερείς συζητήσεις σε εσωτερικό επίπεδο και ιδιαίτερα με τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου, πριν από την έγκριση των επειγόντων μέτρων που κρίθηκαν αναγκαία για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας μάστιγας. Ωστόσο, υπό τέτοιες συνθήκες, ένας ανεξάρτητος και αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος των μέτρων που υιοθέτησε η εκτελεστική εξουσία ήταν ακόμη μεγαλύτερης ζωτικής σημασίας.

Αν και σε καμία περίπτωση δεν αγνοείται η απειλή που θέτει ο COVID-19 για την κοινωνία και τη δημόσια υγεία, το Δικαστήριο έκρινε – υπό το πρίσμα της σημασίας της ελευθερίας του ειρηνικού συνέρχεσθαι σε μια δημοκρατική κοινωνία, και ιδίως των θεμάτων και των αξιών που προωθεί ο προσφεύγων σύλλογος, σύμφωνα με το καταστατικό του, το γενικό χαρακτήρα και τη σημαντική διάρκεια της απαγόρευσης για τις δημόσιες εκδηλώσεις εντός της σφαίρας δραστηριοτήτων του και τη φύση και τη σοβαρότητα των πιθανών κυρώσεων – ότι η παρέμβαση στην απόλαυση των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το άρθρο 11 δεν ήταν ανάλογη προς τους επιδιωκόμενους στόχους. Επιπλέον, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν προβεί σε αποτελεσματική επανεξέταση των μέτρων για τα οποία καταγγέλλονται κατά τη σχετική περίοδο. Η Ελβετία είχε υπερέβη το περιθώριο εκτίμησης.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι) της ΕΣΔΑ και επιδίκασε στον προσφεύγοντα ποσό 3.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 11

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων σύλλογος, Communaute genevoise d’action syndicale (CGAS), έχει έδρα στη Γενεύη και στόχος του είναι να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των εργαζομένων και των οργανώσεων-μελών, ιδίως στον τομέα των συνδικαλιστικών και δημοκρατικών ελευθεριών. Σύμφωνα με αυτόν, διοργανώνει και συμμετέχει σε δεκάδες εκδηλώσεις κάθε χρόνο στο Καντόνι της Γενεύης.

Στην παρούσα υπόθεση, ο προσφεύγων σύλλογος παραπονέθηκε ότι στερήθηκε το δικαίωμα οργάνωσης και συμμετοχής σε δημόσιες εκδηλώσεις μετά την υιοθέτηση των κυβερνητικών μέτρων για την αντιμετώπιση του COVID-19 βάσει του διατάγματος O.2 COVID-19, που θεσπίστηκε από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο στις 13 Μαρτίου 2020. Με βάση αυτό το διάταγμα, οι δημόσιες και ιδιωτικές εκδηλώσεις απαγορεύτηκαν με ισχύ από τις 16 Μαρτίου 2020. Παράλειψη συμμόρφωσης με την απαγόρευση τιμωρούνταν με ποινή φυλάκισης ή πρόστιμο.

Στις 26 Μαΐου 2020 ο προσφεύγων σύλλογος προσέφυγε στο ΕΔΔΑ, καταγγέλλοντας ότι, μετά τη θέσπιση του O.2 COVID-19, είχε υποχρεωθεί να ακυρώσει μια συγκέντρωση η οποία είχε προγραμματιστεί για την 1η Μαΐου 2020 και είχε αποσύρει το αίτημά του για αδειοδότηση.

Από τις 30 Μαΐου 2020 το μέτρο της απαγόρευσης των συγκεντρώσεων χαλάρωσε (επιτρέπονταν έως 30 συμμετέχοντες). Εκδηλώσεις που αφορούν τη συμμετοχή περισσότερων από 1.000 συμμετέχοντες εξακολουθούσαν να απαγορεύονται μέχρι το τέλος Αυγούστου 2020.

Στις 20 Ιουνίου 2020 άρθηκε η απαγόρευση των δημόσιων εκδηλώσεων, ωστόσο οι συμμετέχοντες έπρεπε να φορούν μάσκα.

Επικαλούμενος το άρθρο 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι) της ΕΣΔΑ, ο σύλλογος κατήγγειλε ότι στερήθηκε το δικαίωμα να διοργανώνει και να συμμετέχει σε δημόσιες εκδηλώσεις μετά τα κυβερνητικά μέτρα για τον COVID-19.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 11 (ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι)

Παραδεκτό

Όσον αφορά το ζήτημα της ιδιότητας του θύματος, το Δικαστήριο του Στρασβούργου διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων σύλλογος – ο οποίος υποχρεούται να αλλάξει τη συμπεριφορά του και μάλιστα να απέχει, προς αποφυγή ποινικών κυρώσεων, από τη διοργάνωση δημόσιων εκδηλώσεων που θα συνέβαλαν στην επίτευξη του διακηρυγμένου στόχου του – θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είναι θύμα παραβίασης της Σύμβασης.

Όσον αφορά την εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων, το Δικαστήριο σημείωσε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο προσφεύγων σύλλογος δεν είχε στην πράξη ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο μέσω του οποίου θα μπορούσε να καταγγείλει παραβίαση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι κατά την έννοια του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, αν και οι ομοσπονδιακοί νόμοι θα μπορούσαν κανονικά να αποτελέσουν αντικείμενο προδικαστικής απόφασης για την συνταγματικότητα από το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένης της απουσίας οποιουδήποτε τρέχοντος συμφέροντος, αυτό το δικαστήριο, στις πολύ ιδιαίτερες συνθήκες του γενικού lockdown που κήρυξε το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο ως μέρος των προσπαθειών για την αντιμετώπιση του COVID-19, δεν είχε εξετάσει τις διατάξεις της ελευθερίας του συνέρχεσθαι επί της ουσίας και δεν είχε αξιολογήσει την συμβατότητα του Διατάγματος Ο.2 COVID-19 με το Σύνταγμα.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή.

Επί της ουσίας

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η απαγόρευση των δημόσιων συγκεντρώσεων, που εντάσσεται στα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του COVID-19, ισοδυναμούσε με παρέμβαση στην άσκηση από τον προσφεύγοντα σύλλογο του δικαιώματος στην ελευθερία του συνέρχεσθαι. Η παρέμβαση βασίστηκε στο Διάταγμα O.2 COVID-19 και στόχευε στην προστασία της υγείας και των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.

Όσον αφορά την αναγκαιότητα του μέτρου σε μια δημοκρατική κοινωνία, το Δικαστήριο επανέλαβε τις αρχές που εκτίθενται στην υπόθεση Kudrevičius κ.α.. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου αναγνώρισε στην παρούσα υπόθεση ότι η απειλή για τη δημόσια υγεία από τον COVID-19 ήταν πολύ σοβαρή και ότι η γνώση των χαρακτηριστικών και της επικινδυνότητας του ιού ήταν πολύ περιορισμένη στην αρχή της πανδημίας. Συνεπώς, τα κράτη έπρεπε να αντιδράσουν γρήγορα κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου. Έλαβε επίσης υπόψη τα ανταγωνιστικά συμφέροντα που διακυβεύονται στις σύνθετες συνθήκες της πανδημίας και ιδιαίτερα τη θετική υποχρέωση που έχουν τα Κράτη Μέρη της ΕΣΔΑ για την προστασία της ζωής και της υγείας των προσώπων που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, σύμφωνα ιδίως με τα άρθρα 2 και 8.

Το Δικαστήριο έκρινε εξαρχής ότι η πλήρης απαγόρευση ενός συγκεκριμένου τύπου συμπεριφοράς αποτελούσε δραστικό μέτρο που απαιτούσε ισχυρούς λόγους για να το δικαιολογήσει και ιδιαίτερα εμπεριστατωμένο έλεγχο από τα δικαστήρια που είναι εξουσιοδοτημένα να σταθμίσουν τα διακυβευόμενα συμφέροντα.

Μεταξύ 17 Μαρτίου και 30 Μαΐου 2020 όλες οι εκδηλώσεις μέσω των οποίων ο προσφεύγων σύλλογος θα μπορούσε να έχει ασκήσει τις δραστηριότητές της σύμφωνα με τον καταστατικό σκοπό του είχαν υπαχθεί σε οριστική απαγόρευση. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα γενικό μέτρο αυτού του είδους απαιτούσε ισχυρούς λόγους για να το δικαιολογήσουν και ζήτησε ιδιαίτερα ενδελεχή έλεγχο από τα δικαστήρια που είναι αρμόδια να σταθμίσουν τα διακυβευόμενα συμφέροντα. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι υπήρχε ένας τέτοιος λόγος – δηλαδή η ανάγκη αντιμετώπισης της παγκόσμιας πανδημίας COVID-19 αποτελεσματικά – προέκυψε από την εξέταση εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων του Δικαστηρίου ότι δεν είχε διεξαχθεί τέτοιος έλεγχος από τα δικαστήρια, μεταξύ των οποίων το Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο. Αντίστοιχα, η στάθμιση μεταξύ των ανταγωνιστικών διακυβευόντων συμφερόντων, που απαιτείται από το Δικαστήριο για τους σκοπούς της αξιολόγησης της αναλογικότητας ενός τέτοιου δραστικού μέτρου, δεν είχε εφαρμοστεί. Αυτό ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικό όσον αφορά τη Σύμβαση, καθώς  η γενική απαγόρευση είχε παραμείνει σε ισχύ για σημαντικό χρονικό διάστημα.

Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της λήψης κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση της άνευ προηγουμένου απειλής από τον COVID-19 στα πρώτα στάδια της πανδημίας, δεν ήταν απαραίτητο να αναμένεται ότι θα διεξαχθούν πολύ λεπτομερείς συζητήσεις σε εσωτερικό επίπεδο και ιδιαίτερα με τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου, πριν από την έγκριση των επειγόντων μέτρων που κρίθηκαν αναγκαία για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας μάστιγας. Ωστόσο, υπό τέτοιες συνθήκες, ένας ανεξάρτητος και αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος των μέτρων που υιοθέτησε η εκτελεστική εξουσία ήταν ακόμη μεγαλύτερης ζωτικής σημασίας.

Όσον αφορά την ποινή για παραβίαση της απαγόρευσης δημοσίων εκδηλώσεων βάσει του O.2 COVID-19, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι η επιβολή ποινικών κυρώσεων έπρεπε να δικαιολογηθεί από ιδιαίτερα ισχυρούς λόγους και ότι η διοργάνωση ειρηνικής συγκέντρωσης δεν πρέπει κανονικά να συνεπάγεται κίνδυνο τέτοιων κυρώσεων. Στην παρούσα περίπτωση, ένα νέο άρθρο 10δ είχε εισαχθεί στο Διάταγμα O.2 COVID-19 στις 17 Μαρτίου 2020.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, κάθε πρόσωπο που με δόλο παραβίασε την απαγόρευση δημοσίων εκδηλώσεων σύμφωνα με το άρθρο 6 του Διατάγματος τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή (εκτός εάν υπάρξει σοβαρότερο αδίκημα κατά την έννοια του Ποινικού Κώδικα). Κατά την άποψη του δικαστηρίου, επρόκειτο για πολύ αυστηρές ποινές που θα μπορούσαν να έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα για συμμετέχοντες ή για ομάδες που επιδιώκουν να οργανώσουν τέτοιες εκδηλώσεις.

Τέλος, το Δικαστήριο τόνισε το γεγονός ότι ενόψει της παγκόσμιας κρίσης της δημόσιας υγείας, η Ελβετία δεν είχε προσφύγει δυνάμει του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ, το οποίο επέτρεπε σε ένα Κράτος Μέρος να λάβει ορισμένα μέτρα που παρεκκλίνουν από τις υποχρεώσεις του από τη Σύμβαση σε καιρό πολέμου ή σε άλλη δημόσια έκτακτη ανάγκη που απειλεί τη ζωή του έθνους. Κατά συνέπεια, είχε την υποχρέωση να τηρήσει την Σύμβαση σύμφωνα µε το άρθρο 1 και, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, να συμμορφωθεί πλήρως µε τις απαιτήσεις του άρθρου 11, εντός του περιθωρίου εκτίμησης που της παρέχεται.

Αν και σε καμία περίπτωση δεν αγνοείται η απειλή από τον COVID-19 για την κοινωνία και τη δημόσια υγεία, ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε, υπό το πρίσμα της σημασίας της ελευθερίας του ειρηνικού συνέρχεσθαι σε μια δημοκρατική κοινωνία, και ιδίως των θεμάτων και των αξιών που προωθεί ο προσφεύγων σύλλογος, σύμφωνα με το καταστατικό του, το γενικό χαρακτήρα και την σημαντική διάρκεια της απαγόρευσης για τις δημόσιες εκδηλώσεις εντός της σφαίρας δραστηριοτήτων του σωματείου και τη φύση και τη σοβαρότητα των πιθανών κυρώσεων, ότι η παρέμβαση στην απόλαυση των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το άρθρο 11 δεν ήταν ανάλογη προς τους επιδιωκόμενους στόχους. Επιπλέον, τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν προβεί σε αποτελεσματική επανεξέταση των μέτρων για τα οποία καταγγέλλονται κατά τη σχετική περίοδο. Η Ελβετία είχε έτσι υπερβεί το περιθώριο εκτίμησης που της παρέχεται στην παρούσα υπόθεση.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η παρέμβαση δεν ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία κατά την έννοια του άρθρου 11 της Σύμβασης και επομένως συνιστά παραβίαση της διάταξης αυτής.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε (με 4 ψήφους έναντι 3) ότι η διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 11 αποτελούσε επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για κάθε ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων σύλλογος. Επιδίκασε ποσό 3.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια: echrcaselaw.com).

To Top