«Red Notice» της Interpol – Αρχή ne bis in idem – Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/680 (Απόφαση Δικαστηρίου ΕΕ)

Επιμέλεια: Γεώργιος Π. Κανέλλος 

Με τη δημοσιευθείσα στις 12-05-2021 απόφασή του, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι η αρχή σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η σώρευση διώξεων μπορεί να αποκλείει τη σύλληψη, εντός του χώρου Σένγκεν και εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί αγγελία της Interpol.

Τούτο συμβαίνει όταν οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν γνώση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης διαπιστώνουσας την εφαρμογή της αρχής αυτής, η οποία εκδόθηκε σε συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία του Σένγκεν ή σε κράτος μέλος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με την απόφασή του αυτή το ΔΕΕ, συντάσσεται σε γενικές γραμμές με τις προτάσεις στην υπόθεση του γεν. εισαγγελέα ΔΕΕ Michal Bobek, ο οποίος είχε προτείνει στο ΔΕΕ να αποφανθεί ότι η απαγόρευση διττού αξιοποίνου που εφαρμόζεται στον χώρο Σένγκεν μπορεί να παρακωλύει έκδοση προσώπου σε μια τρίτη χώρα.

Ιστορικό της υπόθεσης

Το 2012, ο Διεθνής Οργανισμός Εγκληματολογικής Αστυνομίας (Interpol) εξέδωσε, κατόπιν αιτήματος των Ηνωμένων Πολιτειών και βάσει εντάλματος σύλληψης που είχαν εκδώσει οι αρχές της χώρας αυτής, ερυθρά αγγελία που αφορούσε τον WS, Γερμανό υπήκοο, με σκοπό την ενδεχόμενη έκδοσή του. Όταν πρόσωπο για το οποίο έχει εκδοθεί τέτοια αγγελία εντοπίζεται σε κράτος μέλος της Interpol, το τελευταίο οφείλει, καταρχήν, να προβεί στην προσωρινή κράτησή του ή στην παρακολούθηση ή τον περιορισμό των μετακινήσεών του.

Ωστόσο, πριν ακόμη εκδοθεί η εν λόγω ερυθρά αγγελία, είχε κινηθεί στη Γερμανία εις βάρος του WS διαδικασία έρευνας που αφορούσε, κατά το αιτούν δικαστήριο, τις ίδιες πράξεις με εκείνες για τις οποίες εξεδόθη η ερυθρά αγγελία. Η διαδικασία αυτή περατώθηκε οριστικά το 2010, μετά την εκ μέρους του WS καταβολή χρηματικού ποσού, τούτο δε σύμφωνα με ειδική διαδικασία διευθέτησης που προβλέπεται στο γερμανικό ποινικό δίκαιο. Κατόπιν τούτου, η Bundeskriminalamt (ομοσπονδιακή αστυνομία διώξεως του εγκλήματος, Γερμανία) ενημέρωσε την Interpol ότι κατά την άποψή της, λόγω της προγενέστερης αυτής διαδικασίας, είχε εφαρμογή εν προκειμένω η αρχή ne bis in idem. Η αρχή αυτή, η οποία κατοχυρώνεται τόσο στο άρθρο 54 της Σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν (ΣΕΣΣ) όσο και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαγορεύει ειδικότερα να διωχθεί εκ νέου για το ίδιο αδίκημα πρόσωπο το οποίο έχει ήδη δικασθεί αμετάκλητα. 

Το 2017, ο WS άσκησε προσφυγή κατά της Γερμανίας ενώπιον του Verwaltungsgericht Wiesbaden (διοικητικού δικαστηρίου Wiesbaden, Γερμανία), με αίτημα να υποχρεωθεί η τελευταία να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την απόσυρση της ερυθράς αγγελίας. Συναφώς, πέραν της παραβίασης της αρχής ne bis in idem, ο WS προβάλλει προσβολή του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ, στο μέτρο που δεν μπορεί να μεταβεί σε κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία του Σένγκεν ή σε κράτος μέλος χωρίς να διατρέχει κίνδυνο να συλληφθεί. Εκτιμά επίσης ότι, εξαιτίας της παραβίασης της ως άνω αρχής και της προσβολής του ως άνω δικαιώματος, η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν και περιέχονται στην ερυθρά αγγελία αντιβαίνει στην οδηγία (EE) 2016/680, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

Στο πλαίσιο αυτό, το Verwaltungsgericht Wiesbaden αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem και, ειδικότερα, με τη δυνατότητα προσωρινής κράτησης προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί ερυθρά αγγελία σε περίπτωση όπως η επίμαχη. Επιπλέον, σε περίπτωση που η αρχή αυτή έχει εφαρμογή, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί ποιες είναι οι συνέπειες για την εκ μέρους των κρατών μελών επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε τέτοια αγγελία.

Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την απόφασή του αυτή, προκαταρκτικώς, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η αρχή ne bis in idem μπορεί να έχει εφαρμογή σε περίπτωση όπως η επίμαχη, δηλαδή όταν έχει εκδοθεί απόφαση περατώνουσα οριστικά ποινική διαδικασία, αφού προηγουμένως το οικείο πρόσωπο συμμορφωθεί προς ορισμένους όρους, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η καταβολή χρηματικού ποσού το οποίο καθόρισε ο εισαγγελέας

Κατόπιν της ανωτέρω διευκρίνισης, το Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, το άρθρο 50 του Χάρτη και το άρθρο 21, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν αντιτίθενται στην προσωρινή κράτηση προσώπου για το οποίο η Interpol έχει εκδώσει ερυθρά αγγελία, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι αυτό έχει δικασθεί αμετάκλητα από συμβαλλόμενο κράτος στη συμφωνία του Σένγκεν ή από κράτος μέλος για τις ίδιες πράξεις με εκείνες στις οποίες στηρίζεται η ερυθρά αγγελία, οπότε και θα είχε εφαρμογή η αρχή ne bis in idem.

Επ’ αυτού, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι, οσάκις παραμένει αβέβαιο αν έχει εφαρμογή η αρχή ne bis in idem, η προσωρινή κράτηση μπορεί να συνιστά απαραίτητο στάδιο προκειμένου να γίνουν οι αναγκαίες προς τούτο εξακριβώσεις, με παράλληλη αποτροπή του ενδεχόμενου διαφυγής του οικείου προσώπου. Το μέτρο της προσωρινής κράτησης δικαιολογείται, στην περίπτωση αυτή, από τον θεμιτό σκοπό αποτροπής του κινδύνου ατιμωρησίας. Αντιθέτως, εφόσον η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem διαπιστώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, τόσο η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στη συμφωνία του Σένγκεν όσο και το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας αντιτίθενται στην προσωρινή κράτηση ή στη διατήρησή της. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι τα συμβαλλόμενα κράτη στη συμφωνία του Σένγκεν και τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν τη δυνατότητα άσκησης ενδίκων βοηθημάτων τα οποία να παρέχουν στα οικεία πρόσωπα τη δυνατότητα να επιτύχουν την έκδοση τέτοιας απόφασης. Επεσήμανε ακόμη ότι, όταν η προσωρινή κράτηση δεν είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης, λόγω της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ένα κράτος μέλος της Interpol δεν παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει ως μέλος του οργανισμού αυτού επειδή δεν προβαίνει σε τέτοια κράτηση.

Δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα σχετικά με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε ερυθρά αγγελία της Interpol, το Δικαστήριο τόνισε ότι κάθε πράξη που πραγματοποιείται στα δεδομένα αυτά, όπως η καταχώρισή τους στο σύστημα αναζήτησης καταζητούμενων προσώπων ενός κράτους μέλους, συνιστά «επεξεργασία» που εμπίπτει στην οδηγία (ΕΕ) 2016/680, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2, παράγραφος 1, και στο άρθρο 3, σημείο 2 αυτής. Επιπλέον το Δικαστήριο εκτίμηση, αφενός, ότι η επεξεργασία αυτή επιδιώκει νόμιμο σκοπό, δυνάμει  του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας, και, αφετέρου, ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί παράνομη για τον λόγο και μόνον ότι ενδέχεται να έχει εφαρμογή η αρχή ne bis in idem ως προς τις πράξεις στις οποίες στηρίζεται η ερυθρά αγγελία. Η σχετική επεξεργασία εκ μέρους των αρχών των κρατών μελών ενδέχεται εξάλλου να αποδεικνύεται απαραίτητη, προκειμένου ακριβώς να εξακριβωθεί αν έχει εφαρμογή η εν λόγω αρχή. 

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ωσαύτως ότι η οδηγία (ΕΕ) 2016/680, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ και του άρθρου 50 του Χάρτη, δεν αντιτίθεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία περιέχονται σε ερυθρά αγγελία, εφόσον δεν έχει αποδειχθεί, μέσω αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, ότι έχει εφαρμογή εν προκειμένω η αρχή ne bis in idem. Ωστόσο, η ως άνω επεξεργασία πρέπει να πληροί τις προβλεπόμενες από την οδηγία προϋποθέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η επεξεργασία πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι απαραίτητη για την εκτέλεση καθήκοντος που ασκείται από αρμόδια εθνική αρχή, για τους σκοπούς της πρόληψης, της διερεύνησης, της ανίχνευσης ή της δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, και άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας.

Αντιθέτως, όταν έχει εφαρμογή η αρχή ne bis in idem, η καταχώριση, στα συστήματα αναζήτησης καταζητούμενων προσώπων των κρατών μελών, δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε ερυθρά αγγελία της Interpol δεν είναι πλέον αναγκαία, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν μπορεί πλέον να διωχθεί ποινικά για τις πράξεις που καλύπτει η αγγελία και, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν πλέον να συλληφθεί για τις ίδιες πράξεις. Επομένως, το οικείο πρόσωπο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει τη διαγραφή των δεδομένων που το αφορούν. Εάν ωστόσο διατηρηθεί η καταχώριση, πρέπει να συνοδεύεται από την ένδειξη ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν μπορεί πλέον να διωχθεί εντός κράτους μέλους ή συμβαλλόμενου κράτους για τις ίδιες πράξεις, λόγω της αρχής ne bis in idem.

Γίνεται υπόμνηση ότι η προσφυγή λόγω παραβάσεως, στρεφόμενη κατά κράτους μέλους το οποίο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης, μπορεί να ασκηθεί από την Επιτροπή ή από άλλο κράτος μέλος. Αν το Δικαστήριο διαπιστώσει την ύπαρξη παραβάσεως, το καθού κράτος μέλος πρέπει να συμμορφωθεί με την απόφαση το συντομότερο.

Υπενθυμίζεται ακόμα ότι όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι το κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση, μπορεί να ασκήσει νέα προσφυγή, ζητώντας την επιβολή χρηματικών κυρώσεων. Πάντως, σε περίπτωση μη ανακοινώσεως στην Επιτροπή των μέτρων για τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, το Δικαστήριο μπορεί, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, να επιβάλει κυρώσεις με την πρώτη του απόφαση.

Το πλήρες κείμενο της απόφασης είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA

https://www.lawspot.gr/nomika-nea/red-notice-tis-interpol-arhi-ne-bis-idem-epexergasia-prosopikon-dedomenon-dynamei-tis-0

To Top